Υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να κυριαρχούν άλλες ειδήσεις στα δελτία ειδήσεων και στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Ειδήσεις του «διεθνούς δελτίου», αλλά όχι λιγότερο σημαντικές γι’ αυτό το λόγο, αφού αφορούν τις προοπτικές της Ευρώπης και επηρεάζουν και τη θέση της Ελλάδας μέσα σε αυτή.

Γιατί έχει φανεί πια πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η προσπάθεια που έγινε την περασμένη χρονιά για να περάσει η εικόνα ότι «όλα πάνε καλά» στην Ευρώπη, ούτε έπεισε, ούτε στην πραγματικότητα αντιστοιχεί σε αυτό που αντιλαμβάνονται οι ίδιες οι ευρωπαϊκές κοινωνίες.

Κι ενώ η Ευρώπη συνταράσσεται συνθέμελα από την ιστορική ήττα των συμμάχων της Ανγκ. Μέρκελ (τέλος εποχής άραγε;) και κυρίως από τις αναταράξεις που φέρνει η αδυναμία για ένα «ομαλό» Brexit, στην Ελλάδα ασχολούμαστε με τα καμώματα του Πάνου Καμμένου, τις παλινωδίες της κυβέρνησης και τελικά τις κυβιστήσεις εκατέρωθεν προκειμένου ΑΝΕΛ και ΣΥΡΙΖΑ να κρατηθούν στην εξουσία.

Ο βαυαρικός πολιτικός σεισμός

Η κυριαρχία των Χριστιανοκοινωνιστών της CSU, του αδελφού κόμματος των Χριστινοδημοκρατών της CDU της Μέρκελ, στην πολιτική σκηνή της Βαυαρίας είχε αποκτήσει χαρακτηριστικά σχεδόν «φυσικής σταθεράς».

Και όμως σε μια εξέλιξη χωρίς προηγούμενο, οι Χριστιανοκοινωνιστές κατάφεραν να έχουν εντυπωσιακή πτώση με την εκλογική τους δύναμη να υποχωρεί κατά 10,4 %, και να πέφτει στο 37,2%, το χαμηλότερο ποσοστό από το 1950.

Ακόμη πιο εντυπωσιακή πτώση είχαν οι σοσιαλδημοκράτες, που συγκυβερνούν με την CDU/CSU στο ομοσπονδιακό επίπεδο. Με απώλειες 10,9%  χάνουν παραπάνω από τη μισή εκλογική τους δύναμη και υποχωρούν στο 9,7%, ένα εντυπωσιακά χαμηλό ποσοστό για το ιστορικότερο κόμμα της γερμανικής πολιτικής σκηνής.

Κερδισμένοι από αυτή την πολιτική κατάρρευση των κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού ήταν από τη μια οι Πράσινοι, που σχεδόν διπλασίασαν τη δύναμή τους και από την άλλη η ακροδεξιά AfD που στην πρώτη της εμφάνιση στα βαυαρικά πολιτικά πράγματα κατάφερε να φτάσει το 10,2% (χωρίς ωστόσο να φτάσει το στόχο της που ήταν αποτέλεσμα άνω του 12%).

Αν ισχύει η φράση «όταν το Μόναχο φταρνίζεται, το Βερολίνο κρυολογεί», τότε πρέπει να συμπληρωθεί και με το «στις Βρυξέλλες φοβούνται για πνευμονία».

Ο λόγος είναι ότι σήμερα υπάρχει μια ανοιχτή πολιτική κρίση στη Γερμανία. Ο «μεγάλος συνασπισμός» που κυβερνά ανάμεσα στους χριστιανοδημοκράτες και τους σοσιαλδημοκράτες υποχωρεί διαρκώς εκλογικά, την ώρα που η Άνγκελα Μέρκελ, μέχρι πρότινος κυρίαρχη του παιχνιδιού και στο Βερολίνο και στην Ευρώπη, αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη «κρίση αυθεντίας» της πολιτικής ιστορίας. Πλέον αντιμετωπίζεται από τους κυβερνητικούς εταίρους ως πολιτική επισφάλεια μεγάλης κλίμακας δεδομένου ότι αυτή η κυβέρνηση οδηγεί και το δικό της κόμμα και τους σοσιαλδημοκράτες από τη μία ήττα στην άλλη.

Η αιτία δεν βρίσκεται τόσο στο προσφυγικό ζήτημα. Άλλωστε, οι μεγάλοι κερδισμένοι ήταν οι Πράσινοι, που έχουν σχετικά φιλομεταναστευτική πολιτική, και όχι μόνο η AfD.

Στην πραγματικότητα και στη Βαυαρία όπως και σε άλλες στιγμές αποτυπώθηκε ένα μεγάλο «φτάνει» πια με ένα πολιτικό σύστημα που απλώς κυβερνά, όπου τα αποτελέσματα των εκλογών απλώς αποτελούν διαπραγματευτικά χαρτιά για τη διαμόρφωση της εκάστοτε παραλλαγής «μεγάλου συνασπισμού» και όπου πίσω από την εικόνα «η Γερμανία που πέρασε αλώβητη από την κρίση» σωρεύονται πλήθος προβλήματα και ανησυχίες, αντιφατικές ίσως, αλλά παρ’ όλα αυτά υπαρκτές.

Μόνο που με το να επικεντρώνεται η κρίση στα κόμματα του «μεγάλου συνασπισμού» χωρίς εναλλακτική, πέραν της ανερχόμενης ακροδεξιάς, και να προσωποποιείται στην ίδια τη φιγούρα της Μέρκελ, της ίδια δηλαδή πολιτικού που αποτελούσε υποτίθεται τον παράγοντα καθησυχαστικής σταθερότητας στην γερμανική πολιτική σκηνή, η κρίση γίνεται ακόμη πιο βαθιά.

Αρκεί να σκεφτούμε που κατέρρευσε η προηγούμενη προσπάθεια για συνασπισμό Χριστιανοδημοκρατών, Πρασίνων και Φιλελεύθερων (συνασπισμός «Τζαμάικα» εκ των χρωμάτων των κομμάτων που παρέπεμπαν στην σημαία της χώρας της Καραϊβικής). Στον τρόπο που ήταν αδύνατο να βρεθεί κοινός τόπος μεταξύ των κομμάτων. Συσχετισμός χωρίς την Μέρκελ δεν έβγαινε, αλλά και με την Μέρκελ μπορούσε μόνο να υπάρξει μια απρόθυμη επανάληψη της συνεργασίας χριστιανοδημοκρατών-σοσιαλδημοκρατών.

Όμως αυτό ορίζει και ένα αδιέξοδο.

Από τη μια αμφισβητείται το μίγμα πολιτικής που διαχρονικά εκπροσωπούσε η Μέρκελ (διατήρηση της ισορροπίας πολιτικών της αγοράς και στοιχείων «κοινωνικού κράτους» που είχαν διαμορφώσει οι μεταρρυθμίσεις της εποχής Σρέντερ, πολιτική λιτότητας στην Ευρώπη αλλά με προσπάθεια έστω και περιορισμένης «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης», ελεγχόμενη αποδοχή προσφύγων και μεταναστών στο όνομα των «δυτικών αξιών»).

Από την άλλη συνεκτική αντιπρόταση δεν υπάρχει με όρους πρότασης διακυβέρνησης παρά μόνο παρεμβάσεις για «διόρθωση» αυτού του μίγματος, π.χ. σε αντιπροσφυγική κατεύθυνση, οι οποίες με τη σειρά τους δεν αποδεικνύονται αποτελεσματικές.

Για παράδειγμα παρ’ όλη την επένδυση, ακόμη και με όρους εσωκομματικού αντάρτικου, του ηγέτη της CSU και ομοσπονδιακού υπουργού Εσωτερικών Ζέεχοφερ σε μια πιο «δεξιά» πολιτική στο μεταναστευτικό, το κόμμα του δεν απέφυγε την κατακόρυφη πτώση.

Όμως, όλα αυτά διαμορφώνουν και ένα «κενό εξουσίας» στην Ευρώπη. Παρότι έχει γραφτεί πολλές φορές ότι η Γερμανία είναι κυρίαρχη αλλά όχι απαραίτητα «ηγεμονική», εφόσον δεν θέλει να αναλάβει το κόστος της ηγεσίας, μέσα στην τωρινή αρχιτεκτονική της Ευρώπης μια Γερμανία σε αμηχανία ρίχνει βαριά σκιά σε όλους τους μηχανισμούς της ολοκλήρωσης.

Σε αυτό συντείνουν και μερικές τάσεις ακόμη. Η αμφισβήτηση του «ευρωπαϊκού κεκτημένου» από χώρες της διευρυνσης όπως η Πολωνία, η Ουγγαρία και πιο πρόσφατα η Ρουμανία ως προς ζητήματα δημοκρατίας, το προηγούμενο που άφησε το μονομερές κλείσιμο του Βαλκανικού διαδρόμου για τους πρόσφυγες, η δημοσιονομική ανυπακοή της Ιταλίας, αναδεικνύουν μια Ευρώπη πολύ πιο αντιφατική και χωρίς σαφή κυρίαρχη γραμμή.

Την ίδια στιγμή εναλλακτικός πόλος απέναντι στη Γερμανία αλλά και ηγετική μορφή απέναντι στη Μέρκελ δεν υπάρχει. Ο Εμανουέλ Μακρόν, παρά την εμφανή του φιλοδοξία να παίξει ηγετικό ρόλο στην Ευρώπη, έχει καταρχήν να αντιμετωπίσει τα εσωτερικά προβλήματα στην ίδια του την κυβέρνηση αλλά και το ανοιχτό πρόβλημα της μεγάλης δυσπιστίας της γαλλικής κοινωνίας απέναντι στις μεταρρυθμίσεις του.

Όλα αυτά μας αφορούν πολύ περισσότερο από ό,τι νομίζουμε. Σε μια περίοδο όπου είναι πιθανό η παγκόσμια οικονομία να βρεθεί μέσα στην επόμενη διετία σε μεγαλύτερη αναταραχή και πιθανώς και σε νέα ύφεση (πληθαίνουν οι φωνές για ενδεχόμενη παγκόσμια ύφεση το 2020), η Ευρώπη αναζητά προσανατολισμό και δεν έχει στιβαρή ηγεσία.

Αυτό, αν κρίνουμε και από το παρελθόν, θα σημαίνει πολύ μικρότερη ευελιξία, μειωμένη διάθεση αλληλεγγύης, αδυναμία ανάληψης τολμηρών πρωτοβουλιών και φυσικά ακόμη πιο πεισματική προσήλωση στους «αυτόματους πιλότους» της δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και εάν π.χ. τώρα δοθεί μια λύση για τις συντάξεις, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι με αυτά τα προβλήματα, κανείς δεν θέλει να κάνει την προεκλογική εκστρατεία για τις ευρωεκλογές με ενεργό το «ελληνικό δράμα», δεν σημαίνει ότι στην επόμενη πραγματικά δύσκολη καμπή οι εταίροι μας θα έχουν πραγματική διάθεση, ή την πολιτική ελευθερία κινήσεων, να δείξουν μεγαλύτερη αλληλεγγύη προς τη χώρα μας.

Η ενδεχόμενη κατάρρευση των διαπραγματεύσεων για το Brexit

Υποτίθεται ότι ήταν το κρίσιμο σαββατοκύριακο στο οποίο θα λύνονταν τα τεχνικά προβλήματα σε σχέση με το Brexit ώστε να συνεχίσουν και οι δύο πλευρές να βαδίζουν στην προοπτική ενός εύτακτου και συμφωνημένου ως προς τους όρους του διαζυγίου.

Όμως, οι διαπραγματεύσεις κόλλησαν για άλλη μια φορά στο κρίσιμο θέμα των συνόρων ανάμεσα στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας και την Βόρεια Ιρλανδία που ανήκει στο Ηνωμένο Βασίλειο και ειδικότερα το πώς θα υπάρχει μια εγγύηση ότι δεν θα επιστρέψουν σε ένα «σκληρό σύνορο» ακόμη και εάν δεν μπορέσει να υπάρξει μια μελλοντική εμπορική συμφωνία ανάμεσα στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Υπενθυμίζουμε ότι μια κομβική πλευρά της διαδικασίας ειρήνευσης στη Βόρεια Ιρλανδία ήταν ακριβώς η δυνατότητα εύκολης επικοινωνίας και εμπορικών συναλλαγών, στοιχείο που διευκολύνονταν από το ότι και ήταν ένα σύνορο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το να γίνει μια πιο κλειστή και αυστηρή συνοριακή γραμμή είναι κάτι που δεν το θέλει ούτε η Ιρλανδία ούτε η Βόρεια Ιρλανδία. Όμως, το τι θα γίνει εξαρτάται από την συνολική διαπραγμάτευση.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων σε επίπεδο «τεχνικών κλιμακίων» απλώς σηματοδοτεί την ανάγκη πολιτικής διαπραγμάτευσης μια που τα ζητήματα πλέον υπερβαίνουν την πραγματική πολιτική αρμοδιότητα των διαπραγματευτών και χρειάζεται να μιλήσουν οι πολιτικές ηγεσίες. Σε τελικά ανάλυση, όπως υπογραμμίζεται συχνά, η «τελευταία στιγμή» δεν έχει έρθει ακόμη και η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν  φημίζεται για την έγκαιρη ολοκλήρωση σκληρών διαπραγματεύσεων.

Όμως και πάλι αναδεικνύεται το ίδιο πρόβλημα. Μια Ευρώπη που καλείται να χειριστεί σύνθετα ζητήματα, να πάρει σημαντικές αποφάσεις, να επιδείξει τόλμη ή αποφασιστικότητα, ανάλογα με την περίπτωση, αλλά παρ’ όλα αυτά σήμερα δεν διαθέτει εκείνο το συσχετισμό και την σαφή ηγεσία που θα επέτρεπε το χειρισμό τέτοιων καταστάσεων.

Την ίδια ώρα τέτοια προβλήματα είναι αντικειμενικά ιδιαίτερα σημαντικά και δεν μπορούμε εύκολα να τα αποδώσουμε απλώς στην παραδοσιακή κωλυσιεργία των διαπραγματεύσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αποτυπώνουν ακριβώς την ίδια την κρίση στρατηγικής και προσανατολισμού.

Όμως, στην Αθήνα ασχολούνται με άλλα ζητήματα

Όμως, στην ελληνική πολιτική επικαιρότητα δεν γίνεται επί της ουσίας καμιά συζήτηση για όλα αυτά. Την ώρα που η Ευρώπη είναι σε μία καμπή και είναι σαφές ότι όλα αυτά θα κάνουν πιο δύσβατη τη διαρκή διαπραγμάτευση που συνεπάγεται η «ενισχυμένη επιτήρηση» της ελληνικής οικονομίας, η ελληνική πολιτική σκηνή ασχολείται με τις συνεντεύξεις του Πάνου Καμμένου και το εάν η Κάρπαθος είναι σαν το… Κανάβεραλ και την πρωτιά σε σταυρούς του Αντώνη Κωτσακά στην πολιτική γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ.

Ενδεικτικό και αυτό μιας συλλογικής απροθυμίας για αναμέτρηση με τις προκλήσεις της πραγματικότητας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο