Βολές κατά των άλλοτε πολιτικών προϊσταμένων του, Ευάγγελου Βενιζέλου και Γιώργου Παπακωνσταντίνου, εξαπέλυσε ο πρώην επικεφαλής του ΣΔΟΕ Ιωάννης Διώτης, στο υπόμνημά του προς τους οικονομικούς εισαγγελείς για τη μη αξιοποίηση της λεγόμενης «λίστας Λαγκάρντ».

Ο κ. Διώτης, όπως και ο προκάτοχος του στο ΣΔΟΕ Γιάννης Καπελέρης, κλήθηκαν από τους οικονομικούς εισαγγελείς ως ύποπτοι για τη διάπραξη του αδικήματος της υπεξαγωγής εγγράφου με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του νόμου περί καταχραστών του Δημοσίου- αρνείται την πράξη και χαρακτηρίζει «νόμω και ουσία αβάσιμη» την κατηγορία.

Εξιστορώντας την παράδοση σε αυτόν της επίμαχης λίστας, ο κ. Διώτης επαναλαμβάνει στο υπόμνημά του ότι του απεστάλη από τέλη Ιουνίου 2011 από τον τότε υπουργό Οικονομικών Γιώργο Παπακωνσταντίνου, με τη μορφή USB, ατύπως και χωρίς κανένα διαβιβαστικό και χωρίς να συνοδεύεται από οποιαδήποτε εντολή περί χειρισμού.

Χαρακτηρίζει μάλιστα «ασυνήθη για έναν υπουργό τον τρόπο παράδοσης» του εν λόγω υλικού, γεγονός που, όπως είπε, εδραίωσε την πεποίθησή του ότι το αντικείμενο αποτελούσε το υποκλαπέν υλικό του τότε ποινικά διωκόμενου πρώην υπαλλήλου της HSBC Ερβέ Φαλτσιάνι.

Ο κ. Διώτης αναφέρει ότι άνοιξε το αρχείο και είδε ότι περιείχε «ελληνικά ονόματα φυσικών προσώπων και επωνυμίες εταιριών, όπως επίσης και διάφορα ποσά σε δολάρια, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε μνεία σχετικά με την προέλευση των ποσών» και τονίζει ότι οι πληροφορίες αυτές αφορούσαν παλαιότερες εγγραφές «δηλαδή σε χρονικό διάστημα πολύ πριν από την περιέλευση της χώρας σε οικονομική δυσπραγία» και επομένως δεν επρόκειτο για εξαγωγές κεφαλαίων που σχετίζονταν με κίνδυνο χρεοκοπίας της χώρας.

Ο κληθείς σε εξηγήσεις πρώην επικεφαλής του ΣΔΟΕ επαναλαμβάνει επίσης την άποψή του ότι το επίμαχο υλικό ήταν προϊόν υποκλοπής και παραβίασης προσωπικών δεδομένων και ότι δεν είχε λόγο να ασχοληθεί με αυτό καθώς ήδη ερευνούσε στοιχεία που είχαν τεθεί υπόψη του ΣΔΟΕ με νόμιμο τρόπο.

Αναφέρει επίσης ότι αποφάσισε να ενημερώσει σχετικά τον τότε νέο υπουργό Ευάγγελο Βενιζέλο «ώστε να λάβω από αυτόν εντολές περί του πρακτέου».

Κατά την αφήγηση του κ. Διώτη, όταν στα τέλη Ιουλίου ή αρχές Αυγούστου του 2011 συνάντησε τον κ. Βενιζέλο στην Βουλή, του παρέδωσε το USB συνοδευμένο από εκτύπωση μερικών σελίδων, του είπε πώς είχε περιέλθει στην κατοχή του και του επισήμανε ότι, βάσει τροποποιητικής διάταξης του 2008, απαγορεύεται να λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία αποδεικτικά που αποκτήθηκαν με αξιόποινες πράξεις.

«Ο υπουργός -συνεχίζει ο κ. Διώτης- συμφώνησε με την άποψή μου, κράτησε το USB, δεν μου έδωσε οποιαδήποτε εντολή σχετικά με αυτό (στην περίπτωση αυτή άλλωστε δεν θα το κρατούσε) και έκτοτε δεν έγινε ποτέ άλλοτε λόγος για το συγκεκριμένο αντικείμενο ούτε κάποια ενέργεια μέχρι την αποχώρηση μου από το ΣΔΟΕ».
Όπως τονίζει ο κ. Διώτης, ο κ. Βενιζέλος του είχε δώσει εντολή τον Οκτώβριο του 2011 να διενεργήσει το ΣΔΟΕ φορολογικό έλεγχο σε 750 πρόσωπα σχετικά με εξαγωγή ποσών το 2009, ενώ αργότερα ο υπουργός του έδωσε εντολή για έλεγχο 743 φυσικών προσώπων που είχαν κάνει εμβάσματα άνω των 100.000 ευρώ στο εξωτερικό το 2010.

Ο κ. Διώτης επισημαίνει ότι ο «κ. Βενιζέλος ισχυρίζεται τώρα δημόσια ότι ως υπουργός δεν έδινε ποτέ εντολές για το χειρισμό συγκεκριμένων υποθέσεων, αλλά μόνο “γενικές κατευθυντήριες οδηγίες”».

Στο υπόμνημά του ο κ. Διώτης σχολιάζει την κατάθεση του κ. Βενιζέλου που υποστηρίζει ότι αποδέχθηκε τη νομική προσέγγιση του τότε επικεφαλής του ΣΔΟΕ αλλά αντιφάσκει όταν αναφέρει πως, αν είχε περιέλθει πρώτα στον ίδιο ως υπουργό το υλικό, θα το παρέδιδε στο ΣΔΟΕ προς αξιολόγηση και αξιοποίηση.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Διώτης: «Γιατί ο υπουργός δέχθηκε το USB όταν του το παρέδωσα; Γιατί δεν μου το επέστρεψε με την εντολή να το χειριστώ “ως πηγή ανεπίσημων πληροφοριών”;».

Μάλιστα ο κ. Διώτης, αφού στηλιτεύει τον τρόπο που του παραδόθηκε η επίμαχη λίστα, αναφέρει ότι ο ίδιος δεν πιστεύει ότι η νομιμότητα «δεν ισχύει α λα καρτ» και εκφράζει τη λύπη του γιατί διαπίστωσε ότι ακόμη και σε παράγοντες της Πολιτείας υφέρπει η βεβαιότητα πως το ΣΔΟΕ και ο επικεφαλής του θα έπρεπε με εμφανή τρόπο να τηρήσουν το νόμο και με αφανή να τον παραβούν διεξάγοντας έρευνες βάσει του παράνομου αποδεικτικού υλικού.

«Είναι χαρακτηριστικό» -αναφέρεται στο υπόμνημα- «ότι κατά την ακρόασή μου στην Ειδική Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, ο βουλευτής κ. Α.Κακλαμάνης μου επεσήμανε κατά τρόπον που δεν θα ήθελα να χαρακτηρίσω, ότι δεν ήτο “ανάγκη να διακορεύσω την παρθένο αλλά οπωσδήποτε να επιχειρήσω ένα φλερτ”».

Τέλος, απευθυνόμενος προς τους συναδέλφους του, εισαγγελείς Οικονομικού Εγκλήματος, ο κ. Διώτης αναφέρει μεταξύ άλλων: «Αισθάνομαι, ενόψει της εκ μέρους σας μάλλον εντυπωσιοθηρικής διατυπώσεως των κατηγοριών που με αφορούν, ότι δεν καλούμαι να απαντήσω στον φυσικό μου δικαστή, αλλά μάλλον σε όσους δημιουργούν και διακινούν εντυπώσεις ή “βγάζουν το ψωμί τους” από αυτές.

»Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι την κλήση μου προς παροχή εξηγήσεων, όπως επίσης και το περιεχόμενο του εγγράφου στο οποίο αναφέρονται οι συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις για τις οποίες θα έδινα εξηγήσεις, την πληροφορήθηκα από τα ΜΜΕ μία ολόκληρη μέρα πριν από την επίδοσή της, το δε έγγραφο όταν παρουσιάστηκα ενώπιόν σας».

Και ο πρώην επικεφαλής του ΣΔΟΕ κ. Ιω. Καπελέρης δήλωσε ότι δεν πήρε καμία εντολή για έλεγχο των φορολογικών των προσώπων της λίστας Λαγκάρντ αφού ουδέποτε την παρέλαβε. Αντί για αυτήν, όπως είπε χαρακτηριστικά, παρέλαβε 10 ονόματα ατύπως και χωρίς επίσημα έγγραφα. «Ουδέποτε», τόνισε, «μου έδωσαν εντολή να πραγματοποιήσω οποιονδήποτε έλεγχο».

ΑΠΕ-ΜΠΕ