Οι Arcade Fire είναι μια μουσική κολεκτίβα από το Μόντρεαλ του Καναδά, μιας χώρας που τα τελευταία χρόνια έχει δώσει σημαντικά σύνολα στο χώρο του rock και του post-rock όπως οι Godspeed You Black Emperor!, οι A Silver Mt. Zion και οι Constantines. Ιδρύθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 2000 από τον Win Butler (ο […]
Οι Arcade Fire είναι μια μουσική κολεκτίβα από το Μόντρεαλ του Καναδά, μιας χώρας που τα τελευταία χρόνια έχει δώσει σημαντικά σύνολα στο χώρο του rock και του post-rock όπως οι Godspeed You Black Emperor!, οι A Silver Mt. Zion και οι Constantines. Ιδρύθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 2000 από τον Win Butler (ο φρόντμαν του γκρουπ, με επιβλητική φυσική και καλλιτεχνική παρουσία) και τη Regine Chassagne (με προϋπηρεσία σε σύνολα μεσαιωνικής μουσικής και έφεση στο jazz τραγούδι και στο χορό). Μάλιστα, το ζευγάρι στις αρχές του 2004 ενώθηκε με τα δεσμά του γάμου. Μέλη του γκρουπ είναι επίσης οι Richard Parry (κίμπορντς), Timothy Kingsbury (μπάσο) και William Butler (σινθεσάιζερ, κρουστά), ενώ στο στούντιο συνεργάζονται με τον ντράμερ Howard Bilerman και με μια μεγάλη ομάδα ερμηνευτών εγχόρδων. Στις περιοδείες τούς συνοδεύει συνήθως μόνο η Sarah Neufeld, που έχει τη φήμη ότι μπορεί με το βιολί της και μόνο να επιτύχει ένα ηχητικό αποτέλεσμα ανάλογο με εκείνο ενός ολόκληρου συνόλου. Πρώτο δισκογραφικό τους βήμα ήταν ένα επώνυμο EP που κυκλοφόρησε το 2003. Το «Funeral» είναι το ντεμπούτο άλμπουμ τους και φιλοξενεί δέκα νέα τραγούδια τους. Ηχογραφήθηκε στο Hotel2Tango, ένα αναλογικό στούντιο στο πρώην ιουδαϊκό γκέτο του Μόντρεαλ. Ως βασικά χαρακτηριστικά του εναλλακτικού rock ήχου των Arcade Fire θα επισημαίναμε μια μεγάλη ποικιλία από αξιόλογες συνθετικές ιδέες, εναλλαγές διάθεσης και αισθητικές μεταπτώσεις, καθώς επίσης την πυκνότητα του ήχου τους -αποτέλεσμα των προσεγμένων ενορχηστρώσεων που πολλές φορές αξιοποιούν, εκτός από τα ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά όργανα, χορωδιακά φωνητικά, ποικιλία εγχόρδων (βιολιά, τσέλο, βιόλα)- αλλά και την έντονη συναισθηματική φόρτιση των τραγουδιών σε ένα ευρύ φάσμα: από το ρομαντισμό, τη νοσταλγία και την ονειροπόληση μέχρι τη μελαγχολία και την απογοήτευση. Θεατρικότητα, πάθος, γόνιμη πολυπλοκότητα, ελεγχόμενη παράνοια και άφθονη ενέργεια αθροίζονται σε μια σπάνια, εναλλακτική μορφή ηχητικής ομορφιάς, που παντρεύει τη σκοτεινιά των folk τραγουδιών με την ένταση και την ταραχή του indie-rock. Ο Joe Levy περιέγραψε στο Village Voice το «Funeral» ως ένα άλμπουμ που είναι «δύσκολο ως άκουσμα στην αρχή, αλλά δύσκολο να σταματήσεις να το ακούς στη συνέχεια». Με το άλμπουμ αυτό οι Arcade Fire ιδρύουν ένα νέο ανεξάρτητο ηχητικό κρατίδιο, που συνορεύει με τους μουσικούς τόπους των Belle And Sebastian, των House Of Love, των Grant Lee Buffalo, των This Mortal Coil. Αξίζει να το συμπεριλάβετε στις περιηγήσεις που σχεδιάζετε για το άμεσο μέλλον.