Λέξεις ομόηχες, αλλά με εντελώς διαφορετικό σημασιολογικό περιεχόμενο, τα επίθετα σατυρικός και σατιρικός προκαλούν πολύ συχνά δυσκολίες στη χρήση τους, καθώς δεν είναι λίγοι εκείνοι που αδυνατούν να αντιληφθούν πλήρως τη μεταξύ τους διαφορά.

Το επίθετο σατυρικός σχετίζεται με τους Σατύρους της ελληνικής μυθολογίας, τους τραγοπόδαρους και κερασφόρους συντρόφους-ακολούθους του Διονύσου (θεού του κρασιού, του γλεντιού και της γονιμότητας), που κατοικούσαν στα δάση και ήταν επιρρεπείς στις σαρκικές ηδονές και τις ερωτικές πράξεις.

Ως προσηγορικό, η λέξη σάτυρος δήλωνε ήδη από την αρχαιότητα το λάγνο, ασελγή και ακόλαστο άνθρωπο, εκείνον που κατευθυνόταν από τα ζωώδη ένστικτα των Σατύρων.

Στο αποκαλούμενο σατυρικό δράμα, ένα από τα τρία είδη του αρχαίου ελληνικού δράματος (τα άλλα δύο ήταν η τραγωδία και η κωμωδία), το χορό αποτελούσαν ηθοποιοί μεταμφιεσμένοι σε Σατύρους. Ιδιαίτερα γνωρίσματα του σατυρικού δράματος, το οποίο αποσκοπούσε στην ανακούφιση των θεατών από τις ισχυρές συγκινήσεις που είχαν δοκιμάσει κατά την παράσταση των τραγωδιών, ήταν το εύθυμο ύφος, η παρωδία μυθολογικών θεμάτων και το αίσιο τέλος.

Το επίθετο σατιρικός, από την άλλη πλευρά, έχει σχέση με τη γνωστή σε όλους σάτιρα, μια έννοια ευρέως διαδεδομένη και συχνά-πυκνά παρερμηνευμένη.

Η λέξη σάτιρα, που σημαίνει διακωμώδηση, σκωπτική, ειρωνική ή χλευαστική κριτική, προέρχεται από τη λατινική λέξη satira (satura), ποιητικό είδος της λατινικής λογοτεχνίας με σκωπτικό περιεχόμενο.

Η σάτιρα αποτελεί έμμετρο ή πεζό λογοτεχνικό είδος, με το οποίο ασκείται κριτική, με σκωπτικό τρόπο και δηκτικό λόγο, σε πρόσωπα και καταστάσεις μιας κοινωνίας, στη φαυλότητα και τη γελοιότητα μιας εποχής, στα ήθη του ιδιωτικού ή του δημόσιου βίου.

Τούτων δοθέντων, κάνουμε λόγο για σατιρικούς συγγραφείς, σατιρικούς στίχους, σατιρικό ποίημα, σατιρικό έργο, σατιρική διάθεση κ.λπ., ή λέμε ότι οι επιθεωρήσεις, τα σκίτσα, οι γελοιογραφίες έχουν σατιρικό χαρακτήρα.