Στην πρώιμη περίοδο του Πινδάρου τα λατρευτικά ποιήματα ήταν, κατά τα φαινόμενα, πιο πολλά, κι επειδή αυτά χάθηκαν στη συντριπτική πλειονότητά τους, δεν ξέρουμε αρκετά για τη δημιουργία του σε αυτά τα χρόνια.

Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι περί το 490 π.Χ. συνέθεσε έναν παιάνα για τη γιορτή των Θεοξενίων στους Δελφούς, στον οποίον έπλεξε το εγκώμιο της Αίγινας —επικίνδυνης αντιζήλου της Αθήνας, πολιτικά δεμένης με τη Θήβα— και τραγούδησε για τον Νεοπτόλεμο, απόγονο του αιγινήτη ήρωα Αιακού.

Την ίδια εποχή ο Πίνδαρος υμνεί με τον 6ο και το 12ο Πυθιόνικο δύο άνδρες από τον Ακράγαντα της Σικελίας, τον Θρασύβουλο, ανιψιό του τυράννου Θήρωνα, και τον αυλητή Μίδα.

Η πατρίδα του Πινδάρου, η Θήβα, βρέθηκε σε κρίσιμη καμπή μετά την έναρξη των Περσικών Πολέμων, καθώς υπήρξε μια από τις ελληνικές πόλεις που μήδισαν κατά την εκστρατεία του Ξέρξη εναντίον των Ελλήνων. Ο κίνδυνος εξολόθρευσής της από τους έλληνες νικητές αποσοβήθηκε μόνο μετά την παράδοση των σπουδαιότερων φίλων των Περσών.

Ο Πίνδαρος, που είχε σχέσεις με την περσόφιλη αριστοκρατία της πόλης του και ύμνησε επανειλημμένα διάφορα μέλη από εκείνες τις γενιές που είχαν συνεργαστεί με τους Πέρσες, επιχείρησε, στα χρόνια που ακολούθησαν τη νίκη των Ελλήνων, να εξιλεωθεί για το πολιτικό λάθος του αναπτύσσοντας ιδιαίτερες σχέσεις με την Αίγινα και αναζητώντας την υποστήριξη των Αιγινητών.

Πίνδαρος, ο ιεροπρεπής ποιητής του Ωραίου (Μέρος Α’)

Πίνδαρος, ο ιεροπρεπής ποιητής του Ωραίου (Μέρος Β’)