
«Το κιβώτιο»: Αναγνώριση βουβή, αγάπη αμετάδοτη
Λέξεις που έσταζαν αβάσταχτο αίμα
Επιτρέψτε μου τον πληθυντικό. Δυσκολεύομαι μαζί σας, γι’ αυτό. Μπορεί και να ντρέπομαι που σας αγάπησα έτσι, εσάς, έναν άντρα καμωμένο μόνο από λέξεις. Τυπικές, ψυχρές — την ίδια ώρα πορφυρές και τραγικές· λέξεις κλειδωμένες και άδειες. Αναμφίβολα δικές σας. Κατά κάποιον τρόπο υπήρξαν και δικές μου, δεν έσταζαν όμως εκείνο το αβάσταχτο αίμα. Πειράζει αν σας το πω; Περίεργο μου φαίνεται, εκείνες να αιμορραγούν, και όμως σε ολόκληρο βιβλίο (293 πυκνές σελίδες, που τις πρωτοδιάβασα όταν βγήκε το βιβλίο, πάνε κοντά τριάντα χρόνια) να μην αποκαλύπτουν τη μορφή σας. Ούτε πρόσωπο ούτε σώμα ούτε καν το όνομα ή έστω το ψευδώνυμό σας. Δεν φταίει ο νευρωτικός, ο γεμάτος αντιφάσεις και εκδοχές μονόλογός σας, ο πανικόβλητος εκείνος χαμαιλεοντισμός, με άλλα λόγια οι απανωτές αναφορές σας, επί δύο σχεδόν μήνες, προς τον σύντροφο ανακριτή, τον ανώνυμο και ανεικόνιστο στο μυθιστόρημα ακριβώς όπως κι εσείς. Κάλλιστα θα μπορούσατε, μονολογώντας, να κοιταχτείτε σ’ ένα φτηνό καθρεφτάκι τσέπης ή, αν δεν είχατε μια τέτοια πολυτέλεια, στα μάτια ενός διπλανού σας. Να αναφερθείτε ακόμη από μνήμης στη μορφή σας, αφού έτσι κι αλλιώς περιγράφοντας τον λαβύρινθο της διαδρομής σας ανασύρατε κάποιες παλιές σας ιστορίες. Προφανώς η βούληση του συγγραφέα, και δημιουργού σας, ήταν να μείνετε εσαεί ένας άνθρωπος χωρίς πρόσωπο, χωρίς σώμα, χωρίς όνομα. Ένας άγνωστος.
«Και γι’ αυτό γνωστός μου» — πολλές φορές το αποφάσισα δίχως, νομίζω, να απιστώ στο πνεύμα, στον εξαίσιο εφιάλτη μάλλον του βιβλίου. Θέλω να πω ότι και σήμερα ακόμη εξακολουθώ να σας συναντώ στον δρόμο, σε καφενεία, σε μεγάλα καταστήματα, στα διάφορα ταξίδια, στα συλλαλητήρια που πρόσφατα έχω ξαναρχίσει να πηγαίνω. Τέλος πάντων, σε διάφορα μέρη. Πάντοτε μόνος σας, άντε καμιά φορά με κάποιον άλλο συνομήλικό σας, ουδέποτε με γυναικεία συντροφιά. Όχι πάντως με τους άντρες της ομάδας σας που σχεδόν όλοι τους είχανε πάρει ονόματα αρχαίων ηρώων ως ψευδώνυμα· τους έτσι κι αλλιώς χαμένους από βίαιους, άδοξους κι άδικους θανάτους στο βάθος όχι βέβαια ενός αρχαίου, αλλά του δικού μας χρόνου. Στο βάθος της δικής μας μυθολογίας εννοώ.
«ΤΟ ΒΗΜΑ», 27.7.2003, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»
Παλιότερα σας συναντούσα, είναι αλήθεια, πιο συχνά, μα με το πέρασμα του χρόνου τείνετε να γίνετε κι εσείς ένα είδος υπό εξαφάνισιν, ενώ πριν από μισό μόλις αιώνα ήσασταν για κάποιους —τι αθλιότητα!— ένα είδος προς εξαφάνισιν. Δεν είστε «είδος» φυσικά. Γερνάτε, το βλέπω. Κάτασπρα τα μαλλιά που είχαν κοράκου χρώμα, άλλαξε το στεγνό μα δυνατό σας σώμα, θάμπωσε το φως σ’ εκείνα τα αετίσια μάτια. Αν με ρωτούσατε, μα καλά, πώς γίνεται να ξέρω ότι πάνω-κάτω έτσι ήταν η μορφή σας, θα σας απαντούσα διφορούμενα ότι έχω μάθει να διαβάζω πίσω από τις λέξεις. Προσπαθώ και πίσω από τη σιωπή. Ή, ότι δεν έχει τόση σημασία η μορφή σας. Αν σας σκέφτομαι με στερεότυπα, μου το επιτρέπει, αν δεν μου το επιβάλλει κιόλας, το μυθιστόρημα όπου πρωταγωνιστείτε. Ξέρετε, χαίρομαι γι’ αυτό, ότι δεν είστε ένας, μα πολλοί (να ’ναι ένας πρόσθετος λόγος που σας απευθύνομαι στον πληθυντικό;).
Το ουσιώδες είναι ότι επιζήσατε. Δεν μου «πολυπηγαίνατε», επιτρέψτε μου να πω, σαν χαρακτήρας όσο διάβαζα το βιβλίο, ακόμη και αν η απειλή μιας επικείμενης θανατικής σας καταδίκης, και μάλιστα από τους «δικούς σας», σας είχε κάνει έτσι· αυτό είναι βέβαια κατανοητό. Από τα βάθη της καρδιάς μου όμως θέλω να ελπίζω ότι επιζήσατε από την ομάδα εκείνων των κατατρεγμένων. Είναι άλλωστε σαφές: αμελήσατε να έχετε μαζί σας στην τελευταία σελίδα του βιβλίου το κυάνιό σας, το δηλητήριο που ήταν πολύτιμο όσο και η τελευταία σφαίρα για τον στρατιώτη, εσείς ο κατ’ εξοχήν τυπολάτρης, ο υπάκουος στις κάθε είδους διαταγές (κι είναι, νομίζω, τούτη η αμέλεια η πιο σημαντική από τις δυο τρεις μικροεπαναστάσεις σας μέσα στις σελίδες). Ή μήπως όλοι αγαπάμε με παρόμοιο πάθος τη δική του τη ζωή;
Η μορφή του ήρωα του «Κιβωτίου» διά χειρός του ζωγράφου Αχιλλέα Χρηστίδη
Πάντως βαδίσατε από τη στερνή αναφορά σας τον Νοέμβριο του ’49 όλο τον δρόμο ως το καλοκαίρι του 2003 κάνοντας μια διαδρομή τραχιά και απίστευτη (αναδουλειές, τραβήγματα, εξορία στη δικτατορία), σχεδόν όσο κι αυτή που αφηγείστε στο βιβλίο. Τώρα, αντί να ’χετε το όπλο στο χέρι, σπρώχνετε το καρότσι ενός σουπερμάρκετ ή κρατάτε διπλωμένη την εφημερίδα έτσι που να μη διακρίνεται ούτε σήμερα ο τίτλος της· αντί για το μυστηριώδες σας κιβώτιο κουβαλάτε μια παλιομοδίτικη βαλίτσα — θα σας χρειαζόταν ένα καινούργιο μάλλον μυθιστόρημα για να φανεί αν είναι άδεια ή γεμάτη· αντί για ένα καταταλαιπωρημένο άλογο και το κάρο, μετακινείστε με το λεωφορείο της γραμμής, ή με το άνω των είκοσι πέντε χρόνων σαραβαλάκι σας. Σας σέβομαι και σας εκτιμώ για το ότι δεν πλουτίσατε, για το ότι έχετε μια μετρημένη και αξιοπρεπή ζωή, αλλά μπορεί και να ’ναι καθαρή βλακεία δική μου το ότι σας τοποθετώ μόνον ανάμεσα στους λαϊκούς λεγόμενους ανθρώπους. Στους ανώνυμους, τους άγνωστους του πλήθους. Εκεί, όπου κι εγώ ανήκω.
Κάτι πάνω σας ανάβει το λαμπάκι. «Ούτος εκείνος», συγκινούμαι. Το αισθάνεστε, υγραίνεται ανεπαίσθητα το βλέμμα. Αφήνεστε να σας τυλίξει μια στιγμή η αύρα άλλων εποχών, η κόλαση εκείνων των ελληνικών χωριών, των ανοιχτών και μακρινών τοπίων, η παράνοια των κλειστών χώρων, όπου είχατε βρεθεί. Όλα τα πρόσωπα που υπήρξαν γύρω σας με σάρκα και οστά, ακόμη και η Ρένα, η γυναίκα σας με το κομμένο μπράτσο, ή ο Νικήτας, ο χτυπημένος από το δικό σας βόλι στην καρδιά τότε που ήσασταν στο εκτελεστικό του απόσπασμα — όπως τελικά παραδεχτήκατε, κι αν βέβαια δεχτούμε αυτή την εκδοχή. Κάποιοι, θαρρώ, λυγμοί κρυμμένοι πίσω από το γρατζούνισμα της πέννας.
Τραβάτε απότομα τα μάτια, προχωράτε. «Και τι μπορεί να καταλάβει τούτη η άγνωστη γυναίκα» σκέφτεστε. Κι έχετε δίκιο. Σχεδόν τίποτα. Αλλά θα σας ρωτούσα, αν μου το επιτρέπατε, ή αν δεν είχατε απομακρυνθεί λιγάκι σαν κυνηγημένος, τι πάει να πει «καταλαβαίνω» κάτι, κάποιον. Ξέρω (όσο μπορώ να ξέρω) ότι βγαίνετε μέσα από το βιβλίο με τον πιο κλειστό μονόλογο που έχω διαβάσει. Μονόλογο που, όπως ήδη είπα, δεν εδράζεται μόνο στο ότι αναφέρεστε σε πρώτο πρόσωπο ιστορώντας ψέματα κι αλήθειες, στο ότι τα δυο κύρια πρόσωπα —εσείς κι ο παραλήπτης (ο ανακριτής στο βιβλίο, ο αναγνώστης στην πράξη)— δεν έχουν ταυτότητα. Εδράζεται στην πλήρη ταύτιση γλώσσας και θέματος. Αυτή κατά βάθος είναι η «βούληση» του συγγραφέα. Αυτή, προσθέτω, είναι πάνω απ’ όλα η μαστοριά του. Αυτή και η αιτία της επιβίωσής σας. Ναι μεν να ειπωθούν με πρωτοφανές θάρρος «τα πάντα», αλλά και να παραμείνουν αμετάδοτα. Θα το γνώριζε ο συγγραφέας: Τίποτε δεν μεταβιβάζεται χωρίς απώλειες στον γραπτό λόγο. Το κενό καλύπτεται από τη φαντασία. Ό,τι χάνεται, ανήκει στην ατομική συνείδηση. Ό,τι προστίθεται, ανήκει στη συλλογική συνείδηση. Και το ζητούμενο είναι πάντα το ανθρώπινο.
Ερμηνείες, θα μπορούσατε να πείτε. Θράσος των αναγνωστών, λόγια των επιγόνων. Σε τίποτε δεν θα σας εναντιωθώ, σεβόμενη το «τότε» και το «τώρα» σας. Σεβόμενη κυρίως τις αναφορές σας, όπου το κάθε γεγονός και ο τρόπος που το αφηγείστε φτιάχνουν μια βόμβα επικίνδυνη να εκραγεί στα χέρια των παιδιών. Γιατί το βλέπετε, καθώς μου ρίχνετε ένα τελευταίο βλέμμα από το κρύσταλλο της τζαμαρίας που έκλεισε πίσω σας αθόρυβα, από το ανεβασμένο τζάμι στο παράθυρο του αρχαίου σας αυτοκινήτου ή του κλιματιζόμενου λεωφορείου κάποιας υπεραστικής γραμμής. Θα μπορούσα να είμαι και παιδί σας, αφού γεννήθηκα λίγο πριν από την τελευταία ημερομηνία των αναφορών σας. Το παιδί που ποτέ δεν αποκτήσατε — αλλά, προς Θεού, εμείς οι δύο δεν θα γίνουμε ξαφνικά ήρωες δακρύβρεχτου ρομάντζου. Ας αναγνωριζόμαστε βουβά. Ας αγαπιόμαστε αμετάδοτα.
*Έξοχο κείμενο της Ρέας Γαλανάκη για το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου, τη μνήμη του οποίου τιμήσαμε νωρίτερα σήμερα. Είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Κυριακή 27 Ιουλίου 2003, υπό τον τίτλο «Ένας άντρας καμωμένος από λέξεις».
Η Ρέα Γαλανάκη
Η πολλάκις βραβευθείσα (μεταξύ άλλων, με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για τη συνολική προσφορά της στη λογοτεχνία) συγγραφέας Ρέα Γαλανάκη γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1947.
Στο διαδικτυακό τόπο του «Κέδρου», που εξέδωσε πρώτη φορά το «Κιβώτιο» το 1975, διαβάζουμε τα ακόλουθα:
Ο Αλεξάνδρου άρχισε να δουλεύει το μοναδικό του μυθιστόρημα το 1966· χρειάστηκε περίπου εφτά χρόνια σκληρής δουλειάς για να το ολοκληρώσει, με την ηθική και συναισθηματική υποστήριξη του στενού του φίλου Γιάννη Ρίτσου. Στην αλληλογραφία του με τον Ρίτσο, ο Αλεξάνδρου σημειώνει: «Γιάννη μου, καλέ μου, αγαπημένε μου, πολύ με συγχωρείς που άργησα τόσες μέρες να σου απαντήσω, δεν έχω καμιά δικαιολογία και, το χειρότερο, και τώρα ακόμα δεν ξέρω τι να πω (δίχως τις παροτρύνσεις σου Το κιβώτιο δεν θάτανε ακόμα γραμμένο, το διάβασες, το βρήκες έξοχο, μου έδωσες την άδεια να το πω σε όποιον θέλω, και από πάνω μου λες και ευχαριστώ)».
Το κιβώτιο σε πρώτο στρώμα φαίνεται να περιγράφει την επικίνδυνη περιπέτεια μιας σαρανταμελούς ομάδας επίλεκτων αγωνιστών να μεταφέρουν από την πόλη Α στην πόλη Β ένα κιβώτιο αγνώστων στοιχείων, από το περιεχόμενο του οποίου θα κριθεί η έκβαση της αποστολής. Το κιβώτιο φτάνει στον προορισμό του με μοναδικό επιζώντα τον ανώνυμο αφηγητή, που είναι και ο μοναδικός μάρτυρας διεκπεραίωσης της επιχείρησης. Συνεπώς τίθεται από την αρχή θέμα αξιοπιστίας του, που δεν την προστατεύει το πλούσιο αγωνιστικό του παρελθόν. Έτσι υποχρεώνεται να απολογείται με επιστολές του απέναντι σε έναν ανακριτή που τον βλέπει μια φορά, και ο οποίος τελικά παραμένει άγνωστος και αγνώστων προθέσεων. Η κρίσιμη και αποφασιστική για το σύστημα «αλήθεια» παραμένει αίνιγμα και ο παραλήπτης της αλήθειας απροσδιόριστος.
Ο Άρης Αλεξάνδρου
Ωστόσο, η υπόθεση είναι πειστική, είναι αληθοφανής και το ενδιαφέρον της συνεχώς αυξάνει. Τα γεγονότα συμβαίνουν απέναντι σε μια υπαρκτή κατάσταση που παρουσιάζει τα συμπτώματα ενός αμείλικτου μηχανισμού, με τις δυνάμεις του σε πλήρη ετοιμότητα, συντηρώντας τις ασθένειές του στην πιο αποτρόπαιη μορφή.
Είναι εμφανές ότι Το κιβώτιο έχει γραφτεί από έναν συγγραφέα τον οποίον, πέρα από τους πολιτικούς αγώνες, έχουν σημαδέψει η εμπειρία και τα διδάγματα του λογοτεχνικού μοντερνισμού. Η συνειδησιακή ροή είναι το αφηγηματικό μέσο που επιλέγει ο Αλεξάνδρου προκειμένου να αποδώσει τη σταδιακή ψυχολογική κατάρρευση του ήρωα του μυθιστορήματος στη διάρκεια της ανάκρισής του. Η στίξη του Αλεξάνδρου ακολουθεί το κλιμακούμενο παραλήρημά του. Αποκορύφωμα το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, στο οποίο η αφήγηση δίνεται με μια ανάσα· χωρίς να παρεμβάλλονται τελείες, η κατάθεση ψυχής του κρατούμενου καταλήγει σε ένα ερωτηματικό απόγνωσης.
- ΗΠΑ – Τουρκία: Πρωτοβουλία στο Κογκρέσο για να μπλοκαριστεί η πώληση κινητήρων για τα τουρκικά μαχητικά KAAN
- ΗΠΑ: Μέρος της σκηνής κατέρρευσε κατά την διάρκεια προβών για την γιορτή της 4ης Ιουλίου [βίντεο]
- «Βόμβα» από την αδερφή του Κριστιάνο Ρονάλντο: Σταματά από την Εθνική μετά το Μουντιάλ (vid)
- LIVE: Πορτογαλία – Κροατία
- Από το Λαύριο τα δρομολόγια της SEAJETS λόγω της απεργίας στη Ραφήνα
- Οι ενδεκάδες του Πορτογαλία – Κροατία: Μέσα Ρονάλντο – Μόντριτς, γράφει Ιστορία ο CR7 (pics)

