Λίγους ανθρώπους μπορεί κανείς να τους θυμάται για τόσα πολλά όπως τον Γιώργο Σαββίδη· αν από όλα αυτά φανεί πιο κάτω να ξεμυτίζει κάπως πρόωρος ο σκωπτικός του οίστρος, δεν είναι μόνο επειδή τον είχε και ο ίδιος εύκολον όταν ήταν να ξαλαφρώσει βαριές στιγμές, αλλά και επειδή, εξαιτίας μιας τέτοιας ακριβώς στιγμής, σχετίζεται με τούτα τα γραφόμενα. Όταν λοιπόν πριν από μερικά χρόνια μάς είχε αφήσει ο Παύλος Ζάννας, ζήτησα από τον Γιώργο Σαββίδη να γράψει για Το Βήμα κάτι για τον μεταστάντα. Το σκέφτηκε λίγο, και ύστερα, με τον τόνο που συνήθιζε όταν ετοιμαζόταν να πάρει φαλάγγι τους δαίμονες, μου είπε: «Με έναν όρο: αν μου υποσχεθείς ότι, σαν έρθει η ώρα, για μένα θα γράψεις εσύ».
Μόνο και μόνο για να συνεχίσω το αποτροπιακό καλαμπούρι, που φαινόταν να τον διασκεδάζει, δέχτηκα θέτοντας κι εγώ ισότιμον όρο: «Κι εσύ θα γράψεις για μένα» — για να εισπράξω το αποκορύφωμα αυτού του παράτολμου, ριψοκίνδυνου χιούμορ: «Θα το κάνω μετά χαράς».
Να όμως που το ξόρκι δεν μπόρεσε να αποσοβήσει τη μοχθηρή πραγματικότητα, όταν, την περασμένη Κυριακή, ο Μανόλης Σαββίδης, κληρονόμος αυτής της γλυκόπικρης φλέβας και ενήμερος για τη «συμφωνία», μου μετέδωσε από το τηλέφωνο το ασήκωτο άγγελμα με τα λόγια: «Ήρθε η ώρα να γράψεις για τον πατέρα μου».
Δύσκολη ώρα. Η οδύνη στομώνει τη σκέψη, ναρκώνει τη μνήμη, και με ανθρώπους σαν τον Γιώργο Σαββίδη, που τόσοι πολλοί τού χρωστούν τόσα πολλά, αισθάνεται κανείς το βάρος του χρέους να αβγαταίνει δυσβάσταχτα, και συστέλλεται μέσα σ’ αυτή τη θάλασσα των οφειλών να δρομολογήσει τις δικές του, τις προσωπικές· φοβάται μήπως δεν κατορθώσει να ανακαλέσει τις πιο ατίμητες, και προδώσει έτσι τη μνήμη του κεκμηκότος (σ.σ. εδώ με τη σημασία του αποθανόντος, μακαρίτη) απέναντι στη μνήμη των ζωντανών.
Αλλά ο Γιώργος Σαββίδης δεν συνήθιζε να χαρίζει δώρα λιποβαρή. Αφουγκραζόταν τις ανάγκες, και ήταν στο φυσικό του να δωρίζει το καθετί εκεί όπου θα έπιανε τόπο. Αυτή η δεξιοτεχνική αρτοκλασία πήγαζε δίχως άλλο από τον εσωτερικό του πλούτο και από τη δαψίλεια (σ.σ. αφθονία, πλούτος) των δικών του ερώτων· είναι έργο ανέφικτο η σύνταξη καταλόγου με τα όσα αγαπούσε ο Γιώργος Σαββίδης: τα βουνά και τις θάλασσες, τον καπνό και τα λικέρ, τις πόλεις και τα οικοδομήματα, τα τυπογραφικά στοιχεία, τα αρχαία μάρμαρα και τους αρχαίους ανθρώπους, τη δουλειά και τη σχόλη, την καλή παρέα, τα σημεία της στίξης, τη μουσική, τη ζωγραφική, όλες τις τέχνες, τόσα άλλα, και πάνω απ’ όλα τους ποιητές· «συναναστρέφομαι πάλι τον καλύτερο κόσμο» μου έλεγε όταν το τηλεφώνημά μου τον έβρισκε σε ώρα που είχε μπροστά του ανοιχτό ποιητικό βιβλίο, δηλαδή σχεδόν πάντοτε. Γι’ αυτό ο Γιώργος Σαββίδης υπήρξε ένας από τους ελάχιστους πνευματικούς Έλληνες που δεν ήταν σνομπ: ουδέποτε διεκδίκησε κάτι που η αγάπη και η γνώση του γι’ αυτό δεν τον καθιστούσαν δικαιούχο του αδιαφιλονίκητο.
Μερικά από τα πλούσια δώρα που κουβαλούσε ο Γιώργος Σαββίδης θα εξακολουθήσουν να τρέφουν τις γενιές των μελλούμενων φιλομαθών όπως έθρεψαν και τις ως τώρα: είναι τα έργα του, πολλά και μεστά. Πλήθος θα είναι τα γραπτά που θα μας τον θυμίζουν, και όχι μόνο αυτά που βγήκαν από την ακάματη πένα του, ή από το μηχάνημα που την είχε αντικαταστήσει τα τελευταία χρόνια.
Τα άλλα του φιλέματα, φυλαγμένα στις καρδιές όσων ευτύχησαν να τον γνωρίσουν, να τον συναναστραφούν και να συνεργαστούν μαζί του, θα στέλνουν μυστικότερα μηνύματα· αλλά κανένας μην πιστέψει ότι θα είναι ευάριθμοι (σ.σ. ολιγάριθμοι) οι τυχεροί που θα τα ψυχανεμίζονται: η γενναία κοινωνικότητα του Γιώργου Σαββίδη και η έμφυτη καταδεκτικότητά του, αυτή που τον έκανε να ρουφά το φτηνό κονιάκ που τον τρατάριζαν με την ίδια όρεξη όπως και τα πιο φίνα γαλλικά, έχουν συνάξει στρατιά ολόκληρη φίλων και μαθητών που θα τον θυμούνται — ακούγοντας Mahler, πεζοπορώντας, κολυμπώντας, καρφώνοντας με την οδοντογλυφίδα μια χοντρή πράσινη ελιά είτε στο κατάστρωμα ενός πλοίου γυρίζοντας από την Αλόννησο πριν από σαράντα χρόνια.
Μέσα της δεκαετίας του ’50, όταν πήγα για πρώτη φορά στο σπίτι του Γιώργου Σαββίδη, στην πολυκατοικία με το ρολόι, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, θυμήθηκα ότι κάπου στα έγκατά της στεγαζόταν παλιότερα η Ρυθμική Λέσχη, είδος jazz club, το πρώτο της Αθήνας, μετά τον πόλεμο τουλάχιστον. Με τον Γιώργο Σαββίδη είχαμε γνωριστεί πρόσφατα τότε, είχαμε ανταλλάξει μερικές λέξεις, αλλά ήταν η πρώτη φορά όπου βρισκόμασταν μόνοι οι δυο μας, για να μιλήσουμε για δουλειά. Με δέχτηκε με την παντοτινή του προσήνεια, κι εγώ, για να μη ριχτούμε αμέσως στα τυπογραφικά δοκίμια και για να δοθεί κάπως κοινωνικότερος τόνος στη συνάντησή μας, τον ρώτησα αν θυμόμουν σωστά για τη Ρυθμική Λέσχη. Το πρόσωπό του έλαμψε, τα δοκίμια ξεχάστηκαν και πιάσαμε συζήτηση μεγάλη γι’ αυτό το είδος μουσικής. Ήταν τότε στο φούντωμά της —και πότε δεν ήταν;— η διαμάχη για την cool και τη hot jazz. Η κουβέντα μάς έφερε στον Django Reinhardt, τον φημισμένο κιθαριστή, που αποδειχτήκαμε και οι δύο θαυμαστές του. Τα εγκωμιαστικά σχόλια ξεχύνονταν βροχηδόν και από τις δύο πλευρές, οι πληροφορίες το ίδιο, η κριτική επίσης.
Τότε βίωσα για πρώτη φορά κάτι που επέπρωτο να γίνει για μένα σήμα κατατεθέν του Γιώργου Σαββίδη από εκεί και ύστερα: ήταν η τάση του να προωθήσει το θέμα ένα βήμα πιο μπροστά, να αυξήσει λίγο τη γνώση γι’ αυτό· ήταν η ανάγκη του να διδάξει. «Στάσου να σου βάλω κάτι ν’ ακούσεις» μου είπε, σηκώθηκε, έβαλε ένα δίσκο στο πικάπ και ξανακάθησε.
Το κομμάτι με μάγεψε από τις πρώτες νότες: ήχοι κρυστάλλινοι και μετέωροι σαν να ακροβατούσαν, αλλόκοτη μουσική δωματίου που την άρδευε υπόκωφο αλλά άσφαλτο όλο το αίσθημα της jazz· δεν ξεχώριζα όμως πουθενά ούτε την κοφτή κιθάρα του Django Reinhardt ούτε το στριγγό (σ.σ. οξύ, διαπεραστικό) βιολί του Stéphane Grappelli. «Το κομμάτι λέγεται Django, είναι γραμμένο στη μνήμη του και το παίζει…» μου είπε ο Γιώργος Σαββίδης και βάλθηκε να μου εξηγεί τα καθέκαστα.
Έτσι μπήκε στη ζωή μου μια από τις πιο αγαπημένες μου μουσικές, και δεν θα φύγει ποτέ, όπως δεν θα φύγει ούτε ο Γιώργος Σαββίδης, κι ας τερμάτισε την περασμένη Κυριακή την περιδιάβασή του σε τούτον τον κόσμο.
*Αποχαιρετιστήριο κείμενο γραμμένο από το χέρι του Λεωνίδα Ζενάκου. Έφερε τον τίτλο «Στο τέρμα μιας περιδιάβασης» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Κυριακή 18 Ιουνίου 1995.
Ο Λεωνίδας Ζενάκος
Ο Λεωνίδας Ζενάκος (1932-2017), διακεκριμένος δημοσιογράφος, ποιητής και μεταφραστής, συνέδεσε άρρηκτα το όνομά του με «Το Βήμα», αφού εργάστηκε σε αυτό επί μισόν και πλέον αιώνα.
Ο διαπρεπής μελετητής και καθηγητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας ξεκίνησε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και τις συνέχισε στο King’s College του Κέιμπριτζ και στο Aριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου αναγορεύτηκε διδάκτωρ Φιλολογίας το 1966 με τη διατριβή «Οι καβαφικές εκδόσεις 1891-1932».
Διετέλεσε έκτακτος καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης από το 1966, παραιτήθηκε δε για λόγους ακαδημαϊκής και ηθικής τάξεως το 1971.
Επανήλθε το 1974 ως τακτικός καθηγητής για άλλα εννέα χρόνια (εθελουσία έξοδος).
Διετέλεσε, επίσης, μόνιμος επισκέπτης καθηγητής της Έδρας Νεοελληνικών Σπουδών Γιώργου Σεφέρη στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ από το 1977 έως το 1984 (οικειοθελής παραίτηση).
Τα επιστημονικά δημοσιεύματα του Σαββίδη ξεκίνησαν το 1951.
Ο Σαββίδης συνεργάστηκε με πολλά έντυπα (κυρίως, «Tο Bήμα» και «Tα Nέα»), ενώ επιμελήθηκε με υποδειγματικό τρόπο εκδόσεις ποιημάτων του Σεφέρη, του Kαβάφη, του Kαρυωτάκη, του Σικελιανού, του Bαλαωρίτη, του Δαπόντε και άλλων.
Ο Γ. Π. Σαββίδης απεβίωσε στο Λόγγο Αχαΐας στις 11 Ιουνίου 1995.
Η κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου προέρχεται από το διαδικτυακό τόπο «Φίλοι του Γ. Π. Σαββίδη» στο facebook.
Στις 17-18 Ιουλίου, στις πρώην Φυλακές της Αίγινας, έρχεται το 2ο Aegina Jazz Festival με μερικά από τα κορυφαία ονόματα της ελληνικής και διεθνούς τζαζ σκηνής
Tο Release Athens 2026 συνεχίζει ακάθεκτο το πρόγραμμά του, υποδεχόμενο μέσα στην εβδομάδα μερικά από τα σημαντικότερα ονόματα της διεθνούς και εγχώριας μουσικής σκηνής.