Ήταν λίγες μόλις εβδομάδες μετά τη Μεταπολίτευση. Ετοιμάζονταν οι πρώτες εκλογές, και ο Παναγής Παπαληγούρας (στο ημιυπόγειο δυάρι της οδού Καρνεάδου) συζητούσε για τις προεκλογικές θέσεις της, τότε νέας, Νέας Δημοκρατίας. Με πλήρη επίγνωση του βαθύτατου τραυματισμού που είχε υποστεί η πολιτική σκηνή και ο λαός από τα χρόνια της Χούντας, με ανησυχία για το πού θα έβρισκε ο πολιτικός κόσμος ουσιαστικά ερείσματα, με γνώση των πραγματικών προβλημάτων.

Τον ρώτησε νεαρός δημοσιογράφος, μη φίλα προσκείμενος προς τη ΝΔ, γιατί τότε η γενιά εκείνη να ξαναπροσπαθεί: «Μπα, τώρα το μάθαμε καλύτερα το παιχνίδι — και τη ζημιά που μπορούμε να κάνουμε» είπε, μετά από μακρά συνοφρυωμένη σκέψη. Off the record φυσικά.


«ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 13.5.1993, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Τον ρώτησε αργότερα ο ίδιος δημοσιογράφος γιατί ο Κ. Καραμανλής τού δίνει πάντοτε επιτελικά πόστα. «Ξέρω κι εγώ; Κάποια αξιοπιστία, υποθέτω…»

Ο Παναγής Παπαληγούρας πέθανε τον Μάιο του 1993, έχοντας όμως παροπλισθεί από την αρρώστια πριν από δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια: από τότε που, ούτως ή άλλως, το παιχνίδι είχε χαθεί οριστικά για τη γενιά του. Η οποία απεδείχθη ότι τίποτε δεν έμαθε. Όσο για την αξιοπιστία, ο Π. Παπαληγούρας ίσως υπήρξε ο τελευταίος που θυμόταν το εννοιολογικό της περιεχόμενο. Ίσως αυτός να είναι ο πιο ουσιαστικός επικήδειός του.

*Κείμενο-αποχαιρετισμός του δημοσιογράφου Αντώνη Παπαγιαννίδη, που είχε δημοσιευτεί στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» της 13ης Μαΐου 1993. Λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 5 Μαΐου 1993, είχε φύγει από τη ζωή, σε ηλικία 76 ετών και με κλονισμένη από μακρού χρόνου την υγεία του, ο Παναγής Παπαληγούρας.


Ο Αντώνης Παπαγιαννίδης

Εξέχον στέλεχος της αποκαλούμενης συντηρητικής παράταξης, πολιτικός ανήρ με δημοκρατική αγωγή, σπάνια θεωρητική κατάρτιση, αλλά και μεταρρυθμιστική πολιτικοοικονομική σκέψη, ο Παναγής (Παναγιώτης) Παπαληγούρας άσκησε καίριες αρμοδιότητες στην οικονομική πολιτική της χώρας μας σε κρίσιμες περιόδους, από τη μεταπολεμική ανασυγκρότηση έως τις διαπραγματεύσεις για την ένταξη της Ελλάδας στην EOK.

Για τον Παπαληγούρα η συμμετοχή της Ελλάδας στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης συνιστούσε μονόδρομο, προκειμένου να ξεφύγει η χώρα από τη φτώχεια και την υπανάπτυξη, αλλά και να αρχίσει να καλύπτει σταδιακά το χαώδες έλλειμμα ανταγωνιστικότητας που τη χώριζε από τους Δυτικούς εταίρους της.


Ο Παπαληγούρας υπήρξε ένας άνθρωπος με ήθος, κοφτερή κρίση και χιούμορ, ακέραιος και ανιδιοτελής, λιτός και μετρημένος, αεικίνητος και αενάως δημιουργικός.

Ως ένθερμος ευρωπαϊστής, υπερασπίστηκε με πάθος και γνώση την ευρωπαϊκή επιλογή ως την πλέον κατάλληλη λύση για το κοινωνικοοικονομικό πρόβλημα της Ελλάδας. Ταυτόχρονα, ως ένας διανοητής με σφαιρική άποψη για τη λειτουργία της οικονομίας, υπήρξε σταθερός υπέρμαχος του ισορροπημένου μείγματος κράτους και αγοράς, που επικράτησε μεταπολεμικά στην ηπειρωτική Ευρώπη.

Η πρόταση του Παπαληγούρα για την ελληνική αναπτυξιακή στρατηγική συνοψίστηκε στον όρο «ρεαλιστικός φιλελευθερισμός». Απηχώντας στοιχεία του αμερικανικού New Deal και της «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς», του αναπτυξιακού δόγματος της Ομοσπονδιακής ∆ημοκρατίας της Γερμανίας, ο «ρεαλιστικός φιλελευθερισμός» επαγγελλόταν ένα σύγχρονο φιλελεύθερο οικονομικό περιβάλλον, που θα ενθάρρυνε την άνθηση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας για την παραγωγή γενικευμένου πλούτου, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα του κράτους να ενεργοποιεί τον αναπτυξιακό του ρόλο για μεγάλες ταχύρρυθμες επενδύσεις και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που ξεπερνούσαν τις δυνατότητες και την τεχνογνωσία της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.


Η ανάλυση του Παπαληγούρα συνέθετε την πολιτική οικονομία με την κοινωνική δικαιοσύνη: η οικονομία δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά μέσο στην υπηρεσία της δημοκρατίας και υψηλών εθνικοπολιτικών επιδιώξεων.

Γεννημένος στην Κέρκυρα τον Ιούνιο του 1917, ο Παπαληγούρας σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, ενώ το 1937 ξεκίνησε μεταπτυχιακές σπουδές στο δίκαιο, τη φιλοσοφία και τις διεθνείς σχέσεις στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης (η αξιολογότατη διδακτορική διατριβή του έφερε τον τίτλο Θεωρία της ∆ιεθνούς Κοινωνίας).

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το Φεβρουάριο του 1943, αναχώρησε για το Λονδίνο, όπου διορίστηκε γενικός γραμματέας της αντιπροεδρίας στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση.

Ως εκπρόσωπος της κυβέρνησης μετέβη στη Μέση Ανατολή και στη συνέχεια αφίχθη στην κατεχόμενη Ελλάδα, όπου παρέμεινε μέχρι την αποχώρηση των Γερμανών.

Το 1944 διορίστηκε υφυπουργός Εφοδιασμού στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου.


Η μακρά παρουσία του στον ελληνικό κοινοβουλευτικό βίο εγκαινιάστηκε με τις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές, το Μάρτιο του 1946. Τότε εξελέγη βουλευτής Αργολιδοκορινθίας με το Εθνικόν Ενωτικόν Κόμμα (ΕΕΚ) του Παναγιώτη Κανελλόπουλου.

Εξελέγη εκ νέου βουλευτής με τον Ελληνικό Συναγερμό του Αλέξανδρου Παπάγου το 1951 και το 1952, ενώ διετέλεσε υφυπουργός και εν συνεχεία υπουργός Εμπορίου στην κυβέρνηση Παπάγου, που σχηματίστηκε το 1952.

Ακολούθως επανεξελέγη βουλευτής ως στέλεχος της ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ενώ διετέλεσε υπουργός Εμπορίου και Βιομηχανίας από το 1956 έως το 1958.

Στις εκλογές του 1958, κατόπιν διαφωνίας του με τον Καραμανλή και αποχώρησής του από την ΕΡΕ, ο Παπαληγούρας εξελέγη βουλευτής με την Ένωση Λαϊκών Κομμάτων (ΕΛΚ).


Το 1961, στις παραμονές των εκλογών, επανήλθε στην ΕΡΕ, υπό τη σημαία της οποίας συνέχισε να εκλέγεται αδιαλείπτως μέχρι το 1967.

Κατά τα έτη 1961-1963 ο Παπαληγούρας διετέλεσε υπουργός Συντονισμού, ενώ υπήρξε μέλος της βραχύβιας κυβέρνησης του Παναγιώτη Κανελλόπουλου (υπουργός Εθνικής Αμύνης) τον Απρίλιο του 1967.

Ο Παπαληγούρας συνελήφθη από τους πραξικοπηματίες το 1967, κρατήθηκε σε ξενοδοχείο στο Πικέρμι και στη συνέχεια τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό.

Κατά τη Μεταπολίτευση διετέλεσε επί βραχύ διάστημα διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (1974), ακολούθως δε υπουργός Συντονισμού και υπουργός Εξωτερικών στις δύο κυβερνήσεις του Καραμανλή (1974 και 1977 αντίστοιχα).

Ο Παπαληγούρας συνέβαλε τα μέγιστα στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής ελληνικής οικονομίας και στον εξευρωπαϊσμό της Ελλάδας, καθώς διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη Συμφωνία Σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ και, κατ’ επέκταση, στην ένταξη της χώρας μας στην οικογένεια των ευρωπαϊκών κρατών.