Τον Απρίλιο του 2010, η ΕΕ αυτοπαγιδεύτηκε σε μια πολύ κακή συμφωνία. Όταν κλήθηκε να επιλέξει ποια είναι η σοβαρότερη κρίση που έπρεπε να αντιμετωπίσει, πρόδωσε την Ελλάδα και άφησε αχαλίνωτο τον Βίκτορ Όρμπαν. Για τον οποίο ένιωσε ανακούφιση, όταν έχασε τις εκλογές μετά από 16 χρόνια.

Αυτό είναι το συμπέρασμα του Άγγελου Χρυσόγελου, αναπληρωτή καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Metropolitan του Λονδίνου και αναπληρωτή ερευνητή στο Ελληνικό Παρατηρητήριο του London School of Economics. Σε άρθρο του στο Social Europe, επισημαίνει ότι η Ευρώπη ακόμη δεν έχει πάρει κανένα μάθημα από τις επιλογές της.

Όπως επισημαίνει, τόσο οι Έλληνες όσο και οι Ούγγροι σήμερα γνωρίζουμε ποιο είναι το κόστος μιας κακής ευρωπαϊκής συμφωνίας. Και πως η πτώση του εθνικιστή, λαϊκιστή Βίκτορ Όρμπαν, δίνει μια αφορμή για μια αναδρομή στις τότε αποφάσεις των Βρυξελλών.

Όρμπαν και Παπανδρέου

Χρονικά, η ιστορική σαρωτική εκλογική νίκη του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία το 2010 συνέπεσε με το διάγγελμα του τότε Έλληνα πρωθυπουργό από το Καστελοριζο. Ο Γιώργος Παπανδρέου, σε μια δραματική παρουσία στο ακριτικό νησί, ανακοίνωνε ότι η Ελλάδα ζητούσε βοήθεια από την ΕΕ για να διασώσει την οικονομία της.

Ο Γιώργος Παπανδρέου στο Καστελόριζο

Κατά τον Άγγελο Χρυσόγελο, ακολούθησε μια δεκαετία, που θα πρέπει να αποτελέσει παράδειγμα προς αποφυγήν. Διότι, η στρεβλή αίσθηση προτεραιότητας στην ΕΕ έκανε δύο κρίσεις, μια οικονομική και μια πολιτική, πολύ χειρότερες από ό,τι έπρεπε να είναι.

Όπως επισημαίνει, τα τέσσερα χρόνια της πρώτης θητείας του Βίκτορ Όρμπαν πέρασαν ως εξής: αποδόμησε την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και τους φιλελεύθερους θεσμούς. Αλλά οι Ευρωπαίοι ηγέτες ασχολούνταν με το ωράριο λειτουργίας των ελληνικών φαρμακείων, τις συντάξεις, αλλά και τον ΦΠΑ στις σαλάτες στις ταβέρνες.

Η Ευρώπη αντιμετώπισε την κρίση του κράτους δικαίου στη Βουδαπέστη ως κάτι παραπάνω από διπλωματική ταλαιπωρία. Και έκλεινε τα αυτά στις φωνές που προειδοποιούσαν για τον κίνδυνο.

Η εμμονή με τα πλεονάσματα

Εκείνη την εποχή η Ευρώπη είχε εμμονή με τα πλεονάσματα. Και η Ουγγαρία του Όρμπαν ήταν συντονισμένη με την εποχή. Ήταν δημοσιονομικά συμβατή και προσέφερε ελκυστικούς όρους για τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία.

Και μπορεί η δημοκρατική οπισθοδρόμηση να ήταν προβληματική, αλλά τα spreads δανεισμού της Ελλάδας και οι μισθοί του δημόσιου τομέα φαίνονταν θηριώδες πρόβλημα.

REUTERS/Yves Herman//File Photo

Έτσι, όλο το βάρος της ευρωπαϊκής πίεσης έπεσε στην Ελλάδα. Η Ουγγαρία, αντιθέτως, αντιμετώπισε τις διαδικασίες του Άρθρου 7, για παραβίαση των αξιών της ΕΕ, μόλις το 2018. Δηλαδή, έπειτα από οκτώ χρόνια διακυβέρνησης του Όρμπαν. Και τη χρονιά που η Ελλάδα εξερχόταν από το τελευταίο μνημόνιο.

Όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, τότε υπήρξε και η οδυνηρή ανατροπή. Και αφορά τη στάση πολλών κυβερνήσεων της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Μερικές από τις πιο δυνατές φωνές που απαιτούσαν δημοσιονομική πειθαρχία από την Ελλάδα το 2010 προέρχονταν από μετακομμουνιστικές πρωτεύουσες που πέρασαν την επόμενη δεκαετία ως οι πιο αδικημένοι αντίπαλοι του Όρμπαν.

Ακολούθησαν το μπλοκάρισμα των κυρώσεων της ΕΕ κατά της Ρωσίας μετά το 2022, τα βέτο του Όρμπαν στη βοήθεια για την Ουκρανία και η εκμετάλλευση των κανόνων ομοφωνίας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Κινήσεις που ήρθαν σε σύγκρουση με τις χώρες που κάποτε φώναζαν δυνατά υπέρ της λιτότητας στην Ελλάδα.

Η ελληνική κρίση ως αντιπερισπασμός

Ο Άγγελος Χρυσόγελος επισημαίνει ότι, ακόμη και τώρα, οι περισσότερες από αυτές τις κυβερνήσεις δεν αντιλαμβάνονται ότι η εμμονή με το ελληνικό χρέος και οι αλλόκοτες ιστορίες για τον σπάταλο ευρωπαϊκό Νότο, έδωσαν στον Όρμπαν μια απαραίτητη πολιτική αντιπερισπασμό. Η πεπερασμένη πολιτική ισχύς της ΕΕ σπαταλήθηκε σε μια κρίση δημόσιου χρέους. Και μάλιστα σε μια οικονομία που αντιπροσωπεύει μόλις το 2% του ΑΕΠ της ευρωζώνης. Και την ίδια ώρα, ένα κράτος μέλος συστηματικά επέλεξε να εξαιρεθεί από την φιλελεύθερη δημοκρατική τάξη που η Ένωση ισχυρίζεται ότι ενσαρκώνει.

Το αντεπιχείρημα είναι, φυσικά, ότι η επιβίωση της ευρωζώνης διακυβευόταν πραγματικά την περίοδο 2010-2012. Ωστόσο, σύμφωνα με τον συγγραφέα, η εμμονική εστίαση στην Ελλάδα ξεπέρασε κατά πολύ αυτό που απαιτούσε η χρηματοπιστωτική σταθεροποίηση. Ακόμη και στις πιο επικίνδυνες στιγμές του ευρώ.

Έτσι, η ιδεολογική δέσμευση στη δημοσιονομική ορθοδοξία έχει αποκαλυφθεί ως κούφια. Τώρα, η ΕΕ διαθέτει δισεκατομμύρια σε δημόσιες επενδύσεις στην τεχνολογία, τον επανεξοπλισμό και την πράσινη μετάβαση. Κάνει δηλαδή ακριβώς αυτό που την παρακαλούσαν να κάνει οι επικριτές του χειρισμού της κρίσης της ευρωζώνης.

Και έδωσαν επιχειρήματα στον αντιευρωπαϊστή Όρμπαν..

REUTERS/Jonathan Ernst/File Photo

Παράπλευρο θύμα, η δημοκρατία

Πλέον, μετά την πολιτική αλλαγή στην Ουγγαρία, σημειώνει ο Άγγελος Χρυσόγελος, μπορούμε τώρα να δούμε πώς οι επιλογές που έκανε η ΕΕ για την Ελλάδα παρήγαγαν ένα άλλο, πιο διάχυτο παράπλευρο θύμα.

Τόσο ο Όρμπαν, όσο και η υπόλοιπη ευρωπαϊκή λαϊκιστική δεξιά, ανέπτυξε ένα επιχείρημα που βρήκε ευήκοα ώτα. Ο ισχυρισμός ότι η εθνική κυριαρχία είναι η μόνη αξιόπιστη ασπίδα που έχει μια μικρή χώρα έναντι των Βρυξελλών, του Βερολίνου και του Παρισιού. Αυτό το επιχείρημα, σημειώνει, για εκατομμύρια Ευρωπαίους που παρακολούθησαν τι συνέβη στην Ελλάδα μετά το 2010, δεν ήταν ποτέ αφηρημένο.

Ο λόγος είναι απλός: Μια ένωση που νοιαζόταν σοβαρά για το μέλλον της θα αναγνώριζε ότι η υπόθεση της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης είναι πιο δύσκολο να υποστηριχθεί – στη Βουδαπέστη, στην Αθήνα, τώρα στο Κίεβο – όταν αυτή η αλληλεγγύη δεν δόθηκε τη στιγμή που είχε τη μεγαλύτερη σημασία. Τον Απρίλιο του 2010, η ΕΕ αντιμετώπισε τους ελληνικούς φόρους και τα ελλείμματα ως την πιο επείγουσα υπόθεσή της. Όχι τον αργό θάνατο της δημοκρατίας στην Ουγγαρία. Πλήρωσε το υπέρτατο τίμημα στην στρατηγική παράλυση των ετών που ακολούθησαν.

Η Ελλάδα πλήρωσε για αυτές τις επιλογές για δεκαέξι χρόνια. Αλλά πλήρωσαν, με διαφορετικό τρόπο, και όλοι οι άλλοι.

*Ο Άγγελος Χρυσόγελος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής και Διεθνών Σχέσεων στο Μητροπολιτικό Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και Ερευνητικός Συνεργάτης του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του LSE. Έχει διατελέσει ακαδημαϊκός στο King’s College του Λονδίνου, στο Χάρβαρντ και στο Κέντρο Schuman του EUI. Το άρθρο του δημοσιεύθηκε στο Social Europe στις 22 Απριλίου