Στις 23 Απριλίου 1916 γεννήθηκε στην Άρτα ο επιφανής ζωγράφος και χαράκτης Γιάννης Μόραλης, μια από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες της ελληνικής τέχνης του περασμένου αιώνα.

Καλλιτέχνης που επηρέασε καθοριστικά το τοπίο της μεταπολεμικής τέχνης στην Ελλάδα, τόσο με το εικαστικό έργο του όσο και με τη διδασκαλία του, ο Μόραλης πέτυχε στη ζωγραφική του τη σύζευξη του κλασικού με το μοντέρνο.


Αν και ενδιαφέρθηκε για ποικίλες θεματικές κατηγορίες, όπως το τοπίο ή η νεκρή φύση, η δημιουργία του, τόσο στη ρεαλιστική όσο και στη γεωμετρική φάση της, είναι ουσιαστικά ανθρωποκεντρική, με άξονα τον έρωτα και το θάνατο.


Αγαπημένος τόπος έμπνευσης, δημιουργίας και περισυλλογής ήταν για τον Μόραλη το σπίτι του στην Αίγινα.

Ο Γιάννης Μόραλης απεβίωσε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2009.

Από το βιβλίο Ι. Μόραλης: Άγγελοι, Μουσική, Ποίηση (Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα, 2001) προέρχονται τα ακόλουθα αποσπάσματα:


Θυμάμαι το πρώτο μάθημα που έκανα στη Σχολή. Εκεί για πρώτη φορά άκουσα τη λέξη «Δάσκαλε». Βρε μήπως με κοροϊδεύουν; σκέφτηκα. Το Δάσκαλε είναι βαρύ, δηλαδή Maître! Εμείς λέγαμε «Κύριε Καθηγητά». Ήταν στη μεγάλη κεντρική αίθουσα που μετά έγινε αίθουσα θεωρητικής διδασκαλίας, όπου δίδασκε ο Πρεβελάκης κ.λπ. Μπαίνοντας, αντίκρισα ένα δάσος από καθιστά καβαλέτα. Δούλευαν οι μαθητές το κάρβουνο. Τα κάναν όλα σαν φωτογραφίες, με κάρβουνο και τα στρώναν με το δάχτυλο… Όταν έγινε διάλειμμα, μαζεύτηκαν όλοι γύρω μου, ξέρεις, να δουν το νούμερο, τον Δάσκαλο! Πρόσεξα όμως ότι το ύφος τους δεν ήταν κοροϊδευτικό. Τους λέω λοιπόν:

«Παιδιά, κοιτάξτε μη σας φανεί περίεργο αυτό που θα σας πω τώρα, αλλά εσείς τώρα αρχίσατε να ζωγραφίζετε. Εγώ ζωγραφίζω είκοσι χρόνια. Είμαστε συμπάσχοντες. Είναι λοιπόν μερικά πράγματα που δεν τα ξέρω. Δεν αποκλείεται να με ακούσετε να λέω ότι δεν ξέρω».


Δεν τους καταλαβαίνω αυτούς που μιλούν για την «Ελληνικότητα» που υπάρχει στα έργα του Μόραλη. Λες και ζωγράφιζα κατόπιν αποφάσεως. Αυτά είναι βιώματα… Αφού είμαι Έλληνας, γεννήθηκα και μεγάλωσα εδώ, μου αρέσει η ελληνική φύση, αυτομάτως ζωγραφίζω έτσι. Όχι κατόπιν αποφάσεως, όλα αυτά συναιρούνται μέσα μου. Ζωγράφιζα όπως ζωγράφιζα, διότι αυτό ήταν το φυσικό…


Τα αρχαία Επιτύμβια μού άρεσαν πολύ. Τα θαύμαζα στο Αρχαιολογικό Μουσείο, όπου πηγαίναμε τακτικά με τον Νικολάου, και στον Κεραμεικό. Τα Επιθαλάμια ήξερα ότι είναι τραγούδια ερωτικά, δηλαδή αυτά που τραγουδούν οι συγγενείς και οι φίλοι έξω από το δωμάτιο των νεονύμφων. Επιθαλάμια – Επιτύμβια είναι δύο λέξεις που ηχούν ωραία μαζί.


Δεν μπορείς να φλυαρείς. Πρέπει να πειθαρχείς. Πρέπει να συγκρατείς τη σύνθεση από οτιδήποτε το περιττό… Είναι —λοιπόν— λάθος το να θεωρείς την αυτοπειθαρχία περιορισμό. Ίσα-ίσα, όσο οξύμωρο και εάν ακούγεται, η αυτοπειθαρχία σε απελευθερώνει. Σου επιτρέπει να δομήσεις ο ίδιος τη ζωή σου, να την οργανώσεις, να τη διευθύνεις.


Αυτό δεν πρέπει ποτέ να το ξεχνάμε, ότι δηλαδή στη ζωγραφική, όπως άλλωστε και στη μουσική και σ’ όλες τις τέχνες, υπάρχει αυτό το αστάθμητο στοιχείο, το μυστήριο. Αυτό παλεύεις, αυτό προσπαθείς να το συλλάβεις και να το εκφράσεις με τη γλώσσα της ζωγραφικής. Αυτή τη γλώσσα, δηλαδή το πώς ηχεί το ένα χρώμα δίπλα στο άλλο, οι κλίμακες… άμα οργανώσεις το έργο και δεις ότι πλησιάζει σ’ αυτό που θες να εκφράσεις, τότε σταματάς και λες: «Εντάξει, εδώ σταματώ».