Οι Ιταλοί ψηφοφόροι απέρριψαν τη συνταγματική αναθεώρηση με στόχο τη δικαστική μεταρρύθμιση, στο δημοψήφισμα που οργάνωσε η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι, η οποία υπέστη σημαντικό πλήγμα εν όψει των γενικών εκλογών του επόμενου έτους.

Η προτεινόμενη δικαστική μεταρρύθμιση είχε χαρακτηριστεί από τον κυβερνητικό συνασπισμό της Τζόρτζια Μελόνι «βασικό βήμα προς την εξορθολογισμό του δικαστικού συστήματος της Ιταλίας». Στόχος, να αντιμετωπιστούν οι καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης, η γραφειοκρατία και οι πολιτικές επιρροές.

Ωστόσο, οι επικριτές της δικαστικής μεταρρύθμισης υποστήριζαν ότι τα μέτρα ενέχουν τον κίνδυνο συγκέντρωσης υπερβολικής εξουσίας στην εκτελεστική εξουσία. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, οι ομάδες της κοινωνίας των πολιτών και οι νομικές ενώσεις οργάνωσαν ενιαίο μέτωπο ενάντια στη μεταρρύθμισης. Και επισήμαναν ότι θα μπορούσε να υπονομεύσει τους θεσμικούς ελέγχους και τις ισορροπίες μεταξύ των εξουσιών.

Ψηφοδέλτια του δημοψηφίσματος στην Ιταλία / REUTERS/Vincenzo Livieri

Επιπλέον, ο χρόνος της αναμέτρησης αποδείχθηκε κακός για την Τζόρτζια Μελόνι, λόγω των καλών σχέσεων που διατηρεί με τον Ντόναλντ Τραμπ. Οι Ιταλοί τρέφουν σαφή αντιπάθεια για τον πρόεδρο των ΗΠΑ, ενώ παράλληλα φοβούνται ότι ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν θα αυξήσει τις ήδη υψηλές εγχώριες τιμές ενέργειας.

54% «όχι»

Με καταμετρημένα τα περισσότερα ψηφοδέλτια μετά το δημοψήφισμα της 22ης-23ης Μαρτίου, το μπλοκ του «Όχι» που υποστηρίχθηκε από την αντιπολίτευση έλαβε σχεδόν το 54% των ψήφων. Ποσοστό 46% που ενέκριναν την κυβερνητική προσπάθεια να ξαναγράψει το Σύνταγμα και να αναδιαμορφώσει την ανεξάρτητη δικαστική εξουσία της Ιταλίας.

Η Τζόρτζια Μελόνι παραδέχθηκε την ήττα της.

«Οι Ιταλοί αποφάσισαν και σεβόμαστε αυτήν την απόφαση», δήλωσε η Μελόνι σε μήνυμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

«Προφανώς, λυπόμαστε για αυτήν τη χαμένη ευκαιρία να εκσυγχρονίσουμε την Ιταλία, αλλά αυτό δεν αλλάζει τη δέσμευσή μας να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε σοβαρά και αποφασιστικά για το καλό του έθνους», πρόσθεσε. Και ξεκαθάρισε ότι δεν έχει καμία πρόθεση να παραιτηθεί.


Η συμμετοχή στο δημοψήφισμα ήταν πολύ υψηλότερη από την αναμενόμενη, σχεδόν 60%. Οι ψηφοφόροι κινητοποιήθηκαν στην προεκλογική εκστρατεία, που αποκάλυψε και τη σύγκρουση ανάμεσα στο δικαστικό σώμα και τη δεξιά κυβέρνηση της Ιταλίας.

Πανηγυρισμοί με το «Bella Ciao»

Μετά την ανακοίνωση των εκλογικών αποτελεσμάτων, περίπου 50 δικαστές που παρακολουθούσαν τη ροή των αποτελεσμάτων στο δικαστήριο της Νάπολης, στη νότια Ιταλία, άρχισαν να τραγουδούν τον αντιφασιστικό ύμνο αντίστασης «Bella Ciao».


Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι μια πραγματικά σοβαρή ήττα για την Τζόρτζια Μελόνι, η πρώτη έπειτα από τέσσερα χρόνια εκλογικών επιτυχιών σε τοπικές και εθνικές διαδικασίες.

Ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας, Ματέο Ρέντσι, που είχε παραιτηθεί όταν είχε απορριφθεί η δική του πρόταση για συνταγματική μεταρρύθμιση, δήλωσε:

«Όταν ένας ηγέτης χάνει το μαγικό του άγγιγμα, όλοι αρχίζουν να τον αμφισβητούν και υπάρχει ένα πράγμα που δεν μπορούν απολύτως να κάνουν. Δεν μπορούν να προσποιηθούν ότι συνεχίζουν να δουλεύουν ως συνήθως».

Και σε ανάρτησή του σημείωσε:

«Όταν ο λαός μιλάει, η κυβέρνηση πρέπει να ακούει. Το κάναμε πριν από δέκα χρόνια. Θα έχει η Τζόρτζια Μελόνι το ίδιο θάρρος; Παραιτήθηκα από πρωθυπουργός, από γραμματέας, από τα πάντα. Θα δούμε τι θα κάνει ο Μελόνι μετά τη συντριπτική ήττα».


Η ήττα στο δημοψήφισμα αφήνει την Τζόρτζια Μελόνι αποδυναμωμένη στο εσωτερικό, καθώς παλεύει με μια στάσιμη οικονομία και σύνθετες διεθνείς αντιξοότητες. Θα μπορούσε επίσης να αποδυναμώσει τη θέση της στην Ευρώπη, όπου προηγουμένως θεωρούνταν απροσδόκητα ανθεκτική και σταθερή.

Ώθηση για την κεντροαριστερά

Το αποτέλεσμα πάντως ήταν ζωογόνο για την κατακερματισμένη κεντροαριστερά. Εκτιμάται ότι μπορεί να δώσει στα δύο μεγαλύτερα κόμματα της αντιπολίτευσης, το Δημοκρατικό Κόμμα και το Κίνημα 5 Αστέρων, ώθηση για να σφυρηλατήσουν μια ευρεία συμμαχία για να αντιμετωπίσουν το συντηρητικό μπλοκ.

«Τα καταφέραμε! Ζήτω το Σύνταγμα», δήλωσε ο επικεφαλής των 5 Αστέρων και πρώην πρωθυπουργός Τζουζέπε Κόντε.

Από την πλευρά του, ο γ.γ. του μεγάλου ιταλικού συνδικάτου CGIL, Μαουρίτσιο Λαντίνι, εξέφρασε την ικανοποίησή του για το αποτέλεσμα: «Έχει αποδειχθεί ότι το Σύνταγμα δεν πρέπει να αλλάξει, όχι να ανατραπεί, αλλά μάλλον να εφαρμοστεί. Είναι ένα μήνυμα ενότητας».

Και πρόσθεσε: «Μια νέα άνοιξη έχει ξεκινήσει στη χώρα μας». Τόνισε επίσης «την τεράστια προσέλευση των ψηφοφόρων» και «την υπεράσπιση της αυτονομίας και της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας».

Το ιταλικό Σύνταγμα αποδείχθηκε πολύ σκληρό για να πεθάνει

Σύμφωνα με τους δημοσκόπους, πολλοί από αυτούς που ψήφισαν «Όχι», πιθανότατα το έκαναν για να εκφράσουν δυσαρέσκεια με την κυβέρνηση Μελόνι. Και λιγότερο γιατί ασχολήθηκαν με την ουσία της εξαιρετικά τεχνικής μεταρρύθμισης.

Το δημοψήφισμα πρότεινε τον διαχωρισμό των σταδιοδρομιών των δικαστών και των εισαγγελέων, και τον διαχωρισμό του αυτοδιοικούμενου σώματος των δικαστών σε δύο τμήματα, με τα μέλη να επιλέγονται με κλήρο και όχι να εκλέγονται.

Η κυβέρνηση Μελόνι υποστήριξε ότι οι αλλαγές ήταν απαραίτητες για να καταστεί η δικαστική εξουσία πιο υπεύθυνη για τα λάθη της και να αποτραπεί ο έλεγχος κορυφαίων θέσεων από πολιτικά υποκινούμενες παρατάξεις.

Επίσης, η κυβέρνηση υποστήριζε ότι οι αλλαγές θα αντιμετώπιζαν ένα από τα κύρια προβλήματα που πλήττουν την Ιταλία: ένα διαβόητα αργό νομικό σύστημα που επιβαρύνει την οικονομία.

Πάντως η Τζόρτζια Μελόνι δεν είναι η πρώτη που αποτυγχάνει να αλλάξει το ιταλικό Σύνταγμα. Όσο το προσπάθησαν έχουν σχεδόν πλήρως αποτύχει.

Γραμμένο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το ιταλικό Σύνταγμα διασπείρει σκόπιμα την εξουσία και απαιτεί ευρεία συναίνεση για τυχόν αλλαγές. Αυτό με τη σειρά του συχνά μετατρέπει τις προτεινόμενες τροποποιήσεις σε εθνική ετυμηγορία για την εκάστοτε κυβέρνηση.