Ως ένα σαφές πολιτικό μήνυμα ότι ο πόλεμος μπαίνει ΗΠΑ – Ισραήλ εναντίον Ιράν μπαίνει σε φάση κλιμάκωσης ερμηνεύουν αναλυτές τη δήλωση του Ντόναλντ Τραμπ στις 13 Μαρτίου στην οποία ανέφερε μεταξύ άλλων: «διαθέτουμε ασύγκριτη δύναμη πυρός, απεριόριστα πυρομαχικά και άφθονο χρόνο. Παρακολουθήστε τι θα συμβεί σήμερα σε αυτά τα παρανοϊκά καθάρματα. Σκοτώνουν αθώους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο εδώ και 47 χρόνια, και τώρα εγώ, ως 47ος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, τους σκοτώνω. Τι μεγάλη τιμή είναι να το κάνω αυτό!».

Το φαινόμενο της «παγίδας κλιμάκωσης»

Σχολιάζοντας στο in την δήλωση Τραμπ και το τι σημαίνει αυτό για τη διπλωματία, ο Αθανάσιος Πλατιάς είναι ομότιμος Καθηγητής Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και Πρόεδρος του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων, αναφέρει πως «η ανάρτηση του Ντόναλντ Τραμπ είναι ένα σαφές πολιτικό μήνυμα ότι η σύγκρουση έχει εισέλθει σε φάση κλιμάκωσης. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται — «καταστρέφουμε εντελώς το τρομοκρατικό καθεστώς του Ιράν», «διαθέτουμε ασύγκριτη δύναμη πυρός» — δεν είναι απλώς ρητορική. Αντανακλά μια στρατηγική λογική που έχει εμφανιστεί πολλές φορές στην ιστορία: την πεποίθηση ότι η στρατιωτική υπεροχή επιτρέπει στον ισχυρό να ελέγχει τα στάδια της κλιμάκωσης — το λεγόμενο escalation dominance — μέχρι να λυγίσει ο αντίπαλος».

Ο Πλατιάς σημειώνει πως «αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι ένα κλασικό φαινόμενο που μπορούμε να ονομάσουμε «παγίδα κλιμάκωσης». Ο πόλεμος ξεκίνησε με μια εντυπωσιακή στρατιωτική επιχείρηση εναντίον ιρανικών εγκαταστάσεων και της ιρανικής ηγεσίας. Από καθαρά στρατιωτική άποψη, η πρώτη φάση υπήρξε εξαιρετικά επιτυχής: υποδομές καταστράφηκαν, η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία αποκεφαλίστηκε, το οπλοστάσιο αποδυναμώθηκε και το σύστημα αεράμυνας εξουδετερώθηκε».

Δεν επήλθε το επιδιωκόμενο πολιτικό αποτέλεσμα

Ωστόσο τονίζει πως «το πολιτικό αποτέλεσμα που επιδιωκόταν — είτε η αλλαγή του καθεστώτος, είτε αλλαγή εντός του καθεστώτος τύπου Βενεζουέλα, είτε η άνευ όρων συνθηκολόγηση — δεν επήλθε. Η θεωρία νίκης των ΗΠΑ δεν επαληθεύτηκε. Το ιρανικό κράτος παρέμεινε λειτουργικό, η εναπομείνασα ηγεσία επανέκτησε τον έλεγχο και προέβαλε αντίσταση σε βαθμό που αιφνιδίασε δυσάρεστα την Ουάσιγκτον και την Ιερουσαλήμ».

Επισημαίνει δε πως «αυτή η απόσταση μεταξύ στρατιωτικής επιτυχίας και επιδιωκόμενου πολιτικού αποτελέσματος είναι συχνά το πρώτο βήμα προς περαιτέρω κλιμάκωση. Όταν η αρχική επιτυχία δεν παράγει το επιθυμητό αποτέλεσμα, οι ηγέτες τείνουν να διπλασιάζουν την προσπάθεια. Η λογική είναι απλή: αν η πρώτη φάση αποδυνάμωσε τον αντίπαλο, η επόμενη αναμένεται να τον οδηγήσει σε κατάρρευση.

Έτσι ξεκινά η κάθετη κλιμάκωση: περισσότερα πλήγματα, διεύρυνση στόχων, μεγαλύτερη διάρκεια και ένταση. Η συζήτηση για νέα χτυπήματα σε κρίσιμους ενεργειακούς κόμβους του Ιράν όπως το Kharg Island εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη λογική».

Η ασύμμετρη στρατηγική που ακολουθεί το Ιράν

Όπως παρατηρεί ο Πλατιάς «το Ιράν ακολουθεί την ασύμμετρη στρατηγική που επιλέγουν οι ασθενέστερες δυνάμεις: την οριζόντια κλιμάκωση. Όταν ένα κράτος δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την υπεροχή του αντιπάλου στο πεδίο της μάχης, επιχειρεί να επεκτείνει γεωγραφικά τη σύγκρουση ώστε να αυξήσει το κόστος στους συμμάχους του αντιπάλου του. Οι επιθέσεις εναντίον εμπορικών πλοίων, ενεργειακών εγκαταστάσεων των γειτόνων του και των αμερικανικών βάσεων στον Περσικό Κόλπο εντάσσονται ακριβώς σε αυτή τη λογική».

Υπογραμμίζει ότι «η απειλή κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πάνω από το 20% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου διέρχεται από αυτή τη θαλάσσια οδό. Ακόμη και μια ολιγοήμερη διακοπή προκαλεί χάος στις ενεργειακές αγορές και κίνδυνο σοκ στην παγκόσμια οικονομία.

Η επικίνδυνη δυναμική και η δυσκολία ανάληψης διπλωματικών πρωτοβουλιών

Δημιουργείται έτσι μια επικίνδυνη δυναμική: οι ΗΠΑ και το Ισραήλ κλιμακώνουν στρατιωτικά — το Ιράν κλιμακώνει γεωγραφικά. Η ρητορική Τραμπ, σε συνδυασμό με τις δηλώσεις της νέας ιρανικής ηγεσίας, δείχνει ότι και οι δύο πλευρές προετοιμάζουν την κοινή γνώμη για περαιτέρω κλιμάκωση».

Μία δυναμική η οποία όπως τονίζει «δυσκολεύει τις διπλωματικές πρωτοβουλίες για επίτευξη εκεχειρίας. Όταν ένας ηγέτης περιγράφει τον πόλεμο ως αποστολή εξόντωσης ενός «τρομοκρατικού καθεστώτος», δυσκολεύεται πολιτικά να αποδεχθεί αργότερα έναν συμβιβασμό χωρίς να εμφανιστεί ότι υπαναχωρεί. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, ο πρόεδρος Τραμπ φαίνεται να έχει απορρίψει προσπάθειες μεσολάβησης για κατάπαυση πυρός, ενώ έχει καλέσει χώρες των οποίων η ενεργειακή ασφάλεια επηρεάζεται από το κλείσιμο των Στενών (Ιαπωνία, Νότιο Κορέα, Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία) να συνδράμουν στρατιωτικά στην διασφάλιση της ναυσιπλοΐας. Αυτό δεν δείχνει αποκλιμάκωση αλλά αντίθετα δείχνει προετοιμασία για επέκταση της σύγκρουσης».

«Η ιστορία δείχνει ότι σε αυτή τη μεσαία φάση του πολέμου οι «έξοδοι διαφυγής» — τα off-ramps — εξαφανίζονται γρήγορα. Ο πόλεμος αρχίζει να αποκτά τη δική του δυναμική, πέρα από κάθε στρατηγική λογική. Η ρητορική της απόλυτης νίκης από τη μία πλευρά και η ρητορική περί μόνιμου αποκλεισμού των στενών του Ορμούζ  από την άλλη δεν δημιουργούν χώρο για διαπραγματεύσεις, αντιθέτως δείχνουν δέσμευση για περαιτέρω κλιμάκωση. Και όπως δείχνει η ιστορία, πολλοί πόλεμοι ξεκινούν με την πεποίθηση ότι η κλιμάκωση είναι υπό έλεγχο και συνεχίζονται μέχρι να αποδειχθεί ότι τελικά δεν είναι. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος είναι το πιο χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Πλατιάς.

Η δεύτερη φάση του πολέμου

Και προσθέτει πως «μετά την κλιμάκωση των εχθροπραξιών σε αυτή την δεύτερη φάση του πολέμου που έχουμε ήδη εισέλθει, είναι πιθανό σε μεταγενέστερο στάδιο να αναζητηθούν τρόποι αποκλιμάκωσης. Το παρατεταμένο κλείσιμο των Στενών και οι υψηλές τιμές ενέργειας αποτελούν απειλή για την παγκόσμια οικονομία. Θα ασκηθούν έτσι πιέσεις για αποκλιμάκωση στην κυβέρνηση Τραμπ από το εσωτερικό των ΗΠΑ — ο πόλεμος άλλωστε δεν έχει την υποστήριξη ούτε της αμερικανικής κοινής γνώμης ούτε της εκλογικής βάσης των Ρεπουμπλικάνων. Ούτε και το Ιράν έχει κίνητρο να συνεχίσει, γιατί κάθε μέρα πολέμου έχει τεράστιο στρατιωτικό και οικονομικό κόστος. Έχει κάθε κίνητρο να συμφωνήσει σε εκεχειρία με αντάλλαγμα την χαλάρωση των οικονομικών κυρώσεων και την άρση των δεσμεύσεων τραπεζικών του καταθέσεων στο εξωτερικό. Το κατά πόσον βέβαια θα βρεθεί η χρυσή τομή για κατάπαυση του πυρός μένει να αποδειχθεί».

Ο ρόλος της Τουρκίας

Την ίδια στιγμή ενδιαφέρον προκαλεί ο ρόλος της Τουρκίας σε αυτή τη γεωπολιτική συγκυρία και το γεγονός πως στην πραγματικότητα αν και καταγγέλλει τον πόλεμο ευνοείται από την αποδυνάμωση του Ιράν. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο δεν θέλει την παράδοση της χώρας στο χάος.

Όπως εξηγεί ο Πλατιάς «η Τουρκία, σε πρώτη ανάγνωση, ευνοείται από την αποδυνάμωση του Ιράν. Οι αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις έχουν ήδη ανατρέψει τις υπάρχουσες περιφερειακές ισορροπίες και οι συνέπειές τους είναι ήδη εμφανείς. Στη γεωπολιτική, όταν ένας πόλος ισχύος αποδυναμώνεται, η σχετική αξία των υπολοίπων αυξάνεται. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα με την Τουρκία.

Η Τουρκία καθίσταται η ισχυρότερη μουσουλμανική δύναμη

Καθώς η ικανότητα του Ιράν να προβάλλει ισχύ μέσω του δικτύου αντιπροσώπων του στο Ιράκ, τη Συρία, τον Λίβανο και την Υεμένη φθίνει, η Τουρκία καθίσταται — λόγω γεωγραφίας, στρατιωτικής ισχύος και συμμετοχής στο ΝΑΤΟ — η ισχυρότερη μη αραβική μουσουλμανική δύναμη με επιρροή σε πολλαπλά μέτωπα: Μέση Ανατολή, Ανατολική Μεσόγειος, Καύκασος, Εύξεινος Πόντος, Περσικός Κόλπος, Κεντρική Ασία και Βόρεια Αφρική».

Σημειώνει δε ότι «η Άγκυρα διαθέτει ένα διπλωματικό πλεονέκτημα που λίγες χώρες έχουν: έχει κατορθώσει να μιλά ταυτόχρονα με όλους χωρίς να ταυτίζεται πλήρως με κανέναν. Στην Ουάσιγκτον προβάλλεται ως αναντικατάστατος σύμμαχος που ελέγχει τα Στενά των Δαρδανελίων, διαθέτει τη βάση του Ιντσιρλίκ και έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς του ΝΑΤΟ. Στη Ρωσία λειτουργεί ως ενεργειακός κόμβος και εμπορική διέξοδος που παρακάμπτει τις δυτικές κυρώσεις. Στην Κίνα εμφανίζεται ως ο ακρογωνιαίος λίθος του «Μεσαίου Διαδρόμου» που συνδέει την Κίνα με την Ευρώπη.. Στις μοναρχίες του Κόλπου παρουσιάζεται ως εγγυητής διαχείρισης του ριζοσπαστικού πολιτικού Ισλάμ».

Το Ιράν απέναντι στο Ισραήλ για 40 χρόνια

Σύμφωνα με τον ίδιο «για τέσσερις δεκαετίες το Ιράν τοποθετούσε εαυτόν στο επίκεντρο της «αντίστασης» απέναντι στο Ισραήλ και στην αμερικανική πρωτοκαθεδρία. Οι πρόσφατες επιθέσεις δεν εξαφάνισαν αυτό το αφήγημα — αποδυνάμωσαν όμως τον βασικό του εκφραστή. Το κενό αυτό σπεύδει να καλύψει τώρα η Άγκυρα, επιδιώκοντας ηγετικό ρόλο στον ευρύτερο μουσουλμανικό κόσμο — κάτι που είχε κατορθώσει ο Νάσερ στη δεκαετία του 1950. Η οξύτατη ρητορική κατά των ισραηλινών επιχειρήσεων στη Γάζα και η καταδίκη των επιθέσεων κατά του Ιράν ενισχύουν αυτή την εικόνα. Η υποτιθέμενη «ηθική στάση» μετατρέπεται έτσι σε πολιτικό κεφάλαιο. Ταυτόχρονα, παρά την αντιδυτική ρητορική, η Τουρκία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ και βαθιά διασυνδεδεμένη με τις δυτικές αγορές. Αυτή η διττή στάση — ρητορική οξύτητα και realpolitik — ορίζει τη σύγχρονη τουρκική στρατηγική».

Η Τουρκία ευνοείται υπό έναν όρο

Για τον Πλατιά ωστόσο η εικόνα «δεν είναι μονοσήμαντη». Όπως επισημαίνει «η Τουρκία ευνοείται υπό έναν όρο: ότι η αποδυνάμωση του Ιράν θα είναι ελεγχόμενη. Το βέλτιστο σενάριο για την Άγκυρα δεν είναι η κατάρρευση της ιρανικής κρατικής οντότητας — κάτι που επιδιώκει Ισραήλ — αλλά η ελεγχόμενη εξασθένησή της: αρκετή ώστε να αυξάνει τη στρατηγική αξία της Τουρκίας, όχι όμως τόσο ώστε να παράγει χάος στα ανατολικά της σύνορα. Μια γενικευμένη αποσταθεροποίηση θα μπορούσε να προκαλέσει προσφυγικές ροές, τρομοκρατία και αναζωπύρωση του κουρδικού ζητήματος. Η Άγκυρα κερδίζει από τη αποδυνάμωση του Ιράν αλλά θα έχανε από την κατάρρευσή του».

Ο ανταγωνισμός Τουρκίας – Ισραήλ

Σε αυτό τον πόλεμο ένας ακόμα ωφελούμενος εκτός της Τουρκίας και σε πλήρη ανταγωνισμό με την Άγκυρα είναι το Ισραήλ. Με τις δηλώσεις που εκτοξεύει ο Ερντογάν κατά του Νετανιάχου να είναι σε ύφος πολεμικό και το ερώτημα κατά πόσο μπορεί να οξυνθεί η αντιπαλότητα ανάμεσα σε Τουρκία και Ισραήλ ή να φτάσει ακόμα και σε σύγκρουση, σε ένα έσχατο σενάριο να παραμένει.

Όπως λέει ο Πλατιάς στο in «το Ισραήλ και η Τουρκία εμφανίζονται ως οι άμεσοι ωφελημένοι από την εξασθένηση του Ιράν, αλλά ωφελούνται με διαφορετικό τρόπο και για διαφορετικούς λόγους».

Το όφελος για το Ισραήλ

Για το Ισραήλ, το όφελος, σύμφωνα με τον καθηγητή Στρατηγικής «είναι πρωτίστως ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Το Ιράν υπήρξε ο βασικός αντίπαλος, ο κύριος υποστηρικτής της Χεζμπολάχ, της Χαμάς, των Χούθι και των ενόπλων δικτύων στη Συρία και το Ιράκ — ένας περιφερειακός «άξονας αντίστασης» που στόχευε στην περικύκλωση και εξασθένηση του Ισραήλ. Η αποδυνάμωση του Ιράν μειώνει την ικανότητά του να προβάλλει ισχύ μέσω αντιπροσώπων, αποδυναμώνει τη χερσαία γέφυρα προς τη Μεσόγειο και, τουλάχιστον προσωρινά, περιορίζει την  ιρανική πυρηνική απειλή. Αν το πυρηνικό πρόγραμμα έχει πράγματι υποστεί σοβαρές ζημιές, το Ισραήλ κερδίζει πολύτιμο στρατηγικό χρόνο για την δημιουργία μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας στην ευρύτερη περιοχή».

Το όφελος για την Τουρκία

Για την Τουρκία, όπως λέει «το όφελος είναι περισσότερο γεωπολιτικό. Η αποδυνάμωση του Ιράν διευρύνει το γεωπολιτικό αποτύπωμα της Άγκυρας από τη Συρία μέχρι τον Καύκασο και από τον Περσικό Κόλπο μέχρι την Κεντρική Ασία. Ιδιαίτερα στη Συρία, μετά την πτώση του καθεστώτος Ασαντ, η Άγκυρα βλέπει την ευκαιρία να παγιώσει στρατιωτική και πολιτική παρουσία εκεί όπου πριν κυριαρχούσε η Τεχεράνη».

Το πρόβλημα

Και όπως υπογραμμίζει «ακριβώς εδώ όμως αρχίζει και το πρόβλημα. Η εξασθένηση του Ιράν δεν αναβαθμίζει απλώς τη θέση της Τουρκίας έναντι της Δύσης — οξύνει ταυτόχρονα τον ανταγωνισμό της με το Ισραήλ. Η Ιερουσαλήμ συνέβαλε καθοριστικά στη διάβρωση της ιρανικής επιρροής στη Συρία, αλλά δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί μακροπρόθεσμα την αντικατάστασή της από την Τουρκία».

Σύμφωνα με τον Πλατιά «το ισραηλινό στρατηγικό κατεστημένο παρακολουθεί με αυξανόμενη ανησυχία το διευρυνόμενο τουρκικό αποτύπωμα στην περιοχή: στρατιωτική παρουσία στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου και στη Συρία, βάση στο Κατάρ, εγκαταστάσεις στη Σομαλία, ισχυρή παρουσία στη δυτική Λιβύη. Σε συνδυασμό με το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», η Τουρκία επηρεάζει τις ενεργειακές και εμπορικές διασυνδέσεις του Ισραήλ με τη Δύση. Από ισραηλινή σκοπιά, αυτό το γεωγραφικό τόξο δημιουργεί αίσθηση στρατηγικής περικύκλωσης».

Δομικός ο ανταγωνισμός Ισραήλ – Τουρκίας

«Ο ανταγωνισμός είναι συνεπώς δομικός και όχι απλώς ρητορικός. Ήδη διαμορφώνονται ανταγωνιστικοί γεωπολιτικοί άξονες: από τη μία η Τουρκία με το Πακιστάν και τη Σαουδική Αραβία, από την άλλη το Ισραήλ με τα ΗΑΕ, την Ελλάδα, την Κύπρο και την Ινδία» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Πλατιάς.

Παρ’ όλα αυτά δεν θεωρεί ότι «βρισκόμαστε κοντά σε άμεση στρατιωτική σύγκρουση Ισραήλ-Τουρκίας. Υπάρχουν ακόμη ισχυροί μηχανισμοί αποφυγής σύγκρουσης και γίνονται ήδη σοβαρές προσπάθειες αμερικανικής διαμεσολάβησης. Όμως η αντιπαλότητα είναι υπαρκτή και πιθανότατα θα ενταθεί όσο αποδυναμώνεται το Ιράν. Στη γεωπολιτική, όταν αποδυναμώνεται ένας ισχυρός πόλος, οι άμεσοι ωφελημένοι συχνά μετατρέπονται σε νέους ανταγωνιστές για την αναδιανομή της ισχύος στην περιοχή».​