«Θέλουμε μια κανονική σχέση με την Τουρκία. Η γεωγραφία είναι δεδομένη» δήλωνε για μία ακόμα φορά την Πέμπτη ο Υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης (ΕΡΤ) μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν στην Άγκυρα.

Ανώτατες διπλωματικές πηγές ωστόσο επιμένουν ότι «μακρά ειρήνη στην περιοχή μπορεί να έρθει με οριοθέτηση».

Ο Ερντογάν επιβεβαίωσε τη γραμμή Φιντάν

Οι ίδιες πηγές μιλώντας στο in τόνιζαν ότι στην Άγκυρα στη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν έλαβε χώρα η δομημένη συνέχεια των όσων «τροχιοδεικτικά» έλεγε μέχρι σήμερα ο τούρκος Υπουργός Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, δηλαδή το γεγονός ότι ο τούρκος πρόεδρος είπε ότι δεν υπάρχουν άλυτα θέματα – τόσο για το εύρος όσο και για την ουσία – και ακόμα πιο σημαντικό ότι αυτά θα λυθούν με βάση το διεθνές δίκαιο.

Με την Τουρκία να δείχνει ότι, προς το παρόν, αφήνει πίσω τα περί λύσης με βάση το δίκαιο του ισχυρού.

Ο ρόλος του SAFE

Στην Άγκυρα είναι άλλωστε απολύτα συνειδητοποιημένοι ότι η Αθήνα δεν θα υπαναχωρήσει στο θέμα του SAFE. Με δεδομένο ότι η Τουρκία δεν μπορεί να υποστηρίξει στο εσωτερικό της την άμεση άρση του casus belli, έχει γίνει κατανοητό ότι η ένταξη της Άγκυρας στην ευρωπαϊκή άμυνα μπορεί να γίνει μόνο εφόσον λυθεί το ζήτημα που παράγει το casus belli και αυτό είναι οι οριοθετήσεις.

Με αποτέλεσμα το SAFE να έχει εξελιχθεί σε ένα σημαντικό διαπραγματευτικό χαρτί στα χέρια της Αθήνας. Και εφόσον η Τουρκία ενταχθεί πληρώντας τις προϋποθέσεις που θέτει η Ελλάδα, αυτό θα την υποχρέωνε τα μπει σε μία γραμμή παραγωγής, που θα της επέβαλε συγκεκριμένα όρια και όρους.

Το απαιτούμενο πολιτικό κεφάλαιο

Στα εμπόδια που πρέπει να ξεπεράσει η ελληνική διπλωματία για να προχωρήσει είναι ότι η κυβέρνηση έχει αναλώσει σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο για μικρότερου βεληνεκούς υποθέσεις και δεν είναι σαφές ότι έχει αποθέματα να επενδύσει στα ελληνοτουρκικά.

Ενώ την ίδια στιγμή η στάση Σαμαρά και Καραμανλή, οι οποίοι προέρχονται από τη ΝΔ, χαρακτηρίζονται ως ένα επίσης μεγάλο εμπόδιο, καθώς και φωνές εντός της της κυβέρνησης.

Το casus belli και οι αναφορές στο διεθνές δίκαιο

Ακόμα και έτσι όμως δεν μπορεί κανείς να μην αναγνωρίσει ότι πλέον δεδομένης της συγκυρίας και των συμφερόντων της Τουρκίας, η γλώσσα Ερντογάν κινείται προς τις δύο προϋποθέσεις που θέτει παγίως η Αθήνα για να ξεκινήσει η οποιαδήποτε συζήτηση, που είναι πως μία μόνο διαφορά μπορεί να παραπεμφθεί στη διεθνή διαιτησία, αυτή της οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και υφαλοκρηπίδας και λύση επί τη βάσει του διεθνούς δικαίου.

Με διπλωματικές πηγές να αναγνωρίζουν πως αν χαθεί και αυτή η ευκαιρία, οι δύο πλευρές να επιχειρήσουν να καλύψουν την απόσταση που τις χωρίζει και να επιχειρήσουν να συζητήσουν για την οριοθέτηση, η επόμενη δεν είναι σαφές πότε θα υπάρξει.

Ενέργεια και καλώδια

Όσον αφορά τις ανακοινώσεις περί αποφασιστικότητας των δύο χωρών «να αξιολογήσουν τις υφιστάμενες ευκαιρίες συνεργασίας στον τομέα της ενέργειας -ιδίως στον τομέα της διασύνδεσης ηλεκτρικής ενέργειας και των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας- με στόχο την ενίσχυση της περιφερειακής σταθερότητας», διπλωματικές πηγές σημείωναν στο in πως δεν υπήρξε συμφωνία για κάτι συγκεκριμένο.

Ωστόσο για την Τουρκία, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, φαίνεται να μην τίθεται ζήτημα δημιουργίας προβλήματος με καλώδια που αφορούν ηλεκτρικές διασυνδέσεις.

Δύσκολο γεωπολιτικό τοπίο

Την ίδια στιγμή δεν παραγνωρίζει κανείς το δυστοπικό και ρευστό γεωπολιτικό περιβάλλον που διαμορφώνεται αυτή τη στιγμή, το οποίο δεν ευνοεί απαραίτητα συζητήσεις για λύσεις. Με δεδομένο μάλιστα πως η Αθήνα κυρίως, αλλά και η Άγκυρα, δεν θεωρούν προς το συμφέρον τους την ενδεχόμενη εμπλοκή Τραμπ στα ελληνοτουρκικά. Μάλλον το αντίθετο.

Ωστόσο όπως ανέφερε ο Γεραπτρίτης (ΕΡΤ) «υπό τις παρούσες συνθήκες εξαιρετικά σύνθετης και ρευστής γεωπολιτικής κατάστασης, είναι σημαντικό να υπάρχει μία σχέση, η οποία να αποσυμπιέζει τις εντάσεις. Αυτό θα συνεχιστεί. Εκείνο το οποίο αποφάσισαν οι ηγέτες και το Ανώτατο Συμβούλιο ήταν να διατηρηθούν οι δίαυλοι επικοινωνίας και να επεκταθούν αυτοί σε περισσότερα επίπεδα».

Ο πολιτικός διάλογος

Σε αυτό το πλαίσιο ο πολιτικός διάλογος είναι σαφές ότι έχει εξελιχθεί σε ένα εργαλείο διαχείρισης κρίσεων, παρ’ όλα αυτά διπλωματικές πηγές αναγνωρίζουν ότι δεν πρέπει να περιοριστεί σε αυτό το ρόλο με τον κίνδυνο να μην καταφέρει να παράξει λύσεις αντίστοιχα με τις διερευνητικές επαφές, που διεξάγονταν επί 20 χρόνια χωρίς αποτέλεσμα.

Παρά τα θετικά που καταγράφηκαν στη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν η απόσταση που πρέπει να καλύψουν Αθήνα – Άγκυρα παραμένει – σύμφωνα με ανώτατες διπλωματικές πηγές – μεγάλη και η Ελλάδα εξακολουθεί να δηλώνει επιφυλακτική απέναντι στις δηλώσεις της Τουρκίας.

Όπως ανέφερε ο Γεραπετρίτης δε «εάν με ρωτάτε αν σήμερα υπάρχει το επίπεδο ωριμότητας για να πάμε ένα βήμα μπροστά, εγώ θα σας έλεγα ότι ακόμη δεν έχει υπάρξει αυτή η συνθήκη, διότι δεν έχουμε καταλήξει στο εύρος της συζήτησης. Όμως, θα επιμείνω στις θέσεις των δύο ηγετών, οι οποίες είχαν ένα κοινό σημείο. Και το κοινό σημείο είναι ότι αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε ένα ικανοποιητικό και λειτουργικό επίπεδο σχέσεων, το οποίο μας επιτρέπει αφενός να διαχειριζόμαστε τις εντάσεις και να αυξάνουμε τους διαύλους μας και από την άλλη πλευρά δημιουργεί μια συνθήκη έτσι ώστε να προχωρήσουμε και στα πιο δύσκολα».

Ενώ όπως επεσήμανε η αναφορά του πρωθυπουργού πως είναι ώρα να σταματήσουν οι απειλές πολέμου, υπό οποιαδήποτε μορφή αφορούσε οτιδήποτε συνιστά απειλή για την κυριαρχία της χώρας.

Με τα «ήρεμα νερά» να χαρακτηρίζονται υψίστης σημασίας και να τονίζεται πως ποτέ δεν πρέπει να θεωρούνται δεδομένα.