
Ναπολέων Βοναπάρτης: Η δεινώς προσβλητική δουλεία
Το δράμα της αιχμαλωσίας
Αδιαφορών προς τας εφημέρους επικαιρότητας, ο Γάλλος ιστορικός κ. Οκτάβ Ωμπρύ (σ.σ. Octave Aubry, 1881-1946, γάλλος συγγραφέας και ιστορικός), ο οποίος εδημοσίευσε πέρυσι τον «Βασιλέα της Ρώμης», μίαν δραματικήν βιογραφίαν του Αετιδέως (σ.σ. ο αετιδεύς είναι το αετόπουλο, ο νεοσσός αετού), αφηγείται τώρα εις τους συμπατριώτας του τας εντυπώσεις του από μίαν έρευναν εις την Αγίαν Ελένην, το νησί της εξορίας και του θανάτου του Ναπολέοντος. Βλέποντας το σημερινό νησί, αναπολεί επί τη βάσει των ιστορικών ντοκουμέντων την ατμόσφαιραν του 1815, όταν μετεφέρθη διά να ριφθή επάνω εις τον άξενον βράχον ο φοβερός ηττημένος του Βατερλώ. Και μέσα εις το ξαναζωντανευμένον αυτό πλαίσιον παρουσιάζει φθίνοντα κατά τρόπον σπαρακτικόν τον έκπτωτον αυτοκράτορα, τον εγκαταλελειμμένον στρατηλάτην.
«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 26.7.1933, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»
Έχουν γραφή πολλά διά το ύπουλον κλίμα του νησιού αυτού, διά την ελονοσίαν που το εμάστιζε, διά την άξενον γην του, διά τους αθλίους όρους στεγάσεως και διαβιώσεως του αιχμαλώτου αυτοκράτορος και της ακολουθίας του. Αλλά, μας λέγει ο Γάλλος ιστορικός, πρέπει να είμεθα βέβαιοι ότι το μαρτύριον του Ναπολέοντος υπήρξεν όχι τόσον υλικόν όσον ηθικόν. Είχεν εμπιστευθή τον εαυτόν του άνευ όρων εις την Αγγλίαν· και η Αγγλία ήθελε τώρα να τον μεταχειρισθή ως αιχμάλωτον πολέμου. Ηρνείτο εις αυτόν τον αυτοκρατορικόν του τίτλον, τον οποίον εν τούτοις είχε καθιερώση ένας πάπας και ο οποίος από δεκαετίας παρετίθετο φαρδύς πλατύς εις όλα τα ευρωπαϊκά πρωτόκολλα. Ο Ναπολέων ήταν έτοιμος να ζήση υπό αφανές όνομα εις την Αγγλίαν ή την Αμερικήν. Αλλά αφ’ ης στιγμής τον μετεχειρίζοντο ως αντάρτην στρατηγόν, ανωρθώθη, ηθέλησε να παραμείνη για όλους, εις πάσαν περίστασιν και μέχρι τέλους, ο αυτοκράτωρ. Το δράμα της αιχμαλωσίας του εις αυτό κατ’ ουσίαν έγκειται. Επεδεινώθη δε από τας διχονοίας του περιβάλλοντος του Ναπολέοντος — έριδας για ζητήματα προβαδίσματος, γυναικείας ζηλοτυπίας, απληστίαν ωρισμένων υπηρετών. Ωξύνθη δε τέλος και κατέστη τραγικώτερον λόγω της μετριότητος του κυβερνήτου, τον οποίον η αγγλική κυβέρνησις έστειλεν εις την Αγίαν Ελένην, του περιβοήτου σερ Χούδσον Λόου (σ.σ. Sir Hudson Lowe, βρετανός στρατηγός, 1769-1844).
«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 26.7.1933, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»
Ο Λόου δεν ήταν ίσως κακός. Αλλά οι ώμοι του ήσαν μικροί διά τον τρομερά βαρύν και λεπτότατον άθλον: την εξασφάλισιν της φρουρήσεως του Ναπολέοντος με αρκετόν τακτ και ελαστικότητα, ώστε να μετριάζη την πικρίαν της κρατήσεώς του. Δυστυχώς ο Λόου δεν είχεν ούτε ελαστικότητα ούτε τακτ. Ήταν αδέξιος, σχολαστικός, δειλός, δύσπιστος. Ήταν ένας στρατιωτικός γραφειοκράτης. Η ευθύνη του τον συνέτριβε: δεν τον έπαιρνεν ύπνος. Ο Ουέλλιγκτον έλεγεν: «Είνε βλάκας». Υπήρξε πράγματι ένας τυφλός, κατά γράμμα εκτελεστής των οδηγιών τας οποίας του έστελναν από το Λονδίνον άνθρωποι που ούτε την Αγίαν Ελένην εγνώριζαν ούτε τον χαρακτήρα του αιχμαλώτου.
Κατά τας αρχικάς οδηγίας επετρέποντο εις τον Ναπολέοντα περίπατοι εφ’ ίππου ή αμάξης εις ακτίνα 12 μιλίων περί την κατοικίαν του. Αλλά στο νησί αυτό, όλο γκρεμούς και βράχια, δεν υπήρχαν σχεδόν παρά στενά μονοπάτια, ελάχιστα, όπου ο Ναπολέων και η ακολουθία του ημπορούσαν να εξέρχωνται πεζή. Ο Λόου ηλάττωσε την ακτίνα της περιοχής αυτής εις οκτώ μίλια. Έβαζε σκοπούς, μόλις εβράδυαζεν, «έως κάτω από τη μύτη του Ναπολέοντος». Και, μη αρκούμενος εις την τοποθέτησιν κανονιών επάνω εις όλα τα υψώματα και εις το γεγονός ότι διέθετε τρεις χιλιάδες στρατιώτες και μίαν μοίραν στόλου εν επιφυλακή, κατατρυχόμενος διαρκώς υπό του φόβου μιας αποδράσεως την οποίαν η φύσις της νήσου, το απόκρημνον των ακτών της, καθίστα σχεδόν αδύνατον και, εν πάση περιπτώσει, εύκολον να προληφθή εάν εφρουρείτο η θάλασσα και ετοποθετούντο μερικά φυλάκια εις τα σπάνια προσιτά σημεία, απήτησεν όπως ο αξιωματικός, ο οποίος είχε τοποθετηθή εις την κωμόπολιν της εξορίας διά να επιτηρή τους αιχμαλώτους, βλέπη καθημερινώς τον Ναπολέοντα. Ο αυτοκράτωρ ηρνήθη να υποταχθή εις αυτήν την δεινώς προσβλητικήν δουλείαν. Η ρήξις του με τον Λόου υπήρξε παταγώδης και ανέκκλητος. Έκτοτε οι Γάλλοι ευρέθησαν ακόμη πιο απομονωμένοι, πιο υποταγμένοι εις τους θυμούς και τας αυθαιρεσίας του κυβερνήτου. Ο Ναπολέων δεν έβλεπε πια κανέναν, δεν έβγαινε πια, εκλείσθη στα μικρά του δωμάτια, όπου άκουε τις μουσικές των Άγγλων στρατιωτών, των οποίων διέκρινε τα αντίσκηνα από το παράθυρόν του. Αυτός ο τόσον δραστήριος πάντοτε, έχασε κάθε δραστηριότητα. Δεν είχε πια όρεξι για δουλειά. Παράτησε τα «Απομνημονεύματά» του. Μια απέραντη, μια τρομερή ανία έπεσεν επάνω του, τον ετύλιξε σαν δίχτυ τόσο βαρύ, που δεν τον άφηνε πια ούτε να κουνηθή.
Από την μητέρα του, από τους αδελφούς του δεν ελάμβανε παρά κατ’ αραιά διαστήματα γράμματα γεμάτα επιφυλάξεις, τα οποία είχον διαβάση πριν από αυτόν η αγγλική κυβέρνησις και ο Λόου και τα οποία του παρεδίδοντο απεσφραγισμένα. Δεν τα εδιάβαζε καν. Προς τι; Τι θα εμάθαινεν από αυτά τα γράμματα; Ήξερε πως η γυναίκα του τον απατούσε. Προσεποιείτο άγνοιαν διά λόγους δυναστικού συμφέροντος, προς χάριν του γυιου του, του οποίου η σκέψις δεν τον άφηνε. Δεν είχε καμμιάν είδησι για το παιδί του. Σε πέντε χρόνια μέσα ούτε μια γραμμή δεν επήρεν από τα χέρια του, ούτε ένα σημάδι που να δείχνη ότι δεν τον είχεν ολότελα ξεχάση. Ο Ναπολέων το έβλεπε με τα μάτια της φαντασίας του να μεγαλώνη μέσα στα αυστριακά παλάτια, πρίγκηψ ανατρεφόμενος με γερμανικάς αρχάς από μιαν οικογένεια που εφρόντιζε κυρίως να σβύση και να απομακρύνη από την καρδιά του και το μυαλό του κάθε ανάμνησιν της καταγωγής του. Και η σκέψις αυτή τον εβασάνιζεν, εγέμιζε την ψυχή του πίκρα. Εν τούτοις δεν απηλπίζετο. Έμενε πάντα πεπεισμένος ότι ο βασιλεύς της Ρώμης, «το καημένο, το μαρουλάκι του», θα ηλευθερώνετο μιαν ημέραν από την αυστριακήν παγίδα και, ανακαλούμενος υπό της Γαλλίας, θα παλινώρθωνε την αυτοκρατορίαν. Το μαρτύριον του πατέρα θα έστεφε τον υιόν. «Αν εγώ πεθάνω εδώ», επανελάμβανε στους οικείους του, «αυτός θα βασιλεύση». Γι’ αυτό, μετά τα πρώτα χρόνια, από του 1815 μέχρι τέλους του 1818, οπότε είχεν υπολογίση ότι θα εσημειώνετο μεταστροφή της ευρωπαϊκής πολιτικής ή της βρεττανικής κοινής γνώμης υπέρ της συντομεύσεως της εξορίας του, το επήρε πια απόφασιν να πεθάνη επάνω στο ξερόνησό του, με την σκέψιν ότι έτσι άνοιγεν ένα απεριόριστον μέλλον σ’ εκείνον τον οποίον αναμφιβόλως είχεν αγαπήση σ’ όλη του τη ζωή περισσότερον από κάθε άλλον.
Ο τάφος του Ναπολέοντος Βοναπάρτη στη νήσο της Αγίας Ελένης
Τα τελευταία χρόνια υπήρξαν, πραγματικά, πολύ σκληρά. Οι σύντροφοί του, ο ένας μετά τον άλλον, τον εγκατέλειπαν. Και οι ελάχιστοι, υπηρέται κατά το πλείστον, που έμεναν μαζί του, ήθελαν και αυτοί να φύγουν, να γυρίσουν στη Γαλλία. Ο αυτοκράτωρ τούς εκρατούσεν όπως ημπορούσε — πότε φέρνοντάς τους στο φιλότιμο, πότε επικαλούμενος την ιδέαν του καθήκοντος, πότε προσπαθών να τους δελεάση με το συμφέρον. Εκείνο που είνε απείρως σπαρακτικόν είνε ότι για να τους κάνη να υπομείνουν, για να κατορθώση να τους πείση να του αφιερώσουν μερικούς ακόμη μήνες της ζωής των, οι δυστυχείς αυτοί οι οποίοι δεν είνε κάθε ημέραν ήρωες, τους έλεγε συχνά «πως δεν θα ζήση πολύν καιρόν ακόμη» και ότι, αν θέλουν να περιμένουν λιγάκι, θα τους κάμη πλουσίους. Αυτό υπήρξε το φρικτόν τέλος. Όχι σκηνές εποποιίας, αλλά πολλή απλή ανθρώπινη δυστυχία κάτω από τα δεσμά της αιχμαλωσίας.
*Άρθρο αφιερωμένο στο τέλος του Ναπολέοντος Βοναπάρτη, υπό τον τίτλον «Πώς έσβυσεν αιχμάλωτος ο Μέγας Ναπολέων». Είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα» την Τετάρτη 26 Ιουλίου 1933.
Ο Ναπολέων Βοναπάρτης απεβίωσε στις 5:49 μ.μ. της 5ης Μαΐου 1821 στη νήσο της Αγίας Ελένης, στο νότιο Ατλαντικό ωκεανό.
Ο Μέγας Ναπολέων, ο οποίος βρισκόταν εκεί εξόριστος από τα μέσα Οκτωβρίου του 1815, έφυγε από τη ζωή πριν συμπληρώσει τα 52 του χρόνια (είχε γεννηθεί στο Αιάκειο της Κορσικής στις 15 Αυγούστου 1769).
- Μεγαλώνει το χάσμα στις συντάξεις μεταξύ του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα
- Η Ντόλι Πάρτον ακύρωσε τις εμφανίσεις της στο Λας Βέγκας
- Δολοφονία 20χρονου στην Κρήτη: Πώς έστησε την ενέδρα θανάτου ο 54χρονος
- Συνταγή: Ψαρονέφρι με κρασί και μέλι
- Τελικά οι υψηλότεροι φόροι διώχνουν τους πλούσιους; Το σχέδιο του Μαμντάνι στη Νέα Υόρκη επαναφέρει το ερώτημα
- Στο Πεκίνο ο Αραγτσί, συναντάται με τον κινέζο ΥΠΕΞ – Πρόοδο στις διαπραγματεύσεις με το Ιράν, βλέπει ο Τραμπ

