Μια έκθεση του ελληνικού βιβλίου, που οργάνωσε στην Κύπρο το Γενικόν Προξενείον της Ελλάδος, μ’ έφερε για πρώτη φορά στο μεγάλο ελληνικό νησί. Έζησα εκεί λίγες μέρες ανάμεσα στα ήμερα, εγκάρδια πρόσωπα των νησιωτών, μέσα στα μεγάλα βουνά και στον χρυσό, θερισμένο κάμπο τους, μέσα στις ωραίες πόλεις τους, που φυλάνε ακόμα τα ίχνη του αγωνιστικού πάθους για την Ελευθερία, και μέσα στα μοναστήρια και τα ξωκκλήσια των βυζαντινών καιρών. Μίλησα με πολλά πρόσωπα, αρχίζοντας από την κεφαλή της Πολιτείας, τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και τους υπουργούς του. Μίλησα με τους εκπαιδευτικούς της Κύπρου, που θυμίζουν τους διδασκάλους του Γένους του παλαιού καιρού, συναναστράφηκα λίγο με τη νειότη, με τα παιδιά της Κύπρου, τα αγόρια και τα κορίτσια, που διδάξανε στη νεολαία της Ευρώπης την αρετή και την αξιοπρέπεια του ελευθέρου ανθρώπου. Μίλησα με λογοτέχνες, με καλλιτέχνες της Κύπρου, με εμπόρους, με κυρούλες του πένθους, με βασανισμένους, με τον ιερέα-φρουρόν της Παναγίας της Ασίνου παραπομπήν αυθεντική στους χρόνους των Μυκηνών και στους χορούς των γερόντων των τραγικών. Επήγα στα σχολεία, στο Παγκύπριον Γυμνάσιον, το περιώνυμο, στην Παιδαγωγική Ακαδημία, στο Αρχαιολογικό Μουσείο και στο Μουσείο της Λαϊκής Τέχνης της Λευκωσίας. Άκουσα ιστορίες του παλαιού καιρού και χρονικά τού εντελώς πρόσφατου καιρού του αγώνος για την Ελευθερία. Λέγανε όλα για το παραμύθι, το συναξάρι του Ελληνισμού σ’ αυτά τα ακραία σημεία του Αρχιπελάγου μας.

Κι’ ένα μεσημέρι που έκαιγε ο ήλιος, άκουσα άξαφνα, έξω απ’ το ξενοδοχείο που έμενα, στίφη που ούρλιαζαν. Ήταν φωνή κοπαδιού, άγρια, που ερχόταν από έγκατα, από ερημιά, από ξυπνημένη ανάγκη να δαγκάσει και να πνίξει, από το πεινασμένο θεριό που θέλει να χιμήξει: ήταν μια τουρκική διαδήλωση, με σημαίες, με τζιπ και φορτηγά αυτοκίνητα που κορνάριζαν διαμονισμένα και τρέχαν, με γυναίκες έξαλλες που ούρλιαζαν, με ξεμανίκωτους άντρες που κουνούσαν τα χέρια και φοβέριζαν. Πήγαιναν, καθώς έμαθα, στο αεροδρόμιο να υποδεχτούνε δεν ξέρω ποιον δικό τους.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 28.6.1960, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Τότε θυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια, τη χαμένη μικρασιατική πατρίδα μου, τον αλύτρωτο όπως τον λέγαν τότε Ελληνισμό. Σ’ αυτή την επιστροφή βοηθούσαν όλα: Το ράσο που είναι η κεφαλή και το καταφύγιο του Χριστιανισμού, τα θαυμαστά σχολεία όπου φυλάγεται αναμμένη η λαμπάδα της παιδείας και του παρελθόντος, ένας αέρας καρτερίας μέσα στην πίστη και στην ανησυχία. Και ο Τούρκος με την παντιέρα του που φώναζε.

Ο πρώτος λόγος κάθε ανθρώπου που ταξιδεύει σήμερα στην Κύπρο δεν μπορεί παρά να είναι λόγος δοξαστικός του πάθους της για την Ελευθερία. Αναπολούμε συνεχώς αυτό το πάθος καθώς τριγυρνάμε το νησί. Αναθυμόμαστε εκείνο το πρωινό όταν μαθαίναμε πως χτυπήσαν οι καμπάνες των εκκλησιών στα χωριά και στα βουνά και στις ακρογιαλιές της Κύπρου. Όπως τον καιρό που δίναν μήνυμα πως φτάνουν τα κουρσάρικα να φυλαχτεί ο λαός. Ή σα να ήταν να δοξολογηθεί ο Θεός για μια νίκη της χριστιανοσύνης. Ή σα να ήταν να γίνει λιτανεία. Γενιές αμέτρητες, αιώνων οι πρόγονοι, είχαν ξυπνήσει εκείνο το πρωινό κι’ ακολουθούσαν τα βήματα των νησιωτών της Κύπρου που, ντυμένοι στα καλά τους, τραβούσαν κατά την εκκλησιά όπου χτυπούσε η καμπάνα. Τους ξεπροβόδιζαν οι γυναίκες τους, σιωπηλές, ασάλευτες, με τα μάτια στηλωμένα απάνω τους τα καστανά, ζεστά μάτια των γυναικών του Αρχιπελάγου μας. Κι’ αυτοί, οι νησιώτες, μη κοιτάζοντας πίσω, κοιτάζοντας μονάχα εμπρός, σοβαροί κι’ αυτοί κι’ αμίλητοι καταπώς ταίριαζε στην πράξη που πήγαιναν να κάμουν, βάδιζαν αργά κατά την εκκλησιά τους. Εκεί, μπαίνοντας, κάναν τον σταυρό τους πρώτα, προχωρούσαν ύστερα κι’ ασπάζονταν τον Άγιό τους με τα μισοσβησμένα χρώματα των βυζαντινών καιρών. Ύστερα φτάναν στο ανοιχτό βιβλίο. Στέκονταν ταραγμένοι, πάλι κάναν τον σταυρό τους, σκύβαν πάνω στο βιβλίο και υπέγραφαν.


Έτσι είχε αρχίσει η δύσκολη ώρα των Ελλήνων της Κύπρου. Έτσι είχε αρχίσει πάλι να λειτουργεί αυτή η μυστική, η ακατάβλητη δύναμη του ανθρώπου που καμμιά βία δε γίνεται να τη δαμάσει: η ψυχή. Η φωνή η εκ βαθέων που υπαγορεύει τον κανόνα της αρετής, που εμπνέει και παρηγορεί, που δημιουργεί πράξεις αυτοθυσίας και τόλμης για τις οποίες έλεγες πως είναι αδύναμο το σώμα. Που παίρνει απλοϊκούς ανθρώπους της γης και της θάλασσας, του καθημερινού μόχθου, και τους κάνει ήρωες, αρχαγγέλους, να λαμποκοπούν μέσα στις σελίδες της Ιστορίας.


«ΤΟ ΒΗΜΑ», 28.6.1960, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Η Εκκλησία, το Σχολείο, η Ιστορία της Κύπρου υπαγορεύαν την πορεία, δείξανε το δρόμο που ανηφορίζει. Από κει και πέρα λειτουργούσε ο νόμος, σχεδόν αυτοματικά, με την ίδια αναγκαιότητα που λειτούργησε στις υψηλότερες ώρες αυτού του έθνους. Οι ώριμοι άντρες και γυναίκες τους κάμαν την αρχή, οι γερόντοι και οι γερόντισσες τούς παραστέκανε, τους ευλογούσαν που φεύγαν. Ύστερα ήρθε η σειρά των παιδιών. Ο θάνατος είχε γίνει όραμα, κανόνας ζωής για τους εφήβους: ο άξιος θάνατος, για την Ελευθερία, για την Κύπρο. Δε λογάριαζαν πια πώς να κρατηθούνε στη ζωή, πώς να δημιουργήσουν μέλλον. Η επαύριον γι’ αυτούς ήταν άλλη εκείνη η ώρα η πέραν από τα φυσικά, η πέραν του κόσμου τούτου, η λύτρωση της ψυχής μες στο θάνατο, για την ιδέα του ανθρώπου, του ελευθέρου ανθρώπου. Οι νέοι και οι νέες της Κύπρου είχαν πια παραδείγματα προς μίμησιν, τους φίλους των που πέρασαν το σύνορο, που έγιναν παραμύθι και αίμα, που έγιναν μοιρολόι και ρίζες. Σαν σκοτώθηκαν και τους περνούσαν απ’ τους δρόμους των χωριών τους, τους ράναν τους συμμαθητές τους, τους φίλους τους, με λουλούδια και τους κλάψαν. Ύστερα, χωρίς καν να χρειαστεί να περάσει ο καιρός που οι μάρτυρες γίνονται άγιοι, οι έφηβοι της Κύπρου κάναν εικονίσματα τους ήρωές τους, εκείνο το παλικάρι τον Αυξέντιον, το νέο ανθυπολοχαγό της Κύπρου, που σε μια νύχτα έγινε δόξα. Προσπαθούσαμε και εμείς να ξαναπλάσουμε μες στην καρδιά μας τις τελευταίες ώρες του. Ο νέος ανθυπολοχαγός, καταχωσμένος στη σπηλιά του, ακούει έξω τη βροχή και τα βήματα. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ζεστό για τον άνθρωπο απ’ τη βροχή και τα βήματα. Όμως εδώ τα βήματα είναι θάνατος. Ο νέος ανθυπολοχαγός της Κύπρου πρέπει ν’ αποφασίσει μόνος να τ’ αποχωριστεί για πάντα τα βήματα των ανθρώπων. Ο νόμος της παλικαριάς λειτουργεί μέσα του σωστά: τις στιγμές που αποφασίζουν για ζωή και για θάνατο τις περνάμε καταμόναχοι, δε γίνεται αλλιώς, έτσι πρέπει. Ο νέος ανθυπολοχαγός αφήνει τους λίγους συντρόφους του της σπηλιάς να παραδοθούνε στους διώκτες τους, για να πάρει αυτός απάνω του, μόνος, όλη τη μοίρα της απόφασης.


Έτσι γίνεται στην τέχνη: σ’ ένα πρόσωπο συμπυκνώνεται η αρετή και το πάθος μιας εποχής, μιας γενιάς. Έτσι γίνεται στη ζωή όταν τη ζεις σωστά: Ένας ανθυπολοχαγός καταλασπωμένος, καταξεσκισμένος, με όρθια την ψυχή, με τα αστραφτερά μάτια, θα εκφράσει όλους τους ανθυπολοχαγούς, όλη τη γενιά του, όλη την εποχή του. Λειτουργούσε κι’ εδώ ο ελληνικός νόμος σωστά: η φωνή που υπαγόρευε την πράξη ερχόταν απ’ το βάθος του χρόνου, απ’ το αίμα, απ’ τη συνείδηση. Η μνήμη αυτού του παλικαριού-συμβόλου θα μας συνοδεύει σ’ όλο το ταξίδι μας στην Κύπρο. Ως τη σπηλιά της θυσίας του, που θα την αναζητήσουμε ένα πρωινό στην κοιλάδα των βουνών του Μαχαιρά, κάτω απ’ το περιώνυμο μοναστήρι των βυζαντινών καιρών.

*Κείμενο του Ηλία Βενέζη, που έφερε τον τίτλο «Κύπρος – Καλοκαίρι του 1960» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Τρίτη 28 Ιουνίου 1960.

Ο λογοτέχνης και ακαδημαϊκός Ηλίας Βενέζης γεννήθηκε στο Αϊβαλί (Κυδωνίες) της Μικράς Ασίας στις 4 Μαρτίου 1904 και απεβίωσε στην Αθήνα στις 3 Αυγούστου 1973.


Ο Βενέζης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Ηλία Μέλλου) τιμήθηκε με το Α’ Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας και τον Έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών.