Ένα δυνατό «όχι» είχε ζητήσει από τις συμπατριώτισσες και τους συμπατριώτες του ο Τάσσος Παπαδόπουλος στις 7 Απριλίου 2004, στο ιστορικό διάγγελμά του ενόψει του κρίσιμου δημοψηφίσματος για την αποδοχή ή την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν.

Και το είχε πάρει αυτό το ηχηρό «όχι», από τη συντριπτική πλειονότητα των Ελληνοκυπρίων, χάρη προφανώς στα τεκμηριωμένα επιχειρήματά του, τις καθαρές αλλά και μετρημένες κουβέντες του.

Δυσβάστακτο φορτίο αλήθειαοι οριακές αυτές καταστάσεις, αμείλικτα τα διλημματικού χαρακτήρα ερωτήματα, βασανιστική η ζυγαριά του «ναι» και του «όχι».

Άπαντες, κυβερνώντες και κυβερνώμενοι, ενώπιον των ευθυνών τους, κύριοι της τύχης τους.

Έτσι συμβαίνει στα πολιτεύματα όπου ο πολίτης δεν είναι ένα άλαλο και άπραγο ανδρείκελο, αλλά ζει με ελευθερία επομένως και ευθύνη λόγου και δράσης.

Γι’ αυτά τα «ναι» και τα «όχι» έγραφε πριν από πολλές πια δεκαετίες (για την ακρίβεια το 1951) ο Παύλος Παλαιολόγος τα εξής:

Το όχι είναι η άρνηση. Το ναι είναι η δράση. Μεγάλη κουβέντα το όχι. Πληρώνεται με αίμα. Το τίμημα όμως πηγαίνει χαμένο, αν το ναι δε διαδεχθή το όχι σου. Η σειρά της δράσεως, της γόνιμης προσπάθειας, της αδιάκοπης εργασίας, της πειθαρχίας της μονάδας στο σύνολο, της προσφοράς τού εγώ στο βωμό της ολότητας, της αξιοποιήσεως των καρπών που απέδωσε το όχι. Το ένα συνέχεια του άλλου.

Το όχι είναι έξαρση, είναι ενθουσιασμός, είναι μέθη. Λες ένα όχι και μεταμορφώνεσαι. Ως τη στιγμή εκείνη εβάδιζες από την άκρη του πεζοδρομίου. Όταν το πης μασάς μπαρούτι και βγάζεις φωτιές. Το όχι είναι η ανατροπή των όρων της ζωής, το παιχνίδι με το θάνατο, η μεγάλη περιπέτεια, η κόλαση του πολέμου. Στο τέρμα τού όχι, αν μεν βρεθής νεκρός σε δέχεται τάφος μαρμάρινος, αν φτάσης ζωντανός σε περιμένει η ηρωοποίηση και το μετάλλιο της ανδρείας.

Εντελώς διαφορετικό είναι το ναι. Άδοξο και αθόρυβο. Δε σε περιμένουν τα φύλλα δάφνης στο τέρμα της διαδρομής σου. Ούτε σε παρακολουθούν απεσταλμένοι εφημερίδων όταν βαδίζεις στο μέτωπο της ειρήνης. Ομαδική κι’ εδώ εξόρμηση του συνόλου για το σύνολο. Εξόρμηση όμως που δεν προκαλεί ενθουσιασμούς, δε συνοδεύεται από κωδωνοκρουσίες. Ο ηρωισμός τού ναι δεν είναι παταγώδης. Χωρίς το μνημείο τους οι άγνωστοι στρατιώτες τού ναι· δίχως τις δάφνες τους οι γνωστοί μαχητές του. Ποιος ζητωκραύγασε ποτέ το μυρμήγκι που σέρνεται κουβαλώντας στη φωλιά του τα χειμερινά εφόδια με τα οποία θα συντηρηθή αυτό και η κοινότητα στην οποία ανήκει; Εκείνο που ζητωκραυγάζεις είναι το άλογο του ιππόδρομου που σε δυο λεπτά μέσα κέρδισε την κούρσα του.

[…]

Το ναι που μας λείπει. Πρώτοι στα όχι, ύστατοι στα ναι. Το ελληνικό ναι είναι ιδιωτικής χρήσεως. Τότε θαυματουργεί, όπως ακριβώς θαυματουργεί το όχι στις ομαδικές εξορμήσεις του έθνους. Όταν όμως θελήσετε να εντάξετε και το ναι στην ομάδα, για να το κάνετε και γενικής χρήσεως, τότε το χάνετε. Παλιά και βαρειά κληρονομία. Από την αρχαιότητα ως σήμερα πολλές φορές μας δίνεται η ευκαιρία να γιορτάσουμε ένα όχι μας. Ουδέποτε η ευκαιρία να γιορτάσουμε ένα ναι μας. Το ναι της εσωτερικής αναπλάσεως και της δημιουργίας. Χωρίς ναι το 21 μας, χωρίς ναι το 40. Ηρωικά όχι, δίχως τα ισοδύναμα ναι. Δεν ξέρω ποιο από τα δυο κερδίζεται με μεγαλύτερη δυσκολία. Ένα πιστεύω: ότι όσο δεν κερδίζουμε τη μάχη τού ναι, για να το κάνουμε κι’ αυτό εθνική εορτή μας, τα όχι μας θα είναι ξεσπάσματα λεβεντιάς, εκθαμβωτικές φωταψίες, θυσίες αίματος, που μένουν χωρίς την αξιοποίησή τους.