Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, τη Ράκελ Γουέλς, που απεδήμησε προχθές στα 83 χρόνια της, την έχω συνδεδεμένη με μία χρονολογία : 1968. Δεν ξέρω γιατί, για ποιο λόγο ένα οκτάχρονο – όπως ήμουν εγώ τότε – έκανε αυτή τη σύνδεση. Πάντως κάθε φορά που έβλεπα φωτογραφία της αμερικανίδας ηθοποιού σαν να ξεπρόβαλλε από πίσω της η βασιλόπιτα εκείνης της χρονιάς. Ισως επειδή ήταν η ηλικία που τα παιδιά «αλλάζουν πίστα», ίσως γιατί τότε κυκλοφόρησε το «Φαντάζιο», το πρώτο περιοδικό για ενήλικες με το οποίο «απάτησα» τα «Μίκι Μάους» και που, αν θυμάμαι καλά, στο πρώτο του τεύχος είχε στο εξώφυλλο τη Ράκελ Γουέλς.

Τέλος πάντων, μέχρι και την εφηβεία μου η Ράκελ Γουέλς ήταν για μένα ίνδαλμα, πρότυπο, αυτό που σήμερα θα λέγαμε icon. Χωρίς να έχω δει καμία ταινία της ή, τουλάχιστον, έτσι θυμάμαι. Τα γουέστερν δεν μου άρεσαν, το άλλο το προϊστορικό δεν υπήρχε περίπτωση να με συγκινήσει, αλλά ο ιλουστρασιόν Τύπος που ήταν τότε για την Ελλάδα ό,τι και η έγχρωμη τηλεόραση κάποια χρόνια αργότερα, με αποζημίωνε. Τεράστιες φωτογραφίες της, αφισέτες, τα πάντα όλα για το είδωλό μου. Μέχρι που απέκτησα και κούκλα Ράκελ Γουέλς. Με μπικίνι και μακριά, κοκκινόξανθα μαλλιά. Πριν οι Μπάρμπι κατακτήσουν και την Ελλάδα, ήταν ένα εμπορικό κόνσεπτ να κυκλοφορούν κούκλες που – υποτίθεται ότι – έμοιαζαν με διάσημες ηθοποιούς. Είχα ήδη μία «Αλίκη Βουγιουκλάκη» και μία, παραπεταμένη κάπως, «Ροσάνα Ποντεστά».

Η αγαπημένη μου κούκλα και αφισέτα πάντως ήταν η Ράκελ. Υστερα από τόσες δεκαετίες και μέσα από το πρίσμα του χρόνου μπορώ να ψυλλιαστώ το γιατί. Υπήρξε η πρώτη γυναίκα sex symbol (λέξη που τότε δεν ήξερα), η οποία ήταν περισσότερο «κορίτσι». Πιο boho, θα έλεγα με τη σημερινή ορολογία. Και σίγουρα πιο τολμηρή. Ακόμη και από τα μπικίνια της Μπριζίτ Μπαρντό που πρόβαλλαν την παραδοσιακή σεξουαλικότητα της «γατούλας». Η Ράκελ Γουέλς έμοιαζε να μας καλωσορίζει σε μια νέα αισθητική, σε έναν άλλου τύπου «ατημέλητο αισθησιασμό».

Σήμερα ο θάνατός της περνάει στα ψιλά. «Τι ήτανε;» σου λέει ο άλλος. «Ενα ακόμη sex symbol που χάθηκε κάπου στις δεκαετίες». Κι όμως, αυτά τα sex symbols, στην εποχή τους, απελευθέρωσαν πολλές γυναίκες από ταμπού και στερεότυπα. Τότε που δεν υπήρχαν κινήματα και συλλογικότητες, που δεν ακούγονταν συνθήματα, αιτήματα και τσιτάτα. Που μέσα από λαϊκά περιοδικά οι γυναίκες ζητούσαν αναφορές και παραδείγματα ώστε να διεκδικήσουν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσής τους. Τι να κάνουμε, δεν μπορούσαν όλες να κατανοήσουν τα κείμενα της Σιμόν ντε Μποβουάρ. Και ο κόσμος αλλάζει όχι όταν αλλάζουν οι ελίτ αλλά η βάση.

Φαντάζιο

Μια που ανέφερα το «Φαντάζιο», αξίζει νομίζω να αναφερθώ περισσότερο σε αυτό το περιοδικό, χαρακτηριστικό δείγμα του ελληνικού Τύπου μιας μεταιχμιακής εποχής. Κυκλοφορούσε από το 1968 έως τα μέσα, περίπου, της δεκαετίας του 1980. «Παιδί» των εκδόσεων Τερζόπουλου που έβγαζε και τη «Γυναίκα», από τα πρώτα τεύχη του έμοιαζε να είναι κάτι διαφορετικό από ό,τι κυκλοφορούσε έως τότε. Πιο νεανικό και πιο κοντά σε αυτό που αργότερα θα ονομάζαμε lifestyle. Αυτό που δεν ξέρουν πολλοί είναι ότι τα χρόνια της χούντας αποτέλεσε επαγγελματικό καταφύγιο για αριστερούς που δεν μπορούσαν να βρουν αλλού δουλειά.

Ο «πατριάρχης» της επιχείρησης Ευάγγελος Τερζόπουλος υπήρξε «Μακρονησιώτης». Και συγκρατούμενος, στα χρόνια της εξορίας, με τον Τάσο Λειβαδίτη. Την περίοδο της χούντας ο Λειβαδίτης όχι μόνο δεν μπορούσε να βρει δουλειά, αλλά και σε όποιο έντυπο εμφανιζόταν το όνομά του, το πιθανότερο είναι ότι θα έκλεινε. Ο Τερζόπουλος βρήκε τη λύση του ψευδώνυμου. Κι έτσι ο Λειβαδίτης έγραφε, με άλλο όνομα, στο «Φαντάζιο» εξαιρετικές περιλήψεις σπουδαίων έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αυτά τα κείμενα συγκέντρωσε πριν από δύο χρόνια ο Θανάσης Νιάρχος (που επίσης δούλευε στο ίδιο περιοδικό τη δεκαετία του 1970) σε μια έκδοση του Μετρονόμου.

Στο «Φαντάζιο» έκανε επίσης μεταφράσεις η Τόνια Μαρκετάκη και εργαζόταν ο Μανώλης Φουρτούνης από την «Επιθεώρηση Τέχνης».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΝΕΑ