Από όλες τις χώρες της Βόρειας Αφρικής και του ευρύτερου αραβικού κόσμου, η Τυνησία είχε την πιο δημοκρατική παράδοση. Είχε μια μακρά παράδοση αναπτυγμένων θεσμών της κοινωνίας των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων αυτών του εργατικού κινήματος, όπως και μια παράδοση σχετικής αποφυγής ιδιαίτερα βίαιων πολιτικών συγκρούσεων (κάτι που τη διακρίνει και από την Αλγερία και από την Αίγυπτο, δύο χώρες επίσης με μεγάλο ιστορικό πολιτικό βάθος).

Αυτό μπορεί να εξηγήσει και γιατί παρότι η Αραβική Άνοιξη ξεκίνησε από την Τυνησία, εφόσον ήταν στις 17 Δεκεμβρίου 2010 που ο μικροπωλητής Μοχάμεντ Μπουαζίζι αυτοπυρπολήθηκε πυροδοτώντας έναν κύκλο κινητοποιήσεων που δεν ανέτρεψε μόνο τη δικτατορία του Μπεν Αλί αλλά και συντάραξε όλο τον Αραβικό κόσμο, εδώ συναντούμε και τη μόνη χώρα όπου η «Αραβική Άνοιξη» δεν οδήγησε σε μια αιματηρή εμφύλια σύγκρουση ή σε έναν κύκλο πολιτικού αυταρχισμού. Αντίθετα, μέσα από μια μεσολάβηση των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών (από τις εργατικές και εργοδοτικές ενώσεις μέχρι τον δικηγορικό σύλλογο) μπόρεσε να υπάρξει μια συμφωνία που εξασφάλισε μια διανομή της εξουσία ανάμεσα στις κοσμικές πολιτικές δυνάμεις αλλά και το ισλαμιστικό κόμμα Ενάχντα, που είναι ουσιαστικά ο τυνησιακός κλάδος του ρεύματος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.

Τα μεγάλα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα

Ωστόσο, η δεκαετία που ακολούθησε κάθε άλλο παρά έλυσε τα προβλήματα. Η χώρα έχει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, συμπεριλαμβανομένης και της διόγκωσης του δημοσίου χρέους, ενώ τα πράγματα δεν έκανε καλύτερα η υποχώρηση του τουρισμού τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της πανδημίας.

Ούτως ή άλλως, η πανδημία αποτελεί βασικό λόγο κοινωνικής δυσαρέσκειας στην Τυνησίας, με δεδομένο ότι η χώρα έχει καταγράψει μέχρι τώρα 582.000 κρούσματα και πάνω από 19.000 νεκρούς, την ώρα που εξακολουθεί να έχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά εμβολιασμού στην περιοχή

Και η ανησυχία μεγαλώνει καθώς η κυβέρνηση είναι ουσιαστικά σε μια διαδικασία αξιολόγησης από το ΔΝΤ (μια «διαβούλευση με βάση το άρθρο 4»), με τον διεθνή οργανισμό να προτείνει μέτρα περιορισμού των δαπανών (και των κοινωνικών) αλλά και ιδιωτικοποίηση ή λειτουργία με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια των δημοσίων επιχειρήσεων.

Επιπλέον, υπήρχε και μια απογοήτευση και δυσαρέσκεια και από τους Ισλαμιστές του Ενάχντα, που με τη συμμετοχή τους στην εξουσία απέδειξαν ότι δεν ήταν άτρωτοι απέναντι στη διαφθορά.

Σε όλα αυτά προστίθενται και γεωπολιτικοί παράγοντες. Το ρεύμα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας αντιμετωπίζεται ως περίπου τρομοκρατικό από μια σειρά από χώρες της περιοχής: από Αίγυπτο μετά την ανατροπή της κυβέρνησης Μόρσι και την ανάδειξη του στρατού σε καθοριστικό παράγοντα, τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Αντίθετα, έχει τη στήριξη της Τουρκίας και του Κατάρ. Αυτό μεταφράζεται και σε διάφορες συγκρούσεις στην περιοχή: μια διάσταση του εμφυλίου πολέμου στη Λιβύη ήταν ακριβώς ότι η κυβέρνηση της Τρίπολης ήταν υπό την επιρροή της Μουσουλμανικής αδελφότητας (με τη στήριξη και της Τουρκίας) την ώρα που την πλευρά του κοινοβουλίου στήριζαν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Αίγυπτος.

 

Μια κατακερματισμένη πολιτική σκηνή και ο ρόλος του προέδρου Κάις Σαγιέντ

Όλα αυτά αποτυπώνονται και σε μια κατακερματισμένη πολιτική σκηνή, όπου το Ενάχντα είναι το πρώτο κόμμα, αλλά απέχει από το να έχει δυναμική πλειοψηφίας, την ώρα που τα υπόλοιπα «κοσμικά» ή ισλαμιστικά κόμματα επίσης απέχουν από το να έχουν ανάλογες μαζικές δυναμικές, ενώ υπάρχουν και ρήγματα εντός των διαφόρων ρευμάτων, κάτι που επιβεβαιώθηκε και στις βουλευτικές εκλογές του 2019.

Ήταν σε αυτό το τοπίο που αναδύθηκε η φιγούρα του Τυνήσιου προέδρου Κάις Σαγέντ, που θριάμβευσε στις προεδρικές εκλογές του 2019.

Νομικός συνταγματολόγος (και γνωστός στους Τυνησίους από τις φορές που βγήκε στην τηλεόραση για να εξηγήσει το Σύνταγμα του 2014), ο Κάις Σαγιέντ κέρδισε τις εκλογές χωρίς κάποια άμεση κομματική υποστήριξη, δουλεύοντας συστηματικά σε παραμελημένα στρώματα της κοινωνίας και αξιοποιώντας την υποστήριξη μιας νεολαίας που του προσέφερε και τα όπλα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και κερδίζοντας τις εκλογές με το σαρωτικό 72,21%.

Το ιδεολογικό του πρόταγμα ήταν ένα μίγμα ανάμεσα στο συντηρητισμό, μια έμφαση στην εθνική κυριαρχία, αλλά και μια στροφή σε μια πιο άμεση δημοκρατία. Με αυτόν τον τρόπο μπορούσε να εκπροσωπεί με έναν τρόπο το πνεύμα του 2011 χωρίς ταυτόχρονα να ταυτίζεται με κάποιο από τα πολιτικά ρεύματα της Τυνησίας. Αυτό είναι που πιθανώς εξηγεί γιατί επέλεξε να κινηθεί για να εκπροσωπήσει την πλευρά της «τάξης» απέναντι σε μια βαθιά πολιτική κρίση, πιθανώς και με ενθάρρυνση των περιφερειακών δυνάμεων που έβλεπαν και βλέπουν με επιφύλαξη την παρουσία της Μουσουλμανικής Αδελφότητας

Ο πειρασμός του αυταρχισμού

Ο Κάις Σαγιέντ στηρίζεται στη δημοφιλία του, όπως και στο γεγονός ότι ένα μέρος της τυνησιακής κοινωνίας αντέδρασε θετικά στην πρωτοβουλία (αν και ένα άλλο θα διαμαρτυρηθεί για πραξικόπημα). Στηρίζεται επίσης στη θέση ότι θέλει να εκπροσωπήσει το πνεύμα της επανάστασης του 2011.

Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει εάν αυτό θα πάρει τη μορφή της εκκίνησης μιας πολιτικής διαδικασίας με ορίζοντα τις εκλογές και την επιστροφή σε μια κανονική δημοκρατική λειτουργία, ή ένα θα αποτελέσει την αφετηρία μιας νέας αυταρχικής διακυβέρνησης, σε μια χώρα που το 1987 είδε ως λύτρωση το πραξικόπημα του Μπεν Άλι απέναντι στη μονοκρατορία του Χαμπίμπ Μπουργκίμπα, για να εισπράξει τελικά μια παραλλαγή αυταρχικής διακυβέρνησης.