Κοινοτοπίες και βαρετές ρητορικές επαναλήψεις συνθέτουν την επιχειρηματολογία όσων καταδικάζουν τις προτάσεις της Επιτροπής Πισσαρίδη για το μέλλον. Σαν έκφραση του «προοδευτικού» αντίλογου αυτά που ακούγονται δεν είναι ούτε ευκρινή ούτε και πρωτότυπα. Γίνεται κουβέντα για ρυθμίσεις της αγοράς εργασίας με συλλογικές διαπραγματεύσεις. Δεν διευκρινίζεται όμως σε ποιο βαθμό αυτές θα είναι πράγματι ελεύθερες και δεν θα ποδηγετούνται, όπως στο παρελθόν, από παρεμβατικες κρατικές ρυθμίσεις προς την κατεύθυνση κάθε φορά των κυβερνητικών επιθυμιών.

Συζητούν για φορολογικές μεταρρυθμίσεις με «δικαιότερες» κατευθύνσεις. Αυτό σημαίνει αυθαίρετη επέλαση του κράτους στις τσέπες των πολιτών με στόχο την αφαίρεση εισοδήματος ώστε κάποιοι να γίνουν πλούσιοι και κάποιοι, ταξικά αντιπαθείς, φτωχοί. Οι πολίτες δηλαδή να χωρίζονται ανάμεσα σ’ αυτούς «που παίρνουν» και σ’ εκείνους «που δίνουν». Απλά, επειδή έτσι αποφασίζουν κάποια κομματικά κονκλάβια. Στο κομμάτι της ασφάλισης οι ίδιες γενικολογίες και οι ίδιες πάντα φοβίες. Δικαιότερο (!) αναδιανεμητικό αλλά βιώσιμο (πώς;) σύστημα κι όχι κεφαλαιοποιητικό που επιβραβεύει όσους δουλεύουν σκληρά και που στη ζωή τους σχεδιάζουν και σκέφτονται εμφατικότερα το μέλλον τους.

Στις επενδύσεις οι «προοδευτικές» προτάσεις δεν είναι τίποτε άλλο από επαναλήψεις των ίδιων και των ίδιων γενικοτήτων. Ανάμειξη του κράτους, σχεδόν πάντα αποτυχημένη, στην επιλογή κατευθύνσεων. Η μεγάλη έμφαση βρίσκεται στην αναδιανεμητική λειτουργία του κράτους. Κι όχι στην απελευθέρωση της οικονομίας και στην εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς μηχανισμούς της αγοράς. Αυτό που ξενίζει είναι η περιφρόνηση της πραγματικότητας. Σε όλο τον κόσμο, όσο μεγαλύτερες είναι οι παρεμβάσεις του κράτους για την εξασφάλιση ευημερίας τόσο μεγαλύτερες είναι οι αστοχίες που καταλήγουν σε τραγικές αποτυχίες. Μεγάλος κρατικός παρεμβατισμός ίσον μεγάλες οικονομικές δυσχέρειες κι αδιέξοδα. Παρά τα δεδομένα αυτά, είναι ακατανόητο πώς τέτοιες πολιτικές μπορούν ακόμη να υποστηρίζονται. Και μάλιστα, να αποκαλούνται και «προοδευτικές»!

Αυτό που λείπει είναι η αξιολόγηση της πραγματικότητας. Η ανθρώπινη καθημερινότητα απαιτεί κάποιους ευδιάκριτους στόχους. Την εξασφάλιση λ.χ. άνετης ζωής για το θεραπευτικό προσωπικό της πρώτης γραμμής, τη φροντίδα του φυσικού περιβάλλοντος και την ικανοποιητική διατροφή και άριστη εκπαίδευση των παιδιών. Πώς αυτά μπορούν σιγουρότερα να εξασφαλισθούν. Με μια υγιή και δυναμική οικονομία; ‘Η με το χτίσιμο δύσκαμπτων δημόσιων γραφειοκρατικών μηχανισμών που φροντίζουν τον εαυτό τους κι αδυνατούν να πετύχουν τους στόχους τους;

Σε τι οφείλεται η κατάρρευση της κοινωνικής εμπιστοσύνης στους όποιους κυβερνητικούς μηχανισμούς και στη λειτουργία του δημόσιου τομέα; Σε μια χώρα όπως η δική μας, ποδηγετούμενη για δεκαετίες από έναν καταπιεστικό κρατισμό κι από ανεξέλεγκτες φορολογικές επελάσεις, δεν μπορεί να έχουν ευθύνη για τα αδιέξοδα οι νηπιακοί μηχανισμοί της ελεύθερης αγοράς. Αντί για οικονομία αγοράς ζούσαμε για χρόνια σε μια κοινωνία χάους. Για μια οικονομική και κοινωνική αναγέννηση σε ένα μετα-κορωνοϊό κόσμο η ουσία δεν βρίσκεται στις γενικολογίες ενός δήθεν προοδευτικού οράματος, στηριγμένου σε έναν βαρύ κρατικό σχεδιασμό. Αλλά στη διοχέτευση του δυναμισμού της αγοράς σε δράσεις μετατροπής δυσεπίλυτων προβλημάτων σε μοναδικές ευκαιρίες για το μέλλον.