«Οριακές επιπτώσεις» είχε μέχρι στιγμής το πρόγραμμα τεστ και ιχνηλάτησης της Βρετανίας, το οποίο κόστισε 12 δισ. στερλίνες, σύμφωνα με πρόσφατη εκτίμηση της επιστημονικής επιτροπής συμβούλων της κυβέρνησης (Sage).

Το γεγονός γεννά ερωτήματα για τις προϋποθέσεις που κρίνουν την αποτελεσματικότητα τέτοιου είδους προγραμμάτων, τα οποία για άλλες χώρες έχουν αποτελέσει το σημαντικότερο όπλο στη μάχη κατά της πανδημίας.

Ιδιωτικότητα, αντιδράσεις και δυσκολίες

Από τη στιγμή που τα προγράμματα ήρθαν στο επίκεντρο της παγκόσμιας συζήτησης, ήδη από την αρχή της πανδημίας, έχουν σημαδευτεί από ανησυχίες γύρω από την ιδιωτικότητα, ιδιαιτέρως στις περιπτώσεις κρατών που χρησιμοποιούν για αυτό το σκοπό εφαρμογές κινητών τηλεφώνων. Επιπλέον, σε πολλές περιπτώσεις έχουν συναντήσει την αντίσταση των πολιτών, οι οποίοι είτε αρνούνται να εγκαταστήσουν τις προαναφερθείσες εφαρμογές, είτε δεν συμμορφώνονται με τις οδηγίες αυτοαπομόνωσης.

Σε αρκετές περιπτώσεις έχουν έρθει αντιμέτωπα και με πρακτικές δυσκολίες, όπως οι δυνατότητες του εκάστοτε συστήματος. Στην περίπτωση της Βρετανίας, πολίτες έχουν αναγκαστεί να περιμένουν επί μακρόν τα αποτελέσματά τους – ή ακόμη και το ίδιο το τεστ – υπονομεύοντας τη χρησιμότητα του προγράμματος.

Αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν βιώσει αντίστοιχα προβλήματα, τη στιγμή που τα ημερήσια κρούσματα αυξάνονται ραγδαία στη γηραιά ήπειρο.

Μια σύγκριση που δημοσιεύθηκε από το Lancet έδειξε ότι παρά τις διακηρύξεις των κρατών και τα πρωτοσέλιδα για τεράστιους αριθμούς τεστ ανά ημέρα, «οι χώρες και οι περιοχές τους έχουν διαφοροποιηθεί ως προς την ικανότητά τους να εφαρμόσουν αποτελεσματικά συστήματα εύρεσης, τεστ, ιχνηλάτησης, απομόνωσης και υποστήριξης».

Νότια Κορέα

Έχει γενικώς θεωρηθεί ότι το σύστημα τεστ και ιχνηλάτησης της Νότιας Κορέας αποτελεί πρότυπο. Αξίζει, όμως, να σημειωθεί ότι οι προσπάθειες της χώρας ενισχύθηκαν από νομοθεσία έκτακτης ανάγκης που της επέτρεψε να παρακάμψει κάθε ανησυχία για την ιδιωτικότητα των πολιτών.

Μέσα σε λίγες ημέρες από όταν σημειώθηκε το πρώτο κρούσμα τον Φεβρουάριο, η χώρα προετοιμαζόταν για εκτεταμένα τεστ, ακόμη και σε ασυμπτωματικά άτομα. Το σύστημα ιχνηλάτησης επαφών συνδύασε τις συνεντεύξεις ασθενών με δεδομένα GPS από κινητά τηλέφωνα και συναλλαγές μέσω τραπεζικών καρτών, για να διαπιστώσει σε ποια μέρη είχαν βρεθεί και ποιους είχαν συναντήσει.

Επιπλέον, η Νότια Κορέα υπήρξε πολύ πιο αυστηρή απέναντι σε εκείνους που επέστρεφαν από το εξωτερικό. Ως προς αυτό παρουσιάζει αντίστοιχη εικόνα με το Χονγκ Κονγκ που τον περασμένο μήνα εισήγαγε πρόγραμμα δωρεάν τεστ για οποιονδήποτε διαθέτει ταυτότητα κατοίκου.

Γερμανία

Η λύση, όμως, δεν κρύβεται πάντα σε συστήματα που παραβιάζουν την ιδιωτικότητα των πολιτών. Η Γερμανία, η οποία δίνει πολύ μεγάλη σημασία στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, τα πήγε επίσης πολύ καλύτερα σε σχέση με τη Βρετανία σε ό,τι αφορά το σύστημα τεστ και ιχνηλάτησης.

Παρά το γεγονός ότι η εφαρμογή ιχνηλάτησης, η οποία στηρίζεται σε τεχνολογία Bluetooth, έχει «κατέβει» από τον Ιούνιο στα κινητά τηλέφωνα μόλις του 20% του πληθυσμού (η αντίστοιχη εφαρμογή της Ισλανδίας, για παράδειγμα, εγκαταστάθηκε στο 40% των κινητών τηλεφώνων), η παρουσία της λειτούργησε μόνο ως ενίσχυση μιας σειράς από άμεσα και καλά σχεδιασμένα μέτρα, που χαρακτηρίζουν τη γερμανική προσέγγιση.

Σε αντίθεση με τη Βρετανία, που επιχείρησε να οικοδομήσει ένα νέο συγκεντρωτικό σύστημα, οι περιοχές της Γερμανίας και ακόμη και τα τοπικά εργαστήρια λειτούργησαν με έναν βαθμό αυτονομίας.

Ίσως δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσεις, αναφέρει το Lancet, ότι οι χώρες που τα πήγαν καλά είναι εκείνες που έχουν κυβερνήσεις που χαίρουν της εμπιστοσύνης του πληθυσμού, και όπου τα μηνύματα δημόσιας υγείας έχουν υπάρξει συνεπή και ξεκάθαρα.

«Με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως είναι η Γερμανία, η Νέα Ζηλανδία, η Νορβηγία, η Σκωτία και η Νότια Κορέα, οι πολιτικοί ηγέτες έχουν δυσκολευτεί να εξασφαλίσουν την εμπιστοσύνη του πληθυσμού επομένως και την υποστήριξή του για τα μέτρα που συνεχίζουν να αλλάζουν την καθημερινότητά του», καταλήγει το άρθρο.

Πηγή: www.theguardian.com