Το Σαββατοκύριακο τα «ΝΕΑ» δημοσίευσαν ένα ρεπορτάζ με τίτλο «Ανατρεπτική έρευνα για το brain drain χιλιάδων Ελλήνων». Η έρευνα αυτή του Πανεπιστημίου Μπρουνέλ είναι πράγματι ανατρεπτική με βάση όσα λέγονται και γράφονται συνήθως αλλά όχι με όσα ξέρουν όσοι έχουν πράγματι εμπειρία με τα υποκείμενα αυτού του σύγχρονου ρεύματος μετανάστευσης των ταλαντούχων νέων Ελλήνων.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματά της «το οικονομικό-βιοποριστικό και οι προοπτικές σταδιοδρομίας δεν αποτέλεσαν τους κύριους λόγους για τους οποίους μορφωμένοι εξειδικευμένοι Ελληνες επέλεξαν να αποδημήσουν».

Η επιλογή τους αυτή, όπως κατέδειξε η έρευνα, «υπήρξε ταυτόχρονα μια μορφή διαμαρτυρίας ενάντια στις χρόνιες δυσλειτουργίες της ελληνικής κοινωνίας, οι οποίες οξύνθηκαν κατά τη διάρκεια της ύφεσης, όπως αυτές αντικατοπτρίστηκαν (ή αντικατοπτρίζονται) στους καταρρέοντες κοινωνικοπολιτικούς θεσμούς και στην αδικία που κυριάρχησε (ή και κυριαρχεί) στον κοινωνικό και επαγγελματικό στίβο».

Η δρ Τζοάνα Βασιλοπούλου, που ανέλυσε τα δεδομένα, χαρακτηρίζει αυτό το κύμα μετανάστευσης μια μορφή χειραφέτησης και κοινωνικής κριτικής, και είναι απόλυτα ακριβής. Αυτά είναι αλήθειες που οι πολιτικοί δεν λένε όταν μιλάνε για το brain drain, περιγράφοντας τους νέους έλληνες επιστήμονες που φεύγουν σαν τους γκασταρμπάιτερ στις γερμανικές φάμπρικες της ρημαγμένης μετεμφυλιακής Ελλάδας που εξήγαγε φτηνά εργατικά χέρια.

Το αποτέλεσμα είναι η ψευδαίσθηση ότι αυτοί οι νέοι θα επιστρέψουν μετά χαράς για να εργαστούν σε έναν τόπο στον οποίο παραμένουν ισχυρό χαρτί ο μπάρμπας και ο κολλητός, που η σταθερή πληρωμή θεωρείται πολυτέλεια, με φόρους και ασφαλιστικά που αλλάζουν κάθε τρεις και λίγο και έναν δημόσιο τομέα που σε κάθε συναλλαγή ο πολίτης πηγαίνει ψυχολογικά προετοιμασμένος για εκπλήξεις.

Για να μένουν ως τα 35 τους με τους γονείς τους, σε γειτονιές που κάθε τρεις και λίγο θα γεμίζουν από σκουπίδια, σε πόλεις αβίωτες με κακά μέσα μαζικής μεταφοράς και δημόσια δωρεάν νοσοκομεία με ανοργανωσιά και ελλείψεις, με τους γιατρούς και τους νοσηλευτές να αγκομαχούν ηρωικά και να γυρνούν στο σπίτι για να βλέπουν τηλεσκουπίδια, να κάνουν ψυχαγωγία με τη χυδαιότητα και τη διάχυτη εχθροπάθεια.

Η επίκληση δε στο πατριωτικό τους συναίσθημα είναι οριακά προσβλητική. Πατριωτισμός δεν είναι άλλωστε να κατεβάσεις τις προσδοκίες των παιδιών σου. Αλλά να ανεβάσεις τις προοπτικές τους για την πατρίδα τους.

Γράψτε το σχόλιο σας