Ο Γιώργος Μπράμος ήταν μια προσωπικότητα πολυσχιδής. Σπουδασε νομικά, ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και η μεγαλύτερη αγάπη του ήταν ο Κινηματογράφος. Έντονα πολιτικοποιημένος, στην διάρκεια της Δικτατορίας έδωσε αγώνες για τη Δημοκρατία ως μέλος του Πατριωτικού Αντιδικτατορικού Μετώπου και της Αντιδικτατορικής Οργάνωσης «Ρήγας Φεραίος». Στην Μεταπολίτευση ήταν μέλος της ΕΚΟΝ «Ρήγας Φεραίος» και του ΚΚΕ εσ.

Ο Γιώργος Μπράμος πέθανε αιφνίδια, σε ηλικία 76 ετών και άφησε δυσαναπλήρωτο κενό τόσο στον χώρο της δημοσιογραφίας, όσο και σε εκείνο του πολιτισμού, ενώ γέμισε με θλίψη τους φίλους και τους οικείους του, τους ανθρώπους που συνεργάστηκαν μαζί του ή έτυχε να τον γνωρίζουν.

Αλλωστε, η φιλία ήταν πολύ σημαντική για τον Γιώργο Μπράμο. Όπως ανέφερε ο ίδιος σε μια ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, «τα αληθινά συναισθήματα και οι ανθεκτικές φιλίες δεν τραυματίζονται από διαφωνίες και συγκρούσεις της συγκυρίας. Κι αυτό είναι το πιο σπουδαίο προικιό μας».

Πολλοί φίλοι του τον αποχαιρετούν από χθες που έγινε γνωστή η είδηση του θανάτου του.

 

Το έργο του Γιώργου Μπράμου

Ο Γιώργος Μπράμος γεννήθηκε το 1952 στην Τρίπολη και σπούδασε Νομικά και Κινηματογράφο στην Αθήνα και την Ιταλία.

Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου σε εφημερίδες -Αυγή, Καθημερινή, Ελευθεροτυπία- και περιοδικά -Σύγχρονος Κινηματογράφος, Τέταρτο, Αντί κά., στο MEGA. Μεταξύ των σημαντικών θέσεων που υπηρέτησε ήταν και αυτή του ειδικού συμβούλου για θέματα πολιτιστικού και ψυχαγωγικού περιεχομένου στην ΕΡΤ.

Συνεργάστηκε στα σενάρια των ταινιών «Ήταν ένας ήσυχος θάνατος» της Φρίντας Λιάππα, «Καλή πατρίδα, σύντροφε» του Λευτέρη Ξανθόπουλου, «Κλοιός» του Κώστα Κουτσομύτη, «Ξένια» του Πατρίς Βιβανκός, «Terra incognita» του Γιάννη Τυπάλδου. Έγραψε δοκίμια για τον κινηματογράφο, μονογραφίες σκηνοθετών και συμμετείχε σε πολλές συλλογές διηγημάτων.

Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα:

Ανάμεσα στους τοίχους, Εκδόσεις Καστανιώτη (2017)
Το ψέμα του λύκου, Εκδόσεις Καστανιώτη (2013)
Το ψέμα του λύκου, Εκδόσεις Καστανιώτη (2013)
Άσπρα γένια, Εκδόσεις Καστανιώτη (2006)
Ότσι τσιόρνιγια (Μαύρα μάτια), Εκδόσεις Καστανιώτη (1999)
Βρεγμένο ρούχο, Εκδόσεις Καστανιώτη (1993)

Τα «Μαύρα μάτια» έχουν μεταφραστεί στα Ιταλικά από την Λουκία Μαρκεζέλι.

Ανάμεσα στους τοίχους

Στο ΒΗΜΑ, ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου είχε γράψει στις 22 Απριλίου 2017 για το μυθιστόρημα «Ανάμεσα στους τοίχους».

«Η κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα αλλά και τα αμιγώς πολιτικά ή ιστορικά ζητήματα είναι ταυτισμένα στην πεζογραφία του Γιώργου Μπράμου με μια μόνιμη υπαρξιακή κρίση: μια κρίση που εκβάλλει στο συλλογικό ενώ την ίδια ώρα αντλεί από αυτό την παθολογία της. Η διαφορά με την καινούργια συλλογή διηγημάτων του έγκειται στο ότι το υπαρξιακό βγαίνει από τη φθορά την οποία προκαλεί η προϊούσα ηλικία ενώ το πολιτικό μοιάζει να έχει περάσει στην αρμοδιότητα της Ιστορίας – μολονότι η Ιστορία θα επανέλθει σαν ζωντανός εφιάλτης στον βίο των ανθρώπων, ταλανίζοντάς τους για τα παθήματα των ανιόντων τους.

Οι περισσότερες από τις ιστορίες του βιβλίου ξεδιπλώνονται στην ελληνική περιφέρεια, σε τόπους μουντούς και στενόχωρους που ασφυκτιούν μέσα στην πλήξη και στην απραξία τους. Οσο για τον ιστορικό χρόνο που τρέχει σε αυτούς τους τόπους, μπορεί να ξεκινάει από τις ημέρες μας και να φτάνει μέχρι τις παρυφές του Εμφυλίου. Το στοιχείο πάντως στο οποίο θα πρέπει πρωτίστως να εστιάσουμε είναι τα πρόσωπα: πρόσωπα μειωμένου βεληνεκούς ή και εντελώς παρεμποδισμένα που αγωνίζονται να ξεφύγουν άλλοτε από τον κύκλο της αποτυχίας και άλλοτε από το απώτερο ή το απώτατο παρελθόν ενόσω το τελευταίο ρίχνει βαριά τη σκιά του στην καθημερινότητά τους. Υπάρχουν όμως και άλλα πρόσωπα: εκείνα που ανήκουν στον κόσμο της πολύπαθης ετερότητας – μετανάστες, πρόσφυγες, Εβραίοι και κομμουνιστές (αν είναι να μιλήσουμε για την προδικτατορική περίοδο). Ολοι θα σπρωχτούν στα κράσπεδα της κοινωνίας όντας σε πλήρη αδυναμία να αλλάξουν τη σχεδόν προκαθορισμένη μοίρα τους.
Κανένας από τους ήρωες του Μπράμου δεν θα έχει καλή τύχη – ή και αν την έχει, θα έρθει απλώς πολύ αργά. Ζευγάρια θα δουν το σύμπαν τους να γίνεται κομμάτια εν ριπή οφθαλμού ή θα ενωθούν ερωτικά με φόντο το βάσανο της απόταξης ενός πιστού κομμουνιστή από το Κόμμα, γυναίκες θα δυσκολευτούν να βρουν ταίρι λόγω της ένστολης ιδιότητάς τους, ταξιτζήδες θα δηλητηριάσουν τις αγαπημένες τους μαζί με τους εραστές τους και μανιάτικα οικογενειακά φονικά με πλαίσιο τον Εμφύλιο θα σημαδέψουν διά βίου τους επιγόνους χωρίς οι ίδιοι να καταλαβαίνουν γιατί. Κι ακόμα, αιμομιξίες (ή φαντασιώσεις αιμομιξιών) και παιδεραστίες που θα τσακίσουν δικαίους και αδίκους, έρωτες που θα ανασυρθούν επί ματαίω από τα αποκαΐδια, χαρτοκλέφτες που θα καταλήξουν εκεί όπου κατέληξαν επειδή οι πατεράδες τους ήταν δηλωσίες και αγαθοί μεσόκοποι που θα κατηγορηθούν από τους πολίτες επί ρατσισμώ ενώ πονηροί αστυνομικοί θα τους χτυπήσουν ενθαρρυντικά στην πλάτη πιστεύοντας πως είναι χρυσαυγίτες.
Μοναχικοί, κακοζωισμένοι και άβουλοι, οι πρωταγωνιστές του Μπράμου θα παλέψουν σθεναρά και μέχρι το τέλος με τον έρωτα αλλά θα συναντηθούν μόνο τυχαία ή πρόσκαιρα με τον άλλο, ανίκανοι για οποιαδήποτε περαιτέρω χειρονομία, σε μια σειρά διηγημάτων που μπορούμε να υποθέσουμε πως κινούνται και σε έναν οιονεί μυθιστορηματικό χρόνο αφού καλούνται να φωτίσουν ολόκληρες ζωές. Τη μυθιστορηματική διάσταση θα ανιχνεύσουμε και στο ακροτελεύτιο διήγημα της συλλογής που διασταυρώνει τις πορείες των προηγηθέντων ηρώων με έναν πολύ ευρηματικό τρόπο: πίσω από τους τοίχους μιας φυλακής η οποία θα λειτουργήσει από τη μια πλευρά ως δεσμωτήριο χαλασμένων συνειδήσεων και από την άλλη ως τόπος μιας πιθανής (έστω φαντασιακής) επανάκτησης των χαμένων στοιχημάτων. Σίγουρα, ένας πολλαπλά ώριμος συγγραφέας.»