Ο Αλέξης Τσίπρας θέλει πριν πάει στις εκλογές να δώσει την εικόνα ότι έχει πάρει και όλες τις αναγκαίες πρωτοβουλίες και ως προς τις διεθνείς σχέσεις της χώρας. Αυτό, άλλωστε, θα δώσει και την εικόνα ενός ηγέτη που έχει ευρύτερο κύρος και αντίκτυπο και στο διεθνή χώρο και μπορεί να υπερασπιστεί τα συμφέροντα της χώρας.

Σε αυτό το πλαίσιο υπάρχει η προγραμματισμένη επίσκεψη του πρωθυπουργού στη Μόσχα για τις 12 Δεκεμβρίου, αλλά και οι πληροφορίες που επιμένουν ότι τον Ιανουάριο ο πρωθυπουργός θα επισκεφτεί τελικά την Κωνσταντινούπολη για μια συνάντηση με τον Τούρκο πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν.

Ωστόσο και στις δύο συναντήσεις το ερώτημα είναι με ποιο τρόπο θα αντιμετωπίσει η κυβέρνηση τα ανοιχτά μέτωπα που έχει αυτή τη στιγμή και με τη Ρωσία και με την Τουρκία.

Μπορούν να αναθερμανθούν οι ελληνορωσικές σχέσεις;

Η πολιτική και επικοινωνιακή σκοπιμότητα της επίσκεψης Τσίπρα στη Μόσχα είναι προφανής. Η Ελλάδα είναι μια χώρα όπου υπάρχει γενικά θετική εικόνα για την Ρωσία και αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους ψηφοφόρους της αριστεράς. Αυτό αποτυπώνεται και στην παραδοσιακά αυξημένη δημοφιλία του Βλαντιμίρ Πούτιν.

Όμως αυτές οι παραδοσιακά θετικές σχέσεις έχουν διαταραχθεί.

Αφενός, γιατί η ελληνική κυβέρνηση έχει συμπαραταχθεί με μια σειρά από βασικές δυτικές επιλογές στην εξωτερική πολιτική: τις κυρώσεις που έχουν επιβληθεί στη Ρωσία από την ΕΕ με αφορμή τα όσα συμβαίνουν στην Ουκρανία και την υποτιθέμενη προσάρτηση της Κριμαίας, τη διακοπή σχεδίων ενεργειακής συνεργασίας, την αντιμετώπιση της Ρωσίας ως δυνητικής απειλής για την ασφάλεια του ευρωπαϊκού χώρου.

Αφετέρου, γιατί προωθώντας η ελληνική κυβέρνηση τη Συμφωνία των Πρεσπών με κομβικό άξονα την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, όχι απλώς συμπαρατάχθηκε με την αμερικανική θέση αλλά και συμβάλλει σε μια συνολικότερη τροποποίηση του συσχετισμού δύναμης στα Δυτικά Βαλκάνια σε βάρος της Ρωσίας.

Σε όλα αυτά προστέθηκε και η χωρίς προηγούμενο ένταση στις διμερείς σχέσεις το καλοκαίρι όταν το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών απέλασε Ρώσους διπλωμάτες υποστηρίζοντας ότι χρησιμοποιούσαν αθέμιτα μέσα για να διαμορφώσουν στην Ελλάδα κλίμα κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Είναι γεγονός ότι το τελευταίο διάστημα, μετά και την παραίτηση Κοτζιά οι τόνοι είναι πιο κατεβασμένοι στις διμερείς σχέσεις. Άλλωστε, ήδη πριν την αποχώρηση Κοτζιά, το Μαξίμου είχε δείξει δείγμα γραφής προετοιμάζοντας την επίσκεψη Τσίπρα στη Μόσχα χωρίς συμμετοχή του υπουργείου Εξωτερικών στις προκαταρκτικές επαφές.

Όμως, δεν σημαίνει ότι μπορούμε εύκολα να έχουμε και μια θεαματική βελτίωση στις διμερείς σχέσεις.

Η ελληνική κυβέρνηση, παρότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να έχει κόστος από τις κυρώσεις στη Ρωσία, δεν έχει δείξει κάποια σημάδια ότι θα πάρει πρωτοβουλίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο για να υπάρξει χαλάρωση των κυρώσεων, ούτε φυσικά προτίθεται να τα άρει μονομερώς.

Ως προς τα ενεργειακά, ήδη από το 2015 η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα είχε επιλέξει να μην προχωρήσει με τα αρχικά σχέδια κατασκευής νέου αγωγού που είχε διαπραγματευτεί με τη ρωσική πλευρά ο τότε αρμόδιος υπουργός Παναγιώτης Λαφαζάνης και είχε δείξει ότι εναρμονίζεται περισσότερο με τις αμερικανικές προτεραιότητες ως προς τον συγκεκριμένο τομέα.

Αντίστοιχα, έχει γίνει πια σαφές ότι η κυβέρνηση ετοιμάζεται να ψηφίσει τη Συμφωνία των Πρεσπών πράγμα που σημαίνει ότι θα ανοίξει και ο δρόμος για τη διαδικασία εισδοχής της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, χωρίς να φαίνεται κάποιος τρόπος να ανακοπεί αυτή η εξέλιξη.

Φυσικά, σε ρητορικό επίπεδο θα υπάρξει από κοινού προσπάθεια να φανεί ότι οι σχέσεις των δύο χωρών παραμένουν «παραδοσιακά καλές», καθώς και ο Αλέξης Τσίπρας το χρειάζεται για το εσωτερικό της χώρας και ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν χάνει ευκαιρία να δίνει την εικόνα των «καλών σχέσεων» με χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ. Πιθανώς και η ελληνική πλευρά να ζητήσει από την Ρωσία να κάνει διακριτικές παρεμβάσεις προς την Τουρκία ώστε η τελευταία να μην έχει την ίδια επιθετικότητα. Όμως, πέραν αυτών δεν θα γίνουν πολλά άλλα.

Τα ανοιχτά μέτωπα με την Τουρκία

Ακόμη πιο δύσκολα θα είναι τα πράγματα σε τυχόν επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στην Τουρκία. Άλλωστε, υπάρχει το αρνητικό προηγούμενο της επίσκεψης Ερντογάν στην Αθήνα που εξελίχτηκε σε ένα ιδιότυπο διπλωματικό φιάσκο της κυβέρνησης Τσίπρα που πέραν όλων των άλλων έδειξε και αδυναμία να προετοιμάσει σωστά μια τόσο σημαντική επίσκεψη.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα πράγματα κάνει ακόμη πιο δύσκολα η ίδια η στάση της Τουρκία το τελευταίο διάστημα.

Αντιμέτωπη με όλο το φάσμα της αντιφατικής εμπλοκής της στη Συριακή κρίση όπου έχει αντιμετωπίσει τόσο τον κεντρικό ρόλο της Ρωσίας ως προς τη διαδικασία επίλυσης αλλά και τη συνεχιζόμενη αμερικανική υποστήριξη προς του Κούρδους της Συρίας (με όλο το φόβο που αυτό γεννά συνολικά σε σχέση με το Κουρδικό), η Τουρκία προσπαθεί ταυτόχρονα να δείξει ότι δεν πρόκειται να βγει χαμένη σε κανένα μέτωπο.

Αυτό έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ανακάλυψη μεγάλων διαπιστωμένων κοιτασμάτων φυσικού αερίου, μέρος των οποίων εντάσσεται στην ΑΟΖ της Κύπρου, έχει ωθήσει την Τουρκία σε μια προσπάθεια συνολικής αμφισβήτησης όχι απλώς της κυπριακής ΑΟΖ αλλά και του ίδιου του διεθνούς δικαίου σε σχέση με τον προσδιορισμό των θαλασσίων ζωνών.

Αυτό το εκτεταμένο «γκριζάρισμα», που σε ορισμένες περιπτώσεις προσκρούει στην σαφή διάθεση των ΗΠΑ να προχωρήσουν σε κάθε περίπτωση ορισμένες εξορύξεις, π.χ. αυτή της Εxxon-Mobil στο οικόπεδο 10 της Κυπριακής ΑΟΖ, αποσκοπεί σε μια συνολικότερη αναδιαπραγμάτευση που σχετίζεται και με το εάν θα υπάρξει ξανά διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού.

Όλα αυτά συνδυάζονται και με νέες αμφισβητήσεις στο χώρο και του Αιγαίου, είτε με επιμονή στις πάγιες τουρκικές θέσεις είτε με υπενθύμιση του casus belli σε περίπτωση τυχόν επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο στα 12 ν.μ.

Απέναντι σε όλα αυτά, από τη μεριά της ελληνικής κυβέρνησης δεν έχει γίνει σαφές σε ποιο επίπεδο θα γίνει συζήτηση με τον Ερντογάν, πέραν της απλής επανάληψης των πάγιων ελληνικών θέσεων.

Θα υπάρξει π.χ. κάποια υπαναχώρηση ή πάγωμα στο θέμα των 12 ν.μ. στο Ιόνιο καθώς μέχρι στιγμής η κυβέρνηση δεν έχει προωθήσει τα προεδρικά διατάγματα που είχε ετοιμάσει ο Νίκος Κοτζιάς; Θα ανοίξει ένας κύκλος συζήτησης για νέα «μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης»; Το θέμα των ΑΟΖ και των εξορύξεων θα τεθεί με τρόπο συγκεκριμένο; Θα συνδεθούν όλα αυτά με κάποια νέα πρωτοβουλία για το Κυπριακό, με αφορμή και τα όσα έχει πει εσχάτως και ο Νίκος Αναστασιάδης για εξέταση και νέων προσεγγίσεων;

Τα όρια της επικοινωνίας

Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση έχοντας μπει σε μια αμιγώς προεκλογική τροχιά σκέφτεται κυρίως με όρους επικοινωνιακούς. Περισσότερο τη νοιάζει η εικόνα που θα εκπέμψει για το κυβερνητικό έργο παρά το ίδιο το έργο.

Εάν αυτό είναι ούτως ή άλλως προβληματικό για την οικονομική και κοινωνική πολιτική, γίνεται επικίνδυνο όταν μιλάμε για την εξωτερική πολιτική, όπου οι κίνδυνοι είναι πραγματικοί και ιδιαίτερα ενεργοί.

Οι επερχόμενες επισκέψεις του πρωθυπουργού σε Μόσχα και Κωνσταντινούπολη οφείλουν να στηρίζονται πάνω σε συγκεκριμένους σχεδιασμούς και επιδιώξεις και όχι απλώς σε επικοινωνιακές προτεραιότητες.

Σε ορισμένα μέτωπα δεν έχουμε την πολυτέλεια αποτυχιών.