«Η  ηγεσία του υπουργείου Υγείας προσπαθεί να  αντιπαρέλθει του προβλήματος που προέκυψε με τους οικογενειακούς γιατρούς  οι οποίοι δεν επέδειξαν ενδιαφέρον ούτε για τις ΤΟΜΥ αλλά ούτε για τον ΕΟΠΥΥ επιτάσσοντας τους Γενικούς Ιατρούς, τους Παθολόγους και τους Παιδιάτρους των Κέντρων Υγείας για να δεχθούν εγγραφές των πολιτών», καταγγέλλει ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών.

Ωστόσο, κάτι τέτοιο αντιβαίνει στο άρθρο 6 του Ν.4486/2017 που ορίζει ρητά ότι «ο οικογενειακός ιατρός μπορεί να είναι ιατρός του κλάδου ιατρών ΕΣΥ που υπηρετεί και παρέχει τις υπηρεσίες του στις ΤΟΜΥ, στα κέντρα Υγείας και σε λοιπές δημόσιες μονάδες ΠΦΥ».

Δηλαδή, δεν είναι εκ του νόμου υποχρεωτική αλλά μόνο δυνητική η εγγραφή πληθυσμού ευθύνης στους συγκεκριμένους δημόσιους λειτουργούς και ως Οικογενειακοί Ιατροί.

«Δεν είναι δυνατό ο Ιατρός του ΚΥ ο οποίος έχει ήδη επιβαρυνθεί με πολλές αρμοδιότητες, να πρέπει ταυτόχρονα να αναλάβει πέραν όλων των άλλων υποχρεώσεών του, επιπλέον τη διαρκή παρακολούθηση των ασθενών που θα εγγραφούν με στόχο την πρόληψη, αλλά και την θεραπεία, καθώς και την τήρηση ηλεκτρονικού φακέλου αυτών», υποστηρίζει ο ΙΣΑ και κάνει λόγο για κίνδυνο εγκλωβισμού των ασθενών σε δαίδαλο γραφειοκρατίας που τελικά θα τους εξαναγκάζει να πληρώνουν από την τσέπη τους την επίσκεψη στο γιατρό που έχουν ανάγκη.

Πάγια θέση του ΙΣΑ είναι ότι η ελεύθερη επιλογή γιατρού και ελεύθερη πρόσβαση στον ειδικό είναι δικαίωμα του ασθενούς και δεν μπορεί να περιοριστεί.