Είκοσι πέντε χρόνια συμπληρώνονται την Τετάρτη από τη σφαγή στην πλατεία Τιενανμέν που στοίχισε τη ζωή σε εκατοντάδες -κατά άλλους χιλιάδες- ανθρώπους. Αυτά τα 25 χρόνια η σιωπή του Πεκίνου είναι εκκωφαντική: η Κίνα αρνείται να μιλήσει για την αιματηρή καταστολή της εξέγερσης, αρνείται φυσικά να ζητήσει συγγνώμη, ενώ στα σχολικά εγχειρίδια δεν γίνεται καν αναφορά στα γεγονότα της 4ης Ιουνίου του 1989. Δείτε το φωτορεπορτάζ

Είκοσι πέντε χρόνια συμπληρώνονται την Τετάρτη από τη σφαγή στην πλατεία Τιενανμέν που στοίχισε τη ζωή σε εκατοντάδες -κατά άλλους χιλιάδες- ανθρώπους. Αυτά τα 25 χρόνια η σιωπή του Πεκίνου είναι εκκωφαντική: η Κίνα αρνείται να μιλήσει για την αιματηρή καταστολή της εξέγερσης, αρνείται φυσικά να ζητήσει συγγνώμη, ενώ στα σχολικά εγχειρίδια δεν γίνεται καν αναφορά στα γεγονότα της 4ης Ιουνίου του 1989.

Πολλοί είναι αυτοί που εξαιτίας της αιματηρής καταστολής ξεχνούν την εξέγερση που προηγήθηκε.

Μία εξέγερση που όπως έγραφε ο Guardian πριν από μερικά χρόνια, με αφορμή την 20ή επέτειο από την σφαγή στην Τιενανμέν, «διήρκεσε έξι εβδομάδες και προσέλκυσε εκατομμύρια ανθρώπους από ολόκληρη τη χώρα, απειλώντας να θέσει τέλος στην κομμουνιστική κυριαρχία. Τα πάντα έμοιαζαν πιθανά».

Το 1989, δέκα χρόνια μεταρρυθμίσεων είχαν ανοίξει την όρεξη των πολιτών για επιπλέον ελευθερίες. Ωστόσο, παρά την εντυπωσιακή ανάπτυξη που σημείωνε η κινεζική οικονομία, οι πιέσεις της ήταν φανερές: ο πληθωρισμός, οι ανισότητες και η διαφθορά προκαλούσαν ανησυχία και ανασφάλεια στους πολίτες.

Ο ηγέτης του κόμματος, Ντενγκ Σιαοπίνγκ βρισκόταν εγκλωβισμένος ανάμεσα στις εκκλήσεις για μεταρρυθμίσεις και στην παραδοσιακή γραμμή του κόμματος.

Χρειαζόταν μια μικρή αφορμή για να φουντώσει η φλόγα που σιγόκαιγε. Τον Απρίλιο του 1989 πέθανε ο μεταρρυθμιστής πρώην γγ του ΚΚΚ, Χου Γιαομπάνγκ. Ο θάνατός του οδήγησε σε φοιτητικές διαδηλώσεις υπέρ της δημοκρατίας, με βασικά αιτήματα την ελευθερία του λόγου και τον περιορισμό της διαφθοράς.

Τον Μάιο και στις αρχές Ιουνίου το Πεκίνο συγκλονίζεται από τις ειρηνικές διαδηλώσεις, ενώ οι φοιτητές κάνουν κατάληψη στην πλατεία Τιενανμέν στην καρδιά του Πεκίνου και ορισμένοι ξεκινούν απεργίες πείνας.

Οι φοιτητές έχουν τη στήριξη μεγάλου μέρους του κινεζικού λαού. Εργάτες και πολίτες ενώνουν τις φωνές τους με τους φοιτητές.

Η απάντηση είναι στρατιωτικός νόμος και καταστολή, με τραγικό αποκορύφωμα την 3η προς 4η Ιουνίου, οπότε τα άρματα μάχης εισβάλλουν στην Πλατεία της Αιώνιας Γαλήνης.

Ο δημοσιογράφος του Associated Press, Τζον Πόμφρετ, ο οποίος βρισκόταν στο Πεκίνο εκείνες τις ταραγμένες ημέρες, είχε γράψει: «Χιλιάδες στρατιώτες, οπλισμένοι με τουφέκια προχώρησαν στην ανατολική πλευρά της τεράστιας πλατείας που είχε καταληφθεί από διαδηλωτές υπέρ της δημοκρατίας εδώ και τρεις εβδομάδες».

Ο Πόμφρετ περιγράφει τις εικόνες των τανκς που διασχίζουν τους δρόμους του κεντρικού Πεκίνου και περνούν πάνω από τα οδοφράγματα που έχουν στήσει οι διαδηλωτές.

«Ο δρόμος όπου σημειώθηκαν οι πυροβολισμοί έχει καλυφθεί με αίμα» έγραφε.

Ο φωτογράφος Στούαρτ Φράνκλιν, ο άνθρωπος που τράβηξε την εμβληματική φωτογραφία με τον άνδρα μπροστά στα τανκς θυμάται: «Στην αρχή, η πλατεία Τιενανμέν ανέδυε την ατμόσφαιρα ενός φεστιβάλ. Οι περισσότεροι δεν μπορούσαν να δουν τους απεργούς πείνας – έβλεπαν τα πλήθη να κάνουν πορείες με λάβαρα και τη μουσική να παίζει».

Μιλώντας στον Guardian για την φωτογραφία-σύμβολο της εξέγερσης, ο Φράνκλιν -φωτογράφος του πρακτορείου Magnum- θυμάται: «Ήμουν σε ένα μπαλκόνι με μια ομάδα άλλων φωτογράφων και δημοσιογράφων όταν είδαμε έναν άνδρα να πηδά μπροστά στο τανκ στις 5 Ιουνίου. […] Η φωτογραφία μού φαινόταν μέτρια απλά και μόνο επειδή βρισκόμουν τόσο μακριά, πάνω σε εκείνο το μπαλκόνι. […] Καθώς τον φωτογράφιζα, ήρθαν ξεκάθαρες οι αναμνήσεις από την άνοιξη του 1968 στην Πράγα, όταν οι πολίτες αντιμετώπισαν τα ρωσικά τανκς».

Ο φωτογράφος λέει ότι οι κολόνες της υπηρεσίας ηλεκτρισμού χρησιμοποιούνταν από τους πολίτες για τη μετάδοση πληροφοριών («ήταν το Twitter εκείνης της εποχής», όπως τονίζει).

Οι πρώτες πληροφορίες έκαναν λόγο για μερικές δεκάδες νεκρούς. Τα στοιχεία που έρχονταν τις επόμενες ημέρες και μήνες ανέβασαν τον αριθμό σε εκατοντάδες (τουλάχιστον 200) ή κατά μερικούς ακόμα και χιλιάδες.

Μάλιστα, θεωρείται ότι οι περισσότεροι νεκροί δεν ήταν φοιτητές και δεν σκοτώθηκαν μέσα στην πλατεία, αλλά στους δρόμους που οδηγούσαν σε αυτήν. Τα περισσότερα θύματα ήταν εργάτες.

Η Ρόμπιν Μανρό, ερευνήτρια στην οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων China for Asia Watch, έγραφε το 1990 σε άρθρο της στο περιοδικό Nation ότι ήταν ακριβώς αυτή η πιθανότητα εξέγερσης της εργατικής τάξης (των λεγόμενων λαομπαϊσίνγκ -laobaixing), την οποία έτρεμε η κινεζική ηγεσία.

«Η Τιανανμέν δεν τελείωσε το 1989. Η κινεζική κοινωνία παλεύει με μία ανοιχτή, αθεράπευτη πληγή» λέει η Ροβίνα Χε, η οποία συμμετείχε ως μαθήτρια στις διαδηλώσεις και σήμερα είναι λέκτορας στο Χάρβαρντ και συγγραφέας του βιβλίου Tiananmen Exiles: Voices of the Struggle.

«Ας ξεχάσουμε τα μεγάλα λόγια και τις θεωρίες και ας δούμε τα ανθρώπινα θέματα: όταν πεθαίνουν τα παιδιά κάποιου, μπορούν οι γονείς να τα θρηνήσουν; […] Η ιστορία διαγράφηκε και διαστρεβλώθηκε από αυτούς που είναι στην εξουσία» δηλώνει η ίδια στην εφημερίδα The Guardian.

Με το Πεκίνο να υπερασπίζεται την αιματηρή καταστολή, τη μνήμη να απαγορεύεται και τους αντιφρονούντες να έρχονται αντιμέτωποι με απειλές και φυλακίσεις, η 25η επέτειος της καταστολής στην πλατεία παραμένει μια επίκαιρη υπόθεση…

Αγγελική Στελλάκη

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr