Με το δεύτερο μέρος της αναδρομής στις καλύτερες ταινίες που προβλήθηκαν τη χρονιά που πέρασε, ολοκληρώνεται η κινηματογραφική σαιζόν της Ταινιοθήκης Θεσσαλονίκης. Με μια αναδρομή στις καλύτερες ταινίες που προβλήθηκαν τη χρονιά που πέρασε ολοκληρώνεται η κινηματογραφική σαιζόν της Ταινιοθήκης Θεσσαλονίκης. Στα δύο αφιερώματα, με τίτλο Best Of Vol #1 (22 – 25/05/2014) και Best […]
Με το δεύτερο μέρος της αναδρομής στις καλύτερες ταινίες που προβλήθηκαν τη χρονιά που πέρασε, ολοκληρώνεται η κινηματογραφική σαιζόν της Ταινιοθήκης Θεσσαλονίκης.
Με μια αναδρομή στις καλύτερες ταινίες που προβλήθηκαν τη χρονιά που πέρασε ολοκληρώνεται η κινηματογραφική σαιζόν της Ταινιοθήκης Θεσσαλονίκης. Στα δύο αφιερώματα, με τίτλο Best Of Vol #1 (22 – 25/05/2014) και Best Of Vol #2 (29/05 – 01/06/2014) προβάλλονται οκτώ ταινίες που κέρδισαν τον τελευταίο χρόνο τις εντυπώσεις του κοινού και ανανεώνουν με τον καλύτερο τρόπο το ραντεβού της Ταινιοθήκης με τους θεατές το φθινόπωρο!
BEST OF VOL #2
Πρόγραμμα προβολών
ΠΕΜΠΤΗ 29/5 19.00 Τα 13 τριαντάφυλλα 21.30 Η περιπέτεια
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 30/5 19.00 Συμφωνίες κι ασυμφωνίες 21.30 Ουγκέτσου Μονογκατάρι
ΣΑΒΒΑΤΟ 31/5 19.00 Η περιπέτεια 21.30 Συμφωνίες κι ασυμφωνίες
ΚΥΡΙΑΚΗ 1/6 19.30 Ουγκέτσου Μονογκατάρι 21.00 Τα 13 τριαντάφυλλα
Οι ταινίες αναλυτικά:
Τα 13 τριαντάφυλλα (Ισπανία – Γαλλία, 2007)
Σκηνοθεσία: Εμίλιο Μαρτίνεθ Λάθαρο. Με τους: Pilar López de Ayala, Verónica Sánchez, Gabriella Pession. Έγχρωμη, 100΄.
Η ταινία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Μετά τη νίκη των φρανκικών στρατευμάτων το 1939 στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, ο Φράνκο υπόσχεται ότι θα τιμωρηθούν μόνο όσοι από τους αντιπάλους έχουν «ματωμένα χέρια». Δεκατρείς γυναίκες μεταξύ 18 και 29 ετών οι οποίες δεν είχαν διαπράξει κανένα έγκλημα, συλλαμβάνονται με την κατηγορία της ανταρσίας, και καταδικάζονται σε θάνατο.
Πριν από την ταινία του Εμίλιο Μαρτίνεθ Λάθαρο (η ταινία του Οι λέξεις του Μαξ βραβεύτηκε με τη Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 1978), το ιστορικό αυτό γεγονός είχε κινήσει το ενδιαφέρον και άλλων δημιουργών: Το 2003 ο Χεσούς Φερέρο έγραψε το βιβλίο «Τα δεκατρία τριαντάφυλλα» και ένα χρόνο μετά, η Βερόνικα Βιχίλ και ο Χοσέ Μαρία Αλμέλα σκηνοθέτησαν ένα ντοκιμαντέρ για τα γεγονότα με τίτλο Να μην σβηστεί το όνομά μου από την ιστορία, που είναι οι τελευταίες λέξεις μιας από τις καταδικασμένες. Την ίδια χρονική περίοδο ο δημοσιογράφος Κάρλος Φονσέκα έγραψε το βιβλίο «Δεκατρία κόκκινα τριαντάφυλλα» και ο Χουλιάν Φερνάντεθ ντελ Πόθο το ποίημα «Αφιέρωμα σε δεκατρία τριαντάφυλλα». Επίσης, η δημοσιογράφος και συγγραφέας Άνχελες Λόπεθ δημοσίευσε το 2006 το βιβλίο «Μαρτίνα, το τριαντάφυλλο αριθμού δεκατρία», ενώ το έργο της ομάδας χορού «Αριερίτος» με τίτλο «13 Τριαντάφυλλα» βραβεύτηκε το 2007 με τα Βραβεία Μαξ των Θεατρικών Τεχνών για την καλύτερη χορογραφία και την καλύτερη παράσταση χορού. Για την πειστικότητα και την αληθοφάνεια της ταινίας ο σκηνοθέτης έπρεπε να βρει τρόπο να ζωντανέψει μια Μαδρίτη που δεν υπάρχει πια. Έτσι, στο επίπεδο της σκηνογραφίας συνδύασε σύγχρονα σημεία της πόλης με ψηφιακές εικόνες. Τα εσωτερικά που βλέπουμε έχουν δημιουργηθεί από το μηδέν ή έχουν γίνει μέσα σε κατάλληλα κτίρια, πάντα με βάση φωτογραφικό και αρχειακό υλικό. Το αποτέλεσμα είναι η εικόνα να έχει μια απαλή τονικότητα που παραπέμπει σ’ εκείνη των ασπρόμαυρων φωτογραφιών της εποχής.
Ουγκέτσου Μονογκατάρι (Ιστορίες της χλωμής σελήνης μετά τη βροχή) / Ugetsu monogatari (Ιαπωνία, 1953) Σκηνοθεσία: Κένζι Μιζογκούτσι / Kenji Mizoguchi. Με τους: Machiko Kyô, Mitsuko Mito, Kinuyo Tanaka, Masayuki Mori. Ασπρόμαυρη, 96’.
Σ’ ένα χωριό της μεσαιωνικής Ιαπωνίας, η οποία σπαράζεται από εμφύλιους πολέμους, ο Γκεντζούρο, ένας φτωχός αγγειοπλάστης, ονειρεύεται καλλιτεχνική δόξα και πλούτη, ενώ ο γαμπρός του, Τομπέι, φιλοδοξεί να γίνει ένδοξος σαμουράι. Ξεκινούν για να πουλήσουν την πραμάτεια τους στην πόλη και ύστερα από διάφορες περιπλανήσεις και περιπέτειες, ο Τομπέι «γίνεται» όντως σαμουράι λέγοντας ψέματα ότι τάχα σκότωσε έναν στρατηγό του εχθρού, ωστόσο όταν επιστρέφει στο σπίτι του βρίσκει τη γυναίκα του να εκπορνεύεται. Εν τω μεταξύ, ο Γκεντζούρο υποκύπτει στην γοητεία της Ουακάσα, μιας πανέμορφης και μυστηριώδους πριγκίπισσας την οποία και ακολουθεί στο παλάτι της, για να ανακαλύψει, έκπληκτος, αργότερα ότι πρόκειται για ένα φάντασμα. Επιστρέφοντας και αυτός στο χωριό, συναντά ένα ακόμα φάντασμα: αυτό της γυναίκας του, η οποία στη διάρκεια της απουσίας του έχει δολοφονηθεί…
«Το αριστούργημα του Μιζογκούτσι είναι το αριστούργημα του ιαπωνικού σινεμά και μια από τις ωραιότερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου. Πρόκειται για μια επιτομή όπου συγκλίνουν οι πιο αντίθετες τάσεις της τέχνης και οι πιο ποικίλες πηγές έμπνευσης. Από όποια οπτική γωνία κι αν τη δούμε, είναι ταυτόχρονα αυτό κι εκείνο και κάτι ακόμα και όλα συνυπάρχουν αρμονικά. Είναι ο ελληνικός μύθος της Οδύσσειας και την ίδια στιγμή και ο κελτικός μύθος του Λανσελότου, ένα από τα ωραιότερα έπη περιπέτειας και τρελού έρωτα, ένα από τα φλογερότερα άσματα που έχουν γραφτεί ποτέ, προς τιμήν της αυταπάρνησης και της πίστης, ένας ύμνος στην Ενότητα και ταυτόχρονα στην ετερογενή ποικιλία των φαινομένων… Δεν υπάρχει τίποτα περιττό στην ταινία αυτή. Η κάμερα ευαίσθητη και στον παραμικρό κόκκο ύλης, χρονοτριβεί στις καλαμιές και τα νερά, στα περίτεχνα χτενίσματα και στα στολίδια των γυναικών, με μια νωχελική ευχαρίστηση που διόλου δεν αποτρέπει την αποφασιστικότητα με την οποία οι μικρές κινήσεις της μηχανής μάς δείχνουν πόσο η μοίρα μας είναι δεμένη με τη Φύση… Όταν στην οθόνη εμφανίζεται η λέξη «Τέλος» με δυσκολία πιστεύουμε πως έχει περάσει κιόλας μιάμιση ώρα…». Ερίκ Ρομέρ, «Cahiers du Cinema», τχ. 80, Μάιος 1958
Συμφωνίες και ασυμφωνίες / Sweet and Lowdown (ΗΠΑ, 1999) Σκηνοθεσία: Γούντι Άλεν /Woody Allen. Με τους: Σον Πεν, Σαμάνθα Μόρτον, Ούμα Θέρμαν. Έγχρωμη, 95’.
Ο ΄Εμετ Ρέι, ένας εκκεντρικός μουσικός της δεκαετίας του ’30, θεωρείται ως ένας από τους καλύτερους κιθαρίστες της τζαζ στον κόσμο. Στην προσωπική του ζωή όμως είναι ανεύθυνος, σπάταλος, αλαζόνας, αλκοολικός, αδιόρθωτος γυναικάς, δεινός τζογαδόρος και έμπειρος προαγωγός. Σε επαγγελματικό επίπεδο, ο Ρέι αναγκάζεται ν’ αλλάζει διαρκώς τα μαγαζιά στα οποία εμφανίζεται, αφού οι ιδιοκτήτες τους είναι συνέχεια εξοργισμένοι από τη συμπεριφορά του, καθώς στην καλύτερη περίπτωση απλά αργεί, ενώ στη χειρότερη ή εμφανίζεται ήδη μεθυσμένος ή δεν εμφανίζεται καθόλου. Το μόνο που τον σώζει είναι το εκπληκτικό του ταλέντο στη μουσική. Ο Ρέι δεν αγαπά κανέναν άλλον εκτός από τον εαυτό του, ωστόσο όταν κάποια στιγμή στη διάρκεια μιας περιοδείας σε μια παράκτια πόλη θα συνδεθεί με τη Χάτι, μια κωφάλαλη κοπέλα που λατρεύει τόσο τον ίδιο όσο και τη μουσική του, η ζωή του θα πάρει μια απρόβλεπτη τροπή… Η μεγάλη αγάπη του Γούντι Άλεν για τη μουσική τζαζ και η ικανότητά του να σκηνοθετεί βιογραφίες φανταστικών προσώπων, συνδυάζοντας την μυθοπλασία με το ντοκιμαντέρ, όπως στο φιλμ Ζέλιγκ, βρίσκονται στην βάση αυτής της γεμάτης μουσικής, θαυμάσιας κωμωδίας. Η ταινία οφείλει πολλά στην εξαιρετική ερμηνεία του Σον Πεν και είναι ένας έμμεσος φόρος τιμής στον σπουδαίο κιθαρίστα της τζαζ, τον τσιγγάνο, βελγικής καταγωγής, Τζάνγκο Pάινχαρντ.
Η περιπέτεια / L’avventura (Ιταλία – Γαλλία, 1960)
Μια παρέα μεγαλοαστών ξεκινά για κρουαζιέρα. Ανάμεσά τους και η Κλαούντια, που προέρχεται από κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Στη διάρκεια της κρουαζιέρας η παρέα αποβιβάζεται σ’ ένα ξερονήσι (στην ηφαιστειογενή βραχονησίδα Lisca Bianca στο Αρχιπέλαγος των Αιολίδων νήσων, βόρεια της Σικελίας), όπου η Άννα, φιλενάδα του αρχιτέκτονα Σάντρο και φίλη της Κλαούντια, ξαφνικά εξαφανίζεται. Το ανεξήγητο συμβάν επιδρά καταλυτικά στους υπόλοιπους και κυρίως στην Κλαούντια (υπέροχη η Μόνικα Βίττι) και στο Σάντρο, οι οποίοι αρχίζουν μια αβέβαιη και εύθραυστη σχέση.
Βασισμένη ολοκληρωτικά πάνω στο ρήγμα της απουσίας της Άννας, Η περιπέτεια παραμένει η πιο ακραία αισθητική πρόταση του Αντονιόνι και αποτελεί το πρώτο μέρος της «τριλογίας της αποξένωσης», μέσα από την οποία ο σκηνοθέτης ιχνηλατεί την εσωτερική έρημο του ανθρώπου, την αδυναμία επικοινωνίας και την αλλοτρίωση του ατόμου στη σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία. Ο ιταλός δημιουργός απελευθερώνει τη δράση από την κυρίαρχη λογική του αίτιου-αιτιατού και προσδίδει στην κινηματογραφική αφήγηση μια ρηξικέλευθη χρονική διάσταση. Η ταινία κόβει εξαρχής τις γέφυρες με την παραδοσιακή ψυχολογική ανάλυση, τις κινηματογραφικές αφηγηματικές συμβάσεις, τους κανόνες δραματουργικής εξέλιξης μιας ιστορίας και διακινδυνεύει μια εξερεύνηση, χωρίς πυξίδα, άγνωστων εσωτερικών τοπίων. Κινηματογραφώντας τις συμπεριφορές σ’ ένα κλειστό, απομονωμένο και γυμνό περιβάλλον, το οποίο δεν είναι παρά αντανάκλαση του ψυχικού κενού των ηρώων, ουσιαστικά οδηγεί την ιστορία σ’ έναν αφηγηματικό γκρεμό. Στην ταινία αναδεικνύονται η αβεβαιότητα, η ανασφάλεια, το πρόσκαιρο και το διφορούμενο των ανθρώπινων σχέσεων. Η περιπέτεια, ταινία τραχιά, απειλητική και αφιλόξενη, πλημμυρισμένη από ηχηρές σιωπές, νεκρούς χρόνους και άδειους χώρους, κινηματογραφεί την έκλειψη των συναισθημάτων και το υπαρξιακό αδιέξοδο του σύγχρονου ανθρώπου. Το κοινό του Φεστιβάλ των Καννών δεν άντεξε την τολμηρότητα της αφήγησης και την αποδοκίμασε – σχεδόν κανιβαλικά – στη διάρκεια της προβολής της. Σήμερα τη συναντούμε, πολύ συχνά, στις διάφορες λίστες των καλύτερων ταινιών στην ιστορία του σινεμά, ενώ υπήρξε και μια από τις δεδηλωμένες επιρροές και αγάπες του Θόδωρου Αγγελόπουλου.
Η Δευτέρα 9 Μαρτίου είναι αφιερωμένη στον Αντώνη Καλογιάννη, καθώς το έργο του θα «ζωντανέψει» στη σκηνή του θεάτρου Παλλάς, μέσα από τη μουσική παράσταση «Η φωνή της ψυχής μας».