Bunuel:»Το Φάντασμα της Ελευθερίας» ξανά στις αίθουσες
Η πιο αντισυμβατική ταινία του Buñuel, «Το φάντασμα της ελευθερίας» είναι ένα σουρεαλιστικό «διαμάντι», που ξεδιπλώνεται μέσα από την ασύνδετη αφήγηση και τον παραλογισμό. Μετά την επιτυχία της «Διακριτικής γοητείας της μπουρζουαζίας», ο Buñuel είχε την ελευθερία να κάνει όποια ταινία ήθελε. Με συνεργάτες και πάλι τους Silberman-Carrière στην παραγωγή και το σενάριο αντίστοιχα, ο […]
Η πιο αντισυμβατική ταινία του Buñuel, «Το φάντασμα της ελευθερίας» είναι ένα σουρεαλιστικό «διαμάντι», που ξεδιπλώνεται μέσα από την ασύνδετη αφήγηση και τον παραλογισμό.
Μετά την επιτυχία της «Διακριτικής γοητείας της μπουρζουαζίας», ο Buñuel είχε την ελευθερία να κάνει όποια ταινία ήθελε. Με συνεργάτες και πάλι τους Silberman-Carrière στην παραγωγή και το σενάριο αντίστοιχα, ο Buñuel γυρίζει άλλον έναν θρίαμβο ενάντια στην αστική ηθική, «Το φάντασμα της ελευθερίας».
Η ταινία, από την πιο ώριμη περίοδο του έργου του, συνοψίζει όλα τα θέματα που τον απασχολούσαν για πάνω από 30 ταινίες: εκκλησία, αστική συμβατικότητα, έμφυτες καταπιεσμένες ορμές, στρατός, εξουσία, δικαιοσύνη… Ο σκηνοθέτης αυτή τη φορά ερευνά όχι μόνο τις κοινοτυπίες της καθημερινής ζωής των αστών αλλά και πώς αυτές αποτελούν ένα είδος πλασματικής ελευθερίας, η οποία καταπιέζει την πραγματική φύση των ανθρώπων.
Με τι ασχολείται όμως αυτή η ταινία; Ένα γεγονός που απεικονίζεται στον πίνακα του Γκόγια «3 Μαΐου 1808», ζωντανεύει: Ισπανία, 1808. στρατιώτες του Ναπολέοντα εκτελούν μια ομάδα επαναστατών, που δεν θέλουν τη γαλλική κυριαρχία και την «ελευθερία» που τους επιβάλλεται. Πριν πεθάνουν φωνάζουν «Κάτω η ελευθερία». Μεταφερόμαστε στη σημερινή εποχή. Γαλλία. Παρακολουθούμε μια σειρά από ασύνδετα, παράδοξα, τυχαία, και, πολλές φορές, κωμικά γεγονότα στη ζωή των αστών. Ένας άντρας φαίνεται να πουλάει πορνογραφικά καρτ-ποστάλ σε κοριτσάκια, τα οποία όμως τελικά απεικονίζουν αξιοθέατα. Στην εξοχή, στρατιώτες επιδίδονται στο κυνήγι αλεπούς! Σε ένα επαρχιακό ξενοδοχείο, μια νοσοκόμα παίζει χαρτιά με μια παρέα καλόγερων, που χρησιμοποιούν εκκλησιαστικά αντικείμενα για μάρκες! Στο ίδιο ξενοδοχείο, άλλοι φιλοξενούμενοι είναι αιμομίκτες και σαδομαζοχιστές. Πίσω, στο Παρίσι, ένα κοριτσάκι αγνοείται ενώ βρίσκεται συνέχεια δίπλα στους γονείς του, ένας ελεύθερος σκοπευτής που σκοτώνει περαστικούς αθωώνεται από το δικαστήριο…. Ακόμα, σε ένα επίσημο δείπνο σε ένα αστικό σπίτι, οι καλεσμένοι κάθονται πάνω σε λεκάνες τουαλέτας χωρίς να τρώνε και πάνε για φαγητό στον καμπινέ-κουζίνα! Ένας επιθεωρητής της αστυνομίας δέχεται ένα τηλεφώνημα από το φάντασμα της νεκρής αδελφής του ενώ, αλλού, διαδηλωτές που φωνάζουν «Κάτω η ελευθερία» δέχονται τα πυρά της αστυνομίας…
Η δομή της αφήγησης είναι πρωτότυπη και απρόβλεπτη. Ο θεατής βιώνει μια ακόμη μεγαλύτερη αίσθηση ασυνέχειας από προηγούμενες ταινίες του Buñuel, μια αίσθηση αφηγηματικής «ελευθερίας», η οποία, και αυτή, όπως και η αστική «ελευθερία», είναι απλώς ένα φάντασμα… Τα γεγονότα έχουν επεισοδιακό χαρακτήρα και, για τη μεταφορά μας από το ένα συμβάν στο άλλο, αποφεύγεται το μοντάζ. Αντίθετα, με έναν πανέξυπνο τρόπο, που εντείνει το τυχαίο των καταστάσεων, η κάμερα ακολουθεί τους διάφορους χαρακτήρες από το ένα αφηγηματικό κομμάτι στο άλλο, χρησιμοποιώντας τους ως «συνδετικούς κρίκους».
Η υπόθεση δεν έχει πολύ σημαντικό ρόλο και καμία ιστορία δεν ολοκληρώνεται. Τα γεγονότα που παρακολουθούμε πολλές φορές είναι εξωφρενικά, γκροτέσκα και κωμικά αλλά παρουσιάζονται με μεγάλη φυσικότητα, χωρίς να σχολιάζονται ποτέ. Αν προσπαθήσουμε να εκλογικεύσουμε όσα βλέπουμε στην ταινία, θα χάσουμε το νόημα. Η εικόνα είναι αυτή που έχει σημασία. Αυτή είναι και η ομορφιά της ταινίας: οι εικόνες είναι εκεί και απλώς υπάρχουν, ανοιχτές σε πολλές και διαφορετικές αναγνώσεις.
Ωστόσο, μπορούμε να διακρίνουμε στην ταινία πολλά στοιχεία που επαναλαμβάνονται σε όλο το έργο του Buñuel. Εδώ, η καυστική σάτιρα και η ειρωνεία τσακίζουν κόκαλα: οι καλόγεροι είναι ιερόσυλοι και χαρτόμουτρα, οι αστυνομικοί δεν διαφέρουν από κακομαθημένα σχολιαρόπαιδα, η συγκαταβατικότητα της αστικής συμπεριφοράς φτάνει στο σημείο να αγνοεί το εμφανές (το κοριτσάκι που αγνοείται), οι στρατιώτες έχουν τον πόλεμο για σπορ, η ομαλότητα των ανούσιων τυπικών και της ευγένειας κρύβουν το σεξουαλικό βίτσιο ενώ και οι ανθρώπινες φυσικές ανάγκες αντιστρέφονται, για να δείξουν τη γελοιότητα της αστικής κοσμιότητας. Μέσα από όλα αυτά τα σουρεαλιστικά συμβάντα, ο Buñuel αμφισβητεί για άλλη μια φορά αυτή την επίφαση ελευθερίας που έχει «στοιχειώσει» την αληθινή ανθρώπινη φύση, με τη μορφή των αυστηρών ηθικών κανόνων από την εκκλησία, την εξουσία, την αστική κοινωνία.
Στο Φάντασμα της ελευθερίας ο «δαιμόνιος» Buñuel δεν αφήνει κανέναν από αυτούς τους κανόνες έξω από τη σουρεαλιστική, κωμική κριτική του. Οι αστοί είναι για γέλια, η ζωή είναι απρόβλεπτη, η κοινωνία αποτελείται από παράλογους, καταπιεστικούς και παρακμιακούς θεσμούς. Φαίνεται λοιπόν δίκαιο, όταν οι σημερινοί διαδηλωτές φωνάζουν «Κάτω η ελευθερία», όπως οι Ισπανοί πριν από δύο αιώνες, ενάντια στην ψεύτικη ελευθερία που προτείνεται σε κάθε εποχή από τους εξουσιαστικούς θεσμούς.
Ας δούμε και κάποια βιογραφικά στοιχεία για τον δημιουργό. Ο πατέρας του σουρεαλιστικού κινηματογράφου, Luis Buñuel Portolés, γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 1900, στην Ισπανία. Μεγάλωσε σε μια μικρή επαρχιακή κοινωνία, τόσο κλειστή, παραδοσιακή και θρησκόληπτη, που ο ίδιος την αποκαλούσε «μεσαιωνική». Μέλος πολύ ευκατάστατης οικογένειας, έλαβε από νωρίς αυστηρή καθολική μόρφωση. Σύντομα, όμως, το ελεύθερο πνεύμα του και ο επαναστατικός του χαρακτήρας τον έκαναν να αντιδράσει στον καθολικισμό -μια αντίδραση που θα συνεχιζόταν σε όλη του τη ζωή.
Στο πανεπιστήμιο θα γίνει φίλος με δύο μεγάλες μορφές της τέχνης, το ζωγράφο Salvador Dalí και τον ποιητή Federico García Lorca.
Αργότερα, θα μετακομίσει στο Παρίσι, όπου θα εργαστεί στον κινηματογράφο και μάλιστα θα μαθητεύσει δίπλα στον Ζαν Επστάιν. Το 1929 ήταν χρονιά ορόσημο για τον Buñuel, καθώς, μαζί με τον Dalí, θα γυρίσουν το «Un chien andalou», μια ταινία απόλυτα σοκαριστική για τα ήθη της εποχής, με την οποία γράψανε κινηματογραφική ιστορία. Ο Buñuel χρησιμοποίησε την εμμονή του με τα όνειρα και δημιούργησε ένα συνειρμικό όσο και βλάσφημο σύμπαν, κάτι που θα αναπαράγει σε όλες του τις ταινίες στο εξής. Με την ταινία αυτή οι σουρεαλιστές τον υποδεχτήκανε πανηγυρικά στους κύκλους τους και ο Buñuel ανακηρύχτηκε ο σημαντικότερος σουρεαλιστής σκηνοθέτης.
Από την πρώτη στιγμή ο Buñuel ήταν ένας άθεος, «βλάσφημος» σκηνοθέτης, που σκοπό είχε να προκαλέσει και να επιτεθεί στους θεσμούς και την υποκρισία της αστικής τάξης. Η δεύτερη ταινία του, «L’Âge d’or» (1930), βεβηλώνοντας τα ιερά και τα όσια του καθολικισμού, προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερο σκάνδαλο. Ο δεξιός Τύπος πολέμησε την ταινία και τελικά η αστυνομία την απαγόρευσε, μια απαγόρευση που κράτησε 50 ολόκληρα χρόνια! Το 1933, ο Buñuel επιστρέφει στην Ισπανία, μέσα σε ένα φοβερά ταραχώδες πολιτικό κλίμα, και γυρίζει τη μικρού μήκους ταινία «Las Hurdes: Tierra Sin Pan» (1933), ένα ντοκιμαντέρ για τις δυσχέρειες των χωρικών. Όμως, η πολιτική κατάσταση της χώρας ήταν εκρηκτική και το 1936 οδήγησε στον Ισπανικό Εμφύλιο. Με την επιβολή της δικτατορίας του Franco, που έγινε και με την ισχυρή στήριξη της εκκλησίας, πολλοί καλλιτέχνες αναγκάστηκαν να εκπατριστούν.
Ο Buñuel έφυγε στην Αμερική και, αφού εργάστηκε για ένα διάστημα στο μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, μετακόμισε στο Μεξικό. Το 1948, με την εγκληματική κατάσταση να συνεχίζεται στη χώρα του από το φασιστικό καθεστώς του Φράνκο, πήρε τη μεξικάνικη υπηκοότητα. Στο Μεξικό πια θα βρει το έδαφος και την ελευθερία για να γυρίσει τις ταινίες του: Ανάμεσά τους το «Los Olvidados» (1950), με το οποίο θριάμβευσε στις Κάννες (πρόσφατα η ταινία εντάχτηκε και στη λίστα της UNESCO ως μέρος της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς).
Όταν το 1960, για λόγους πολιτικής προπαγάνδας, ο Φράνκο κάλεσε τον Buñuel να γυρίσει στην πατρίδα του και να σκηνοθετήσει ένα φιλμ της δικής του επιλογής, ο Buñuel δέχτηκε. Και του ανταπέδωσε την «ευγενική χειρονομία» γυρίζοντας τη «Viridiana», μια εξοργιστικά «βλάσφημη» ταινία, που μέσα στα άλλα, παρωδεί και τον Μυστικό Δείπνο! Το αποτέλεσμα ήταν το καθεστώς να κάψει τις κόπιες, όχι όμως πριν προλάβει μια από αυτές να περάσει στη Γαλλία και να βραβευτεί με τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες.
Στις δεκαετίες `60-`70 ο Buñuel διανύει την ωριμότερη φάση του, τη λεγόμενη «Γαλλική περίοδο», όπου με συνεργάτες τους Silberman and Carrière, θα σκηνοθετήσει στη Γαλλία τα μεγάλα κινηματογραφικά του αριστουργήματα. Ανάμεσά τους, τα «Le journal d’une femme de chambre» (1964), «Belle de Jour» (1967), «Le Charme discret de la bourgeoisie» (1972) και, την τελευταία του ταινία, «Cet obscur objet du désir» (1977). Αυτές θα είναι και οι διασημότερες ταινίες της καριέρας του και όχι άδικα: ο Buñuel διακωμωδεί τις φαντασιώσεις της αστικής τάξης με απίστευτη μαεστρία.
Με τη «Διακριτική γοητεία της μπουρζουαζίας«, κερδίζει το Oscar Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας ενώ με το «Φάντασμα της ελευθερίας», ο Buñuel εμπνέεται άμεσα από την ιστορία της χώρας του: η απίστευτη βία και καταπίεση που έζησαν οι τότε Ισπανοί από την ναπολεόντεια κυριαρχία και τους αυτοαποκαλούμενους «ελευθερωτές», γίνεται παράδειγμα για το σήμερα. Συνδέοντας εκείνα τα γεγονότα με τη σημερινή κατάσταση του «πολιτισμένου» κόσμου, ο Buñuel δείχνει ότι και η ελευθερία που προτείνεται τώρα (η αστική σε αυτή την περίπτωση), είναι για άλλη μια φορά μια απάτη, ένα φάντασμα, μια μορφή σκλαβιάς.
Στα τέλη του ΄70, ο Buñuel αποσύρθηκε από τη σκηνοθεσία μέχρι και το τέλος της ζωής του και μαζί με τον Carrière, έγραψε την αυτοβιογραφία του, «Mon Dernier Soupir» (1982). Ένα χρόνο μετά, το 1983, ο μεγάλος αιρετικός του κινηματογράφου πέθανε, αφήνοντας πίσω του ως κληρονομιά την αγάπη για την ανατροπή και το σκάνδαλο, ως τρόπους αλλαγής της κοινωνίας.
Επιλεγμένη Φιλμογραφία Un chien andalou (Ο ανδαλουσιανός σκύλος), 1929 L’âge d’or (Η χρυσή εποχή), 1930 Las Hurdes (Γη χωρίς ψωμί) (1933) El gran calavera, 1949 Los olvidados (Ξεχασμένοι από την κοινωνία), 1950 Susana (Κυλισμένη στο βούρκο), 1951 El (Αυτός), 1953 El bruto, 1953 Las aventuras de Robinson Crusoe (Ροβινσών Κρούσος), 1954 Ensayo de un crimen (Η εγκληματική ζωή του Αρτσιμπάλντο ντε Λα Κρουζ), 1955 Nazarín (Ναζαρέν), 1959 Viridiana (Βιριδιάνα), 1961 El ángel exterminador (Εξολοθρευτής άγγελος), 1962 Le journal d’une femme de chambre (Το ημερολόγιο μιας καμαριέρας), 1964 Simón del desierto, 1965 Belle de jour (Η ωραία της ημέρας), 1967 La voie lactée (Ο γαλαξίας), 1969 Tristana (Τριστάνα), 1970 Le charme discret de la bourgeoisie (Η διακριτική γοητεία της μπουρζουαζίας), 1972 Le fantôme de la liberté (Το φάντασμα της ελευθερίας), 1974 Cet obscur objet du désir (Το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου), 1977
Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο σκηνικός μονόλογος του μεγάλου ποιητή Γιάννη Ρίτσου, θα παρουσιαστεί για μία μοναδική βραδιά τη Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου στο θέατρο Ολύμπια «Μαρία Κάλλας».
Στις 30 και 31 Ιανουαρίου, στο Ολύμπια θα πραγματοποιηθεί η συναυλία «Δύο Επέτειοι, Μία Σκηνή» - αφορμή τη συμπλήρωση 30 δημιουργικών χρόνων του συνθέτη Κώστα Λειβαδά και για τα 40 χρόνια της Ορχήστρας Νυκτών Εγχόρδων «Θανάσης Τσιπινάκης» του Δήμου Πατρέων.