Μπαρουτόμυλος
Η ανακάλυψη της μπαρούτης (11ος αι. στην Κίνα) θα αλλάξει αποφασιστικά τη μορφή του πολέμου. Το 14ο αιώνα η χρήση της επεκτάθηκε στα πυροβόλα όπλα και η ποιότητά της βελτιώθηκε το 15ο αιώνα.
Για την παραγωγή της μαύρης μπαρούτης απαιτούνται τρεις βασικές ύλες: νιτρικό κάλιο, θείο και άνθρακας.
Για τις πρώτες αυτές ύλες στο Εμπορικό Λεξικό του, που τυπώνεται λίγο πριν από τον αγώνα του 1821, ο Ν.Παπαδόπουλος αναφέρει:
«Το θειάφι πρέπει να ήναι καθαρισμένον και εις ραβδία. Το νίτρον από των ακαθάρτων υλών των σταύλων, περιστερεώνων, τόπων, όπου κατουρούν άνθρωποι ή ζώα και άλλων παρομοίων μη βλεπομένων από τον ήλιο. Οι άνθρακες πρέπει να ήναι από ξύλα απαλά, ως μικράς λεπτοκαρυάς, ιτέας και παρόμοια, καιόμενα εις κλίβανον και σβυόμενα με χώμα και άλλην ξηράν ύλην, χωρίς νερόν παντελώς, διότι το νερόν βλάπτει πολύ την πυρίτιδα. Δι εκατόν οκάδες πυρίτιν χρειάζονται, ως άνω Νίτρον οκάδες 75, Θειάφι 12 1/2, Ανθρακες 12 1/2. Ολότης Οκάδες 100».
Η παλαιότερη γνωστή σήμερα μνεία κρατικής φροντίδας για την παρασκευή νίτρου είναι αυτή των Ενετών στην Κρήτη το 1579. Αλλά και οι Τούρκοι στην Πελοπόννησο, πριν από το 1583, είχαν μεριμνήσει για την παραγωγή πυρίτιδας σε ορισμένα χωριά, μεταξύ των οποίων η Δημητσάνα και η Στεμνίτσα, πλούσιες σε φυσικά μείγματα νίτρου. Μάλιστα, οι κάτοικοι αυτών των χωριών ήταν απαλλαγμένοι από την καταβολή φόρου, λόγω της πυρίτιδας που παρήγαγαν.
Η παλαιότερη αναφορά σε υδροκίνητο μπαρουτόμυλο είναι αυτή του 1675, για τη Ναύπακτο.
Η μηχανή του μπαρουτόμυλου αποτελείται από τη φτερωτή, πάνω στην οποία πέφτει με δύναμη το νερό. Η φτερωτή είναι προσαρμοσμένη στο άκρο ενός εκκεντροφόρου άξονα, ο οποίος φέρει ισχυρά ξύλινα στοιχεία που ανασηκώνουν τα κοπάνια. Όταν τα έκκεντρα του άξονα χάνουν την επαφή τους με τα κοπάνια, αυτά πέφτουν με δύναμη στα γουδιά, που βρίσκονται ακριβώς από κάτω τους, ανά πεντάδες.
Στα γουδιά με το κοπάνισμα κονιοποιούνται κατ αρχάς οι πρώτες ύλες (νίτρο, άνθρακας, θείο). Ακολουθούν η προσθήκη νερού για την αποφυγή έκρηξης από υπερθέρμανση, το συνεχές ανακάτεμα για να υγρανθεί το μείγμα και η συσσωμάτωσή του (συνένωση των υλικών σε ένα μείγμα) με κοπάνισμα έξι έως δέκα ωρών (20.000-40.000 χτυπήματα). Η διαδικασία αυτή δίνει ένα μείγμα σαν ζύμη (ο «χαλβάς»). Η ζύμη στη συνέχεια στραγγίζει στον ήλιο δύο ημέρες και μετατρέπεται σε στεγνό υλικό. Το υλικό αυτό κονιοποιείται με τη βοήθεια δερμάτινων κόσκινων και οι κόκκοι ξεραίνονται στον ήλιο. Ακολουθούν κοσκίνισμα για την αφαίρεση της σκόνης, ξήρανση πάλι στον ήλιο, και νέο κοσκίνισμα με λεπτό κόσκινο. Στη συνέχεια, συσκευαζόταν προσεκτικά σε ξύλινα βαρέλια και αποθηκευόταν σε στεγνό χώρο για να μην απορροφήσει υγρασία, η οποία αχρηστεύει την μπαρούτη.
Η Δημητσάνα στα χρόνια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν ένα σημαντικό χωριό στη συλλογή του ακάθαρτου νιτρικού καλίου. Ο αγώνας του 1821 θα καταστήσει τη Δημητσάνα την κυριότερη πηγή τροφοδοσίας των Ελλήνων σε μπαρούτι. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έλεγε:« Μπαρούτι είχαμε, έκαμνε η Δημιτζάνα. Του μπαρουτιού την υπόθεσι την είχαν πάρει απάνου τους τα αδέλφια Σπηλιοτόπουλοι, και διά να δουλεύουν την μπαρούτη δεν επέρναμε πολλούς Δημιτζανίτες εις το στρατόπεδο, τους αφήναμε διά την δούλευσιν».
- Πάτρα: Οι έρευνες, τα σενάρια και οι αποκαλύψεις «φωτιά» για την εξαφάνιση της 16χρονης
- Σενάρια διαχείρισης του ηφαιστειακού κινδύνου από ενδεχόμενο τσουνάμι – Πόσο ασφαλής είναι η καλντέρα της Σαντορίνης
- Greece: Winter Sales Bring Extended Sunday Shopping Hours
- Stoiximan GBL: Κόντρα στο Μαρούσι για το απόλυτο ο Ολυμπιακός
- Το καλοσυνάτο αδεσποτάκι κουταβάκι Πίξι αναζητά τον άνθρωπό του
- «Δε μας επιτρέπεται να γερνάμε» – Το μοντέλο των 80s, Κιμ Αλέξις, μιλάει στα 64 της για την «καταπίεση της ομορφιάς»




