Την έντονη ανησυχία του πληθυσμού της Αττικής προκάλεσε η έντονη οσμή αερίου που έγινε αισθητή το πρωί της Τρίτης (19/05/2026) σε αρκετές περιοχές του λεκανοπεδίου.

Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία και τις πρώτες μετρήσεις των αρμόδιων υπηρεσιών, δεν υπάρχουν ενδείξεις που να παραπέμπουν σε διαρροή φυσικού αερίου ή σε κάποιο σοβαρό πρόβλημα στο δίκτυο διανομής. Ωστόσο, οι επιστήμονες δηλώνουν ότι το γεγονός θα πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.

Συνεχίζονται οι έλεγχοι

Οι έλεγχοι για τα πιθανά αίτια της οσμής βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη, με συνεργεία των αρμόδιων υπηρεσιών να πραγματοποιούν συνεχείς επιθεωρήσεις προκειμένου να διαπιστωθεί η προέλευση της οσμής και να αποκλειστεί κάθε πιθανό ενδεχόμενο κινδύνου.

Όπως επισημαίνεται από τις αρμόδιες αρχές, μέχρι τώρα δεν έχει καταγραφεί πτώση πίεσης στο δίκτυο φυσικού αερίου, ούτε οποιαδήποτε άλλη ένδειξη διαρροής, γεγονός που καθιστά –με βάση τα έως τώρα δεδομένα– εξαιρετικά μικρό το ενδεχόμενο να υπάρχει πρόβλημα στις υποδομές μεταφοράς ή διανομής.

Από που μπορεί να προήλθε

Την ίδια ώρα, εξετάζονται και εναλλακτικά σενάρια για την προέλευση της έντονης μυρωδιάς, όπως η μεταφορά αέριων μαζών λόγω των καιρικών συνθηκών ή άλλες φυσικές και ανθρωπογενείς πηγές, χωρίς ωστόσο να έχει εξαχθεί ακόμη ασφαλές συμπέρασμα.

Οι αρχές υπογραμμίζουν ότι η κατάσταση παρακολουθείται στενά και πως, μέχρι στιγμής, δεν προκύπτει λόγος ανησυχίας για τη δημόσια ασφάλεια.

Οι εξηγήσεις Κολυδά

Για το φαινόμενο τοποθετήθηκε και ο μετεωρολόγος και πρώην διευθυντής της ΕΜΥ, Θοδωρής Κολυδάς. Ο κ. Κολυδάς παρουσίασε πιθανά σενάρια για την προέλευση της οσμής που αναστάτωσε κυρίως τα νότια προάστια της Αττικής, υπογραμμίζοντας ότι αντίστοιχο φαινόμενο είχε καταγραφεί ξανά στην Αττική το 2023.

Όπως ανέφερε, η έντονη μυρωδιά έγινε αισθητή σε περιοχές όπως η Νέα Σμύρνη, το παραλιακό μέτωπο αλλά και το κέντρο της Αθήνας, προκαλώντας ανησυχία στους κατοίκους και κινητοποίηση των αρμόδιων υπηρεσιών.

Σύμφωνα με τον πρώην διευθυντή της ΕΜΥ, οι μέχρι στιγμής έλεγχοι δεν δείχνουν διαρροή φυσικού αερίου, με αποτέλεσμα η έρευνα να στρέφεται προς άλλες πιθανές πηγές.

Θαλάσσια ή παράκτια η προέλευση της οσμής;

Παράλληλα, η προκαταρκτική ανάλυση μέσω οπισθοτροχιών HYSPLIT έδειξε ότι οι αέριες μάζες που έφτασαν στις περιοχές όπου καταγράφηκε η οσμή είχαν προηγουμένως κινηθεί από νότιο – νοτιοανατολικό θαλάσσιο ή παράκτιο τομέα.

«Στην παρούσα προκαταρκτική ανάλυση εξετάστηκαν οπισθοτροχιές HYSPLIT για τη Νέα Σμύρνη και το κέντρο της Αθήνας, δηλαδή για περιοχές όπου αναφέρθηκε η οσμή. Οι υπολογισμοί έγιναν για χρόνο άφιξης 09 UTC της 19ης Μαΐου 2026, δηλαδή περίπου κοντά στην ώρα έναρξης των αναφορών, καθώς η ώρα Ελλάδας τον Μάιο είναι UTC+3. Για τη Νέα Σμύρνη εξετάστηκαν τροχιές στα 10 m και 100 m AGL, με διάρκεια 6 ωρών προς τα πίσω, ενώ αντίστοιχοι υπολογισμοί έγιναν και για το κέντρο της Αθήνας στα ίδια ύψη» σημείωσε.

Όπως εξηγεί ο Θοδωρής Κολυδάς, το συγκεκριμένο στοιχείο καθιστά μετεωρολογικά πιθανή μια θαλάσσια ή παράκτια προέλευση της οσμής, χωρίς ωστόσο να αποδεικνύεται ακόμη η ακριβής αιτία.

«Φταιει» το φυτοπλαγκτόν;

Μεταξύ των πιθανών πηγών που εξετάζονται περιλαμβάνονται λιμενικές και ναυτιλιακές δραστηριότητες, καύσιμα, λύματα, οργανική αποσύνθεση ή ακόμη και φαινόμενα που σχετίζονται με φυτοπλαγκτόν.

«Ένα από τα σενάρια που μπορεί να εξεταστεί είναι η βιογενής θαλάσσια προέλευση, όπως αυξημένη παρουσία φυτοπλαγκτού ή αποσύνθεση οργανικής ύλης στη θάλασσα. Το φυτοπλαγκτόν και οι σχετικές μικροβιακές διεργασίες μπορούν να παράγουν πτητικές θειούχες ενώσεις, όπως το διμεθυλοσουλφίδιο, το οποίο συνδέεται με χαρακτηριστικές θαλάσσιες οσμές. Ωστόσο, η περιγραφή της οσμής από τους πολίτες ως ‘υγραέριο’, ‘αέριο’ ή ‘καμένο καύσιμο’ δεν επιτρέπει να θεωρηθεί αυτό το σενάριο ως βέβαιο. Αντίστοιχες οσμές μπορούν να προέλθουν και από καύσιμα, λιμενικές ή ναυτιλιακές δραστηριότητες, λύματα, βιομηχανικές εκπομπές, πτητικές οργανικές ενώσεις ή άλλες θειούχες ενώσεις» συμπλήρωσε ο κ. Κολυδάς.

Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων απαιτούνται χημικές μετρήσεις πεδίου και διασταύρωση των δεδομένων με τις μετεωρολογικές αναλύσεις.

«Τα αποτελέσματα των πρώτων οπισθοτροχιών HYSPLIT δεν τεκμηριώνουν συγκεκριμένη πηγή εκπομπής, δείχνουν όμως ότι η αέρια μάζα που έφτασε στις περιοχές αναφοράς είχε προηγουμένως διέλευση από θαλάσσιο ή παράκτιο τομέα νότια – νοτιοανατολικά της Αττικής. Το εύρημα αυτό καθιστά σκόπιμη την περαιτέρω διερεύνηση πιθανών θαλάσσιων, λιμενικών, ναυτιλιακών, βιογενών ή οργανικών πηγών, παράλληλα με τους ήδη πραγματοποιούμενους ελέγχους στα δίκτυα φυσικού αερίου» τονίζει ο Θοδωρής Κολυδάς, καταλήγοντας ότι «η ανάλυση των τροχιών πρέπει να συνδυαστεί με χημικές μετρήσεις, ελέγχους πεδίου και στοιχεία από τις αρμόδιες υπηρεσίες, ώστε να διαπιστωθεί η πραγματική αιτία του επεισοδίου».