Παρά τις αυξημένες βροχοπτώσεις και χιονοπτώσεις του φετινού χειμώνα, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι αυτό δεν αρκεί για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η λειψυδρία, καθώς σημαντικό νερό χάνεται προτού φτάσει στη βρύση. Αυτό διότι καταγράφονται τεράστιες απώλειες στα δίκτυα αλλά και σπατάλη στην άρδευση, ενώ η κατάσταση επιδεινώνεται από τον υπερτουρισμό και τους ακραίους καύσωνες.

«Παρά το γεγονός ότι διανύσαμε έναν υγρό χειμώνα, αν η ζήτηση ξεπεράσει την προσφορά, τότε θα εμφανιστεί η λειψυδρία»

Υπενθυμίζεται ότι λόγω της λειψυδρίας, την περασμένη Δευτέρα ετέθη σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης η Αστυπάλαια, ενώ αποφασίστηκε η παράταση του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης και για την Πάτμο για επιπλέον τρεις μήνες.

Ο επίκουρος καθηγητής Προσομοίωσης και Διαχείρισης Υπόγειων Υδατικών Πόρων/Τμήμα Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών του ΑΠΘ, Παντελής Σιδηρόπουλος, προτάσσει σημαντικές παραμέτρους για την αντιμετώπιση του προβλήματος, όπως  η υλοποίηση έργων και παρεμβάσεων μείωσης των απωλειών νερού, την αντικατάσταση των μεθόδων άρδευσης υψηλών απωλειών νερού με αντίστοιχες χαμηλότερων απωλειών αλλά και την περιβαλλοντική εκπαίδευση.

Σε συνέντευξή του στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο κ. Σιδηρόπουλος τονίζει πως «το πρόβλημα λύνεται με ένα συνδυασμό λύσεων», που κατά την άποψή του «περιέχει έργα αποθήκευσης και εξοικονόμησης νερού, τεχνολογίες αιχμής όπως γεωργία ακριβείας και τηλεμετρία, διοικητικά μέτρα όπως επιβολή προστίμων για υπερκατανάλωση νερού και περιβαλλοντική εκπαίδευση, όχι μόνο παιδιών και νέων, αλλά ακόμα και συγκεκριμένων κοινωνικών/επαγγελματικών ομάδων όπως οι αγρότες».

Όπως εξηγεί, παρά το γεγονός ότι διανύσαμε έναν υγρό χειμώνα, αν η ζήτηση ξεπεράσει την προσφορά, τότε θα εμφανιστεί η λειψυδρία. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τα τελευταία χρόνια είναι οι τουριστικές περιοχές, όπου λόγω υπερτουρισμού παρατηρούνται φαινόμενα λειψυδρίας στο αστικό νερό.

«Εδώ, πρέπει να σημειωθεί ότι σε αυτές τις περιπτώσεις ο λόγος δεν είναι μόνο ότι η ζήτηση μπορεί να ξεπερνά την προσφορά, αλλά και η μη επάρκεια των δικτύων ύδρευσης, διότι σχεδιάστηκαν για την κάλυψη των υδρευτικών αναγκών πληθυσμού μικρότερου από αυτόν που συγκεντρώνεται στις τουριστικές περιοχές το καλοκαίρι. Ένα άλλο παράδειγμα είναι και η περίπτωση της γεωργίας. Εδώ, αν το καλοκαίρι έχουμε ισχυρούς και παρατεταμένους καύσωνες θα αυξηθεί η ανάγκη σε αρδευτικό νερό και αν ξεπεράσει την προσφορά θα καταλήξουμε στην λειψυδρία. Βέβαια, αυτό εξετάζεται για κάθε σύστημα τοπικά».

Δίκτυα ύδρευσης με απώλειες 70%

Ο κ. Σιδηρόπουλος ξεκαθαρίζει ότι η λειψυδρία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με το να αυξηθεί η προσφορά, ενώ θεωρεί αναγκαία την παρέμβαση του ανθρώπου στη ζήτηση του νερού και τη μείωση όλων των χρήσεων νερού υπό το πρίσμα μιας βιώσιμης διαχείρισης υδατικών πόρων που δεν απαιτεί μόνο έργα, αλλά μια ολοκληρωμένη προσέγγιση σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας του ανθρώπου, σε όλες τις ηλικίες.

«Για μένα, η οικονομία του νερού στην καθημερινότητά μας είναι στάση ζωής. Για παράδειγμα, μέσω της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, τα παιδιά να αποκτήσουν περιβαλλοντική συνείδηση. Σίγουρα τα έργα έχουν ένα άμεσο και πιο σημαντικό αντίκτυπο σε αυτή την προσπάθεια, όμως δεν πρέπει να επικεντρωνόμαστε μόνο σε έργα υδροληψίας ή αποθήκευσης νερού, τα οποία θα αυξήσουν την προσφορά».

Σημαντικά εξίσου, συνεχίζει ο ίδιος, «είναι και τα έργα/παρεμβάσεις στον τομέα της ζήτησης. Πολύ σημαντικό θέμα αποτελεί η εξοικονόμηση νερού στα δίκτυα μεταφοράς, μέσω της μείωσης των απωλειών. Υπάρχουν δίκτυα ύδρευσης στην Ελλάδας που οι απώλειες (καλούνται Μη Ανταποδοτικό Νερό) αγγίζουν το 60% με 70%. Άρα, πρωτίστως πρέπει να στοχεύσουμε σε έργα/παρεμβάσεις μείωσης των απωλειών νερού, όπως αντικατάσταση παλαιών αγωγών με νέους, συντήρηση δικτύων και εγκατάσταση τηλεμετρικών συστημάτων (SCADA)».

Γεωργία ακριβείας για εξοικονόμηση νερού

Όπως παρατηρεί ο κ. Σιδηρόπουλος, μεγάλη άνθηση έχει τα τελευταία χρόνια η γεωργία ακριβείας, που ένας βασικός της πυλώνας, είναι η εξοικονόμηση νερού. Αναφέρει, μάλιστα, ότι υπάρχουν ακόμη αγρότες που ποτίζουν τα χωράφια τους με τον κινούμενο εκτοξευτήρα υψηλής πίεσης (κανόνι), που έχει απώλειες μέχρι και 40%.

«Εδώ, πρέπει να προβούμε σε αντικατάσταση των μεθόδων άρδευσης υψηλών απωλειών νερού με αντίστοιχες χαμηλότερων απωλειών, όπως η στάγδην άρδευση, μέσω επιδοτούμενων προγραμμάτων. Το ίδιο ισχύει και με τα δίκτυα μεταφοράς αρδευτικού νερού» λέει.

Και προσθέτει: «Η κατάσταση στην Ελλάδα είναι απογοητευτική. Υπάρχουν ακόμα στον κάμπο της Θεσσαλίας – στον πιο παραγωγικό κάμπο της Ελλάδας – ανοιχτές διώρυγες μεταφοράς αρδευτικού νερού σε πολύ κακή λειτουργική κατάσταση, λόγω έλλειψης συντήρησης, των οποίων οι απώλειες μπορούν να φτάσουν μέχρι και το 70%. Τα τελευταία χρόνια κατασκευάζονται υπόγεια δίκτυα μεταφοράς αρδευτικού νερού με υπό πίεση σωλήνες, μέσω προγραμμάτων ΕΣΠΑ, αλλά έχουμε ακόμη πολύ δρόμο».

Ακολούθως, ο καθηγητής σημειώνει ότι οι χιλιάδες ιδιωτικές αρδευτικές γεωτρήσεις υπάρχουν γιατί τόσα χρόνια δεν υπήρξε η μέριμνα από το κράτος για την κατασκευή οργανωμένων δικτύων μεταφοράς αρδευτικού νερού. «Τέλος, κατά την άποψη μου, πολύ σημαντικά έργα και εύκολα υλοποιήσιμα είναι οι μικροί αρδευτικοί, πεδινοί ταμιευτήρες, οι οποίοι θα έχουν και αντιπλημμυρικό σκοπό» συμπληρώνει ο ίδιος.

Απαντώντας στο ερώτημα, αν τα φράγματα αποτελούν λύση, διευκρινίζει ότι αποθηκεύουν μεν σημαντικές ποσότητες νερού την υγρή περίοδο και το διαθέτουν την ξηρή περίοδο ενός υδρολογικού έτους, ωστόσο από μόνα τους δεν θα λύσουν το πρόβλημα. Κι αυτό γιατί θα ακυρωθεί η συνεισφορά ενός φράγματος, αν το δίκτυο μεταφοράς νερού αποτελείται από κακοσυντηρημένες ανοιχτές διώρυγες και οι αγρότες αρδεύουν με μεθόδους υψηλών απωλειών νερού.

Ο κ. Σιδηρόπουλος καταλήγει λέγοντας ότι το όλο ζήτημα είναι θέμα νοοτροπίας καθώς πρωτίστως ο άνθρωπος ευθύνεται για τη λειψυδρία και πρέπει να αλλάξει τη στάση του ως προς τη χρήση του νερού.

«Η άποψή μου είναι ότι πρόκειται για ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο και γι’ αυτό απαιτείται και μια ολοκληρωμένη προσέγγιση. Ακόμα και έργα αποθήκευσης και εξοικονόμησης νερού να κάνουμε, αν ο άνθρωπος είναι σπάταλος δεν θα επαρκεί το νερό που θα μας προσφέρεται. Απλώς, τώρα, με την κλιματική αλλαγή έχει οξυνθεί το πρόβλημα, διότι η κλιματική αλλαγή προκαλεί ακραία γεγονότα», καταλήγει.