Χθες το απόγεμα στις 6 γίνηκε στο Α’ Νεκροταφείο η κηδεία του Μάρκου Αυγέρη. Πέθανε την προηγούμενη, στις 8 Ιουνίου του 1973, στο νοσοκομείο «Βασιλεύς Παύλος». Στις 9 και μισή βραδυνή. Το τελευταίο του κείνο απόγεμα της Παρασκευής ήμουνα, όπως κάθε βράδυ, κοντά του ως τις 9, που ερχότανε η νυχτερινή νοσοκόμα, η αποκλειστική. Φεύγοντας είχα αφήσει εκεί τη νοσοκόμα, και καθώς την καληνύχτιζα έφτασε η φίλη μας, η κ. Λέλα Μπάζα, που μπήκε μέσα και κάθισε δίπλα του. Έφυγα τότε πιο ησυχασμένη, ξέροντας πως για μια-δυο ώρες ακόμη θα ’χει κοντά του τη στοργική και θερμή μας αυτή φίλη. Εγώ έφυγα με το μικροβιολόγο Βασίλη Κατσίκη και την κυρία Πρίφτη. Αυτοί οι δυο από την Τετάρτη έρχονταν κάθε απόγεμα στο νοσοκομείο και με συντρόφευαν. Απόψε φεύγαμε πιο αισιόδοξοι, γιατί ο Αυγέρης είχε ηρεμήσει κι’ έμοιαζε σαν να κοιμότανε. Από την Τετάρτη, ημέρα της εγχείρησης, βρισκότανε σε κατάσταση έξαψης φοβερής. Έλεγα πώς αντέχει αυτός ο οργανισμός σε τόση υπερένταση. Ακοίμητος, νηστικός, να μιλάει συνεχώς, να φωνάζει, και να μη δέχεται να πάρει ούτε μια κουταλίτσα τσάι. Με κρατούσε σε ανησυχία και η τόση παρακολούθηση των γιατρών. Μπαινόβγαιναν, και πάλι καρδιογράφημα, και πάλι πιεσόμετρο, και πάλι ρωτήματα. […]


Πηγή: www.elia.org.gr


Την Τετάρτη, που τον έφεραν στο δωμάτιό του μετά την εγχείρηση, η σκέψη του ήταν θολή, μα κανένας δεν ανησυχούσε, γιατί η επίδραση της νάρκωσης δεν είχε ακόμη περάσει. Όλοι λέγανε πως κι ως το βράδυ φυσικό είναι να μην έχει εντελώς συνέλθει. Τα μάτια του ήσαν απλανή, ανέκφραστα, και κοιτούσαν ψηλά. Με κρατούσε σε ταραχή αυτή η στάση των ματιών. […] Το πρωί της Πέμπτης πηγαίνοντας τού κρατούσα το «Βήμα»· θα ’χει συνέλθει, ήλπιζα, και θα ζητήσει εφημερίδα. Μπαίνοντας μέσα βρήκα τη νυχτερινή νοσοκόμο ανάστατη: «Δεν μπόρεσα λεπτό να ησυχάσω… Παραμιλούσε, φώναζε τόσο δυνατά, που ενοχλούσε τους ασθενείς των γειτονικών θαλάμων…» Ζητούσε μια Λιλίκα. «Πού είναι η Λιλίκα» φώναζε… Εγώ είμαι τής λέω…


Το παραλήρημα συνεχίστηκε και την Πέμπτη. Το μόνο δείγμα που φανέρωνε πως υπήρχε ακόμη κάποια σωστή λειτουργία στο διανοητικό τομέα ήταν η ικανότητά του να αναγνωρίζει τα πρόσωπα. Εκοίταζε λίγο τον επισκέπτη και αμέσως έλεγε τ’ όνομά του. Αλλά μόνο αυτό· αμέσως μετά έστρεφε τα μάτια στο ταβάνι και συνέχιζε το παραλήρημα. Ευτυχώς που και μέσα στο θολωμένο νου πρόφτασε και πήρε συνείδηση της αποθεραπείας του ταλαίπωρου ποδιού με την αρτηρίτιδα. […] Τις δύο πρώτες μέρες στο παραλήρημά του κυριαρχούσαν θέματα της τέχνης. Μιλούσε για Σαίξπηρ. Απάγγελνε Μάκμπεθ. Συχνά επανερχόταν στον Σαββίδη: «Το χρονικό του Σαββίδη, το χρονικό του Σαββίδη…» – Ποιο χρονικό; ρωτούσα, ποιο χρονικό; Του Καρυωτάκη; Δεν απαντούσε. Και ξανά: «Το χρονικό του Σαββίδη». – Ποιο χρονικό; Του Καρυωτάκη; Του Σεφέρη; Δεν απαντούσε· έλεγε ασυνάρτητα. Αυτά τα ελάχιστα δείγματα διαύγειας συγκράτησα. Αν μπορούμε να την πούμε διαύγεια.


Πηγή: Αφιερωματικό τεύχος «Νέας Εστίας»

Την Παρασκευή είχε χαθεί κάθε ίχνος διανοητικής ενάργειας. Το παραλήρημα είχε γίνει πιο έντονο. […] Από καιρό σε καιρό περίεργες συσπάσεις τού τράνταζαν το σώμα, που θα του προκαλούσαν πόνους στα εγχειρημένα του σπλάχνα, γιατί σε κείνες τις στιγμές βογγούσε με αναφωνητά πόνου. […] Την Παρασκευή όλο το απόγεμα η παράκρουση είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Οι μανιακοί, που υποφέρουν από μανία καταδιώξεως, θα δίνουν λέω αυτή την εικόνα. Έπρεπε πια δυο άνθρωποι να τον κρατάμε στο κρεβάτι καταβάλλοντας και πολλή προσπάθεια. Ήθελε να φύγει. Πετούσε τα πόδια του έξω. Με τα χέρια του, που είχαν αποχτήσει τεράστια δύναμη, ακατανίκητη, πέταξε από τη μύτη του τούς σωλήνες του οξυγόνου και το σωλήνα της απορρόφησης. Αδύνατον ήτανε πια να τον λογικέψουμε. Του κρατούσαμε τα δυο χέρια, για να μην τραβήξει και τους άλλους σωλήνες, ενώ εκείνος συνεχώς φώναζε με μια παράφρονα οργή: «Βοήθεια! Βοήθεια! Είμαι αιχμάλωτος, είμαι δέσμιος, είμαι αιχμάλωτος! Ληστές! Ληστές! Αφήστε με σ’ ένα χωράφι, σ’ ένα χωράφι! Όχι πάνω στο κρεβάτι… Εγκληματίες…» Δυο-τρεις ώρες προτού σβήσει, σα να κοιμήθηκε. Έκλεισε τα μάτια κι ανάπνεε κανονικά, γαλήνιος και ησυχασμένος. Δόξα τω Θεώ, λέγαμε, αποφάσισε να ξεκουράσει το ταλαιπωρημένο κορμί του. […]


Πηγή: Αφιερωματικό τεύχος «Νέας Εστίας»

Άφηνα γαληνεμένη το νοσοκομείο. Μα μόλις έφτασα στο σπίτι, δεν πρόφτασα να μπω καλά-καλά μέσα, και χτύπησε το τηλέφωνο. Έτρεξα. Η φωνή της Μαρίτσας, της γυναίκας του Μήλα. «Κυρία Έλλη, γυρίστε αμέσως στο νοσοκομείο! Τώρα μου τηλεφώνησε ο Σπύρος και μου λέει πως ο γιατρός δεν είναι καλά, και να τρέξετε αμέσως…»

[…]


Πηγή: Αφιερωματικό τεύχος «Νέας Εστίας»

Φτάσαμε στο νοσοκομείο. Ο Αυγέρης δεν ήταν πια στο θάλαμο. Πόσο γρήγορα οι ζωντανοί καταλαμβάνουν τους χώρους που πριν ένα τέταρτο ήσαν γεμάτοι από των συνανθρώπων τους την παρουσία! Τον είχαν ήδη μεταφέρει στο «Τμήμα Μεταγωγών» του νοσοκομείου. Όχι, δυστυχώς, στο αστυνομικό Τμήμα Μεταγωγών για κανένα νησί… Ούτε για κανένα κρατητήριο… που τόσο, τόσο θα το επιθυμούσαμε τώρα! Εμείς αλαφιασμένοι τρέχαμε πάνω-κάτω, ενώ ο Αυγέρης είχε κιόλας ανταμώσει τη Γαλάτεια… Της απάγγελνε χαμογελαστός το τραγούδι που της είχε γράψει τότε, στο θάνατό της, κι εκείνη το αγνοούσε. Της το διάβαζε κομπαστικά, αλλάζοντας μόνο τα πρόσωπα. Το δεύτερο πρόσωπο του τραγουδιού το είχε κάμει πρώτο πληθυντικό. Το «σου» το διάβαζε τώρα «μας»:


Πηγή: Αφιερωματικό τεύχος «Νέας Εστίας»

«……………………………………………………..
μας αναζητούν οι γνώριμοί μας δρόμοι,
μα από καμιά γωνιά η μορφή μας δε
θα ξεπροβάλει
αχόρταστη για ζωή κι αγάπη των ανθρώπων.
Μάταια του σπιτιού μας οι μικροί Θεοί μάς περιμένουν
μήτε στη γη μήτε στο άπειρο διάστημα
δε θα μας βρουν να μας ζητήσουν.
………………………………………………………
Τώρα βουνά σιωπής και πάγοι απανωτοί
τον ύπνο μας σκεπάζουν.
………………………………………………………
Τ’ αστραποβόλημα των ημερών αιώνιο θα ’ναι
κ’ η φωταψία η γιορτινή των αστεριών τη νύχτα,
αιώνια θα ’ναι κ’ η χαρούμενη βοή του κόσμου.
Μα εμείς πια θα ’μαστε νεκροί, νεκροί, νεκροί,
κι όλες οι σάλπιγγες των αγγέλων τ’ ουρανού
δε θα μπορούν να μας ξυπνήσουν».


*Κείμενο της Έλλης Αλεξίου για τις τελευταίες ημέρες και ώρες του Μάρκου Αυγέρη. Έφερε τον τίτλο «Οι τελευταίες στιγμές του Αυγέρη» και είχε συμπεριληφθεί στο τεύχος που είχε αφιερώσει το περιοδικό «Νέα Εστία» στον Αυγέρη (τεύχος 1113, τόμος 94ος, 15 Νοεμβρίου 1973).

Ο Μάρκος Αυγέρης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γεωργίου Παπαδόπουλου), που είλκε την καταγωγή από την Καρίτσα Ιωαννίνων, γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1884 και απεβίωσε στις 8 Ιουνίου 1973.

Αρχαιομαθής και γλωσσομαθής, ο Αυγέρης υπήρξε ένας ιδιαίτερα αξιόλογος ποιητής, και μαζί θεωρητικός και κριτικός της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας.

Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάστηκε επί μακρόν στον τομέα της υγείας («γιατρό» τον έλεγαν μέχρι τέλους οι φίλοι και οι φίλες του), με εξειδίκευση στην υγιεινή της εργασίας και στη δημόσια υγεία σε συνάρτηση με την κοινωνική ασφάλιση.

Πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια, και το έργο του ζυμώθηκε από νωρίς με τις μαρξιστικές ιδέες, τις οποίες εγκολπώθηκε από νέος.

Ο Αυγέρης εντάχθηκε στο ΕΑΜ και στο ΚΚΕ, στο οποίο παρέμεινε πιστός έως το τέλος του βίου του.

Χαρακτηριστικό του ήθους και της ιδεολογικής συγκρότησης του Αυγέρη είναι το ακόλουθο αυτοβιογραφικό κείμενό του:

«Μπήκα στις αγωνιζόμενες τάξεις του λαού. Έτσι συντόνισα το βήμα μου με το βήμα της ιστορίας. Μέσα στις τάξεις του λαού γνώρισα την ψυχική του έξαρση και την ηθική του μέθη. Σ’ αυτόν τον αγώνα πήρα περισσότερα απ’ όσα έδωσα. Η ζωή μου σαν πνευματικού ανθρώπου δικαιώθηκε και απόκτησε νόημα. Βέβαια, εγώ δεν είχα στο ενεργητικό μου κανένα πνευματικό κεφάλαιο, όμως θα μπορούσα να καυχηθώ, όπως ο Αισχύλος, πως πολέμησα στο Μαραθώνα κι είναι αυτό η μόνη μεγάλη μου αρετή. Έτσι θα μπορούσε και για μένα να γραφτεί στον τάφο μου Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και αυτό θα ’ταν αρκετό για την ευθανασία ενός ανθρώπου».

Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, ο Μάρκος Αυγέρης (προσωπογραφία του Γιώργη Δήμου).