Το πιο πρόσφατο δημοσίευμα με αναφορά στον Βόλφγκανγκ Σμιντ ήταν του περιοδικού «Σπίγκελ» το περασμένο Σάββατο. Αναφέρονταν στην ενδοκυβερνητική διαμάχη για το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας και τη «Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας», που αρχικά επρόκειτο να παρουσιάσει η υπουργός Εξωτερικών Αναλένα Μπέρμποκ στη «Διάσκεψη του Μονάχου για την Ασφάλεια στα μέσα Φεβρουαρίου», αλλά αναβλήθηκε μέχρι νεωτέρας.

Η κόντρα μεταξύ Καγκελαρίας και υπουργείου Εξωτερικών είναι ζήτημα εξουσίας για τη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, διαπίστωνε το «Σπίγκελ».

Το υπουργείο Εξωτερικών δεν θέλει να εκχωρήσει περαιτέρω αρμοδιότητες στην Καγκελαρία, η οποία ήδη χαράσσει την ευρωπαϊκή πολιτική για την υποστήριξη της Ουκρανίας. Αλλά και η Καγκελαρία είναι αντίθετη στην υπαγωγή στο υπουργείο Εξωτερικών ενός οργάνου με εκτελεστικές εξουσίες.

Ο υπουργός Καγκελαρίας Βόλφγκανγκ Σμιντ εποφθαλμιά τον ρόλο του συντονιστή του Συμβουλίου Ασφαλείας, ενώ τα άλλα υπουργεία απλά θα συνεργάζονται, ανέφερε το δημοσίευμα.

Από την κυβέρνηση ήρθε αμέσως η διάψευση. Αλλά φάνηκε και στην περίπτωση αυτή ο κομβικός ρόλος που παίζει ο Βόλφγκανγκ Σμιντ στις επιλογές της Καγκελαρίας.

Ο ρόλος του είναι ευθέως ανάλογος με την προσωπική σχέση που έχει με τον καγκελάριο Ολαφ Σολτς. Ο 53χρονος Βόλφγκανγκ Σμιντ είναι το δεξί χέρι του Σολτς, το στρατηγικό μυαλό πίσω από τις βασικές επιλογές του καγκελαρίου της Γερμανίας. Καταγόμενος από το Αμβούργο, τον συνδέει μία μακρόχρονη σχέση αφοσίωσης και στενής συνεργασίας που διαρκεί πάνω από δύο δεκαετίες. Εγινε «άτυπος» υπουργός Εξωτερικών στο κρατίδιο του Αμβούργου από το 2011, όταν ο Σολτς κέρδισε με μεγάλη διαφορά τις τοπικές εκλογές. Τον ακολούθησε στο Βερολίνο το 2018 όταν ο Σολτς ανέλαβε υπουργός Οικονομικών, αντικαγκελάριος της τελευταίας κυβέρνησης Μέρκελ.

Ο Σμιντ έγινε υφυπουργός Οικονομικών της Γερμανίας στην εκπνοή του τρίτου και τελευταίου Μνημονίου για την Ελλάδα. Ηταν η περίοδος που ο Ολαφ Σολτς εγκαινίαζε την αλλαγή σελίδας και στις σχέσεις της Γερμανίας με την Ελλάδα, μετά τα πλήγματα που είχαν δεχτεί τη δεκαετία των Μνημονίων.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία

Στη διαχείριση του πολέμου στην Ουκρανία ο ρόλος του Βόλφγκανγκ Σμιντ είναι καθοριστικός, όχι μόνο ως πολιτικού προϊσταμένου της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πληροφοριών (BND), αλλά και ως συνδιαμορφωτή της στρατηγικής της Γερμανίας στην πρόκληση ενός πολέμου στο κέντρο της Ευρώπης. Θα μείνει η Γερμανία στην ιστορία ως η χώρα που με τις επιφυλάξεις και καθυστερήσεις στην προμήθεια όπλων θα οδηγήσει στην ήττα της Ουκρανίας από την επιθετική Ρωσία; Ή θα ρισκάρει τη σύγκρουση μίας πυρηνικής υπερδύναμης με την ισχυρότερη αμυντική συμμαχία του πλανήτη; Στο δίλημμα αυτό, η απάντηση του καγκελαρίου Σολτς είναι η «τομή εποχής» (Zeitenwende), τόσο στον εξοπλισμό της χώρας με τον εξοπλισμό της Μπούντεσβερ όσο και στην πολύπλευρη στήριξη της Ουκρανίας κόντρα στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο του Πούτιν, έχοντας ταυτόχρονα μαζί του την πλειοψηφία των Γερμανών.

Αλλαγή καθεστώτος στη Ρωσία με ανατροπή του Πούτιν είναι για τη γερμανική Καγκελαρία σενάριο φαντασίας. Για αυτό και το βάρος πέφτει στη μεγαλύτερη δυνατή ενίσχυση των χωρών της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ αφενός, και αφετέρου στην ανάπτυξη των σχέσεων με τις ανερχόμενες χώρες του Νότου. Είναι στόχος που ακολουθεί από χρόνια ο Σολτς με την ενεργό υποστήριξη του Βόλφγκανγκ Σμιντ, που φρόντιζε για το διεθνές προφίλ του Σολτς οργανώνοντας επισκέψεις ξένων ηγετών στο Αμβούργο, ενώ αυτές οι χώρες μπήκαν στο επίκεντρο και της γερμανικής προεδρίας στην ομάδα G7 την περασμένη χρονιά.

Σε πρακτικό επίπεδο, η βασική σύλληψη της Καγκελαρίας για την υποστήριξη της Ουκρανίας είναι η λεγόμενη «κυκλική ανταλλαγή» όπλων. Η Ελλάδα έπαιξε σημαντικό ρόλο στην υλοποίηση του μοντέλου της «κυκλικής ανταλλαγής», δίνοντας 40 σοβιετικής κατασκευής τεθωρακισμένα BMP-1 που είχε στη διάθεσή της με αντάλλαγμα την προμήθεια από τη Γερμανία 40 τεθωρακισμένων οχημάτων μεταφοράς προσωπικού Marder. Η συνεργασία αυτή πέρα από τον εκσυγχρονισμό των οπλικών συστημάτων της Ελλάδας αφήνει θετικό αποτύπωμα και στις ελληνογερμανικές σχέσεις.

Το Προσφυγικό

Και στην προσέγγιση του Προσφυγικού – Μεταναστευτικού η Καγκελαρία συνειδητοποιεί πλέον ότι το σημερινό σύστημα ασύλου στην Ευρώπη επιβαρύνει δυσανάλογα τις χώρες στα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης. Η ελληνική κυβέρνηση θα βρει ευήκοον ους στην Καγκελαρία για την αναθεώρηση των σημερινών ρυθμίσεων του Δουβλίνου, παρά τηνγκρίνια του γερμανικού υπουργείου Εσωτερικών για τη δευτερογενή μετανάστευση. Αλλωστε ο Σολτς στο βιβλίο του με τίτλο «Χώρα ελπίδας – μία νέα γερμανική πραγματικότητα», που εκδόθηκε προεκλογικά το 2021, επισημαίνει ότι δεν είναι σωστό να επωμίζονται Ελλάδα, Ιταλία και Ισπανία το βάρος της διαδικασίας ασύλου για τους πρόσφυγες.

Είναι κοινό μυστικό – ο Σμιντ πρέπει να το γνωρίζει καλύτερα από κάθε άλλον – ότι ο Σολτς είναι «απαλλαγμένος» από επικοινωνιακά χαρίσματα, δεν έχει κανένα. Παρ’ όλ’ αυτά έγινε ο ένατος καγκελάριος της Γερμανίας. Ο Βόλφγκανγκ Σμιντ ήταν από τους μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού που πίστευαν στη νίκη του Σολτς στις εκλογές του 2021. Ο Σμιντ περίμενε ένα ποσοστό 25%, το SPD πήρε τελικά 25,6%.

Το μυστικό της επιτυχίας του Σολτς είναι η εμπιστοσύνη που εμπνέει στους Γερμανούς για τη διαχείριση κρίσεων: πόλεμος της Ουκρανίας, πανδημία, ακρίβεια. Τα ποσοστά στις δημοσκοπήσεις για τον ίδιο τον Σολτς είναι χαμηλά. Αλλά οι στρατηγικές του επιλογές επιβραβεύονται δημοσκοπικά.

Και αυτές έχουν τη σφραγίδα του Βόλφγκανγκ Σμιντ.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ «ΤΑ ΝΕΑ»