Ο προσεκτικός παρατηρητής των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων τα τελευταία χρόνια θα είχε έγκαιρα διαγνώσει ότι στην ελληνική κοινωνία, τις πολιτικές και κοινωνικές συμπεριφορές της, υπάρχει πλέον ένα ιδιότυπο ηλικιακό ρήγμα.

Η γενιά των ανθρώπων που σήμερα ανήκουν στις σχετικά νεότερες ηλικίες, ας πούμε σχηματικά κάτω από τα 34, έχει διαφορετικά πολιτικά χαρακτηριστικά, ευαισθητοποίηση και αναζήτηση σε σχέση με άλλες ηλικίες. Μάλιστα, αυτό γίνεται πιο έντονο όσο πάμε σε πιο νέες ηλικίες.

Είναι μια γενιά που μεγάλωσε μέσα σε μια βαθιά κρίση, που αρκετές στιγμές ένιωσε ότι δεν έχει μέλλον, που είδε μια χώρα βαθιά τραυματισμένη και που νιώθει πολλαπλά στο στόχαστρο.

Είτε μιλάμε για τη διάχυτη αίσθηση ότι αυτή η χώρα δεν της προσφέρει ευκαιρίες ανάλογες με τις γνώσεις και τις δεξιότητες που έχει (γιατί δεν παύει να είναι η πιο εκπαιδευμένη και με τις περισσότερες δεξιότητες αναλογικά γενιά). Είτε μιλάμε για το πώς νιώθει «στοχοποιημένη» από τους μηχανισμούς καταστολής. Είτε μιλάμε για το πώς νιώθει ότι αντιμετωπίζει ένα τείχος συντηρητισμού, η γενιά αυτή νιώθει ότι δεν χωρά στη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα.

Ακόμη χειρότερα, αισθάνεται ότι οι πολιτικοί που θέλουν να προσφέρουν μια επίφαση «νόμου και τάξης» τη χρησιμοποιούν ως πειραματόζωο, δοκιμάζοντας πάνω της κάθε λογής σχέδια καταστολής.

Είναι μια γενιά που βλέπει μπροστά της την οικολογική καταστροφή, που ξέρει ότι έτσι που πάνε τα πράγματα όταν θα είναι 55 ή 60 ετών τμήματα του πλανήτη θα είναι κυριολεκτικά αβίωτα.

Είναι μια γενιά που συνειδητοποιεί ότι η εργασία θα είναι μια διαρκής επισφάλεια και αντιδρά.

Είναι μια γενιά που διεκδικεί πολλαπλά το δικαίωμα στη διαφορά και οργίζεται όταν διεκδικεί δικαιώματα στην έμφυλη ταυτότητα και τον σεξουαλικό προσανατολισμό και στη αποφυγή του τραύματος και βλέπει απαξιωτικά σχόλια για την «πολιτική ορθότητα».

Πάνω από όλα είναι μια γενιά που νιώθει ευάλωτη, με έναν βαθύτερο, υπαρξιακό τρόπο.

Αυτή η γενιά συγκλονίστηκε με το δυστύχημα στα Τέμπη. Ένιωσε ότι η ζωή της δεν μετράει. Ένιωσε αναλώσιμη. Ένιωσε ότι σε εκείνη τη στιγμή όπου δεκάδες συμφοιτητές και συμφοιτήτριες χάθηκαν επειδή ούτε η πολιτική ούτε η οικονομική εξουσία νοιάζονται πραγματικά για τις ζωές, συγκεφαλαιώνονται όλα όσα δεν πάνε καλά σε αυτόν τον τόπο.

Γι’ αυτό δεν θρηνεί μόνο, αλλά φωνάζει και κατεβαίνει στο δρόμο.

Και θα αργήσει να τον αφήσει.