Τις γνωρίσαμε μέσα από το φωτογραφικό κλικ του Λευτέρη Παρτσάλη, τον Οκτώβριο του 2015, καθισμένες στη σειρά, στη Σκάλα Συκαμιάς στη Βόρεια Λέσβο, με ένα μπιμπερό στο χέρι, να πασχίζουν, με έγνοια μητρική και φωτεινά χαμόγελα, να ταΐσουν γάλα ένα φασκιωμένο προσφυγόπουλο από τη Συρία που μόλις είχε φτάσει πεινασμένο στο νησί με μια βάρκα. Από τις τρεις γιαγιάδες της Λέσβου, που το 2016 θεωρούνταν φαβορί για το Νομπέλ Ειρήνης, έξι χρόνια μετά, έμεινε μόνο μία. Πρώτη έφυγε τον Ιανουάριο του 2019 η Μαρίτσα. Επειτα, τον Ιούλιο, ένας δυνατός βοριάς ξερίζωσε τον πλάτανο, το δέντρο δίπλα στις ρίζες του οποίου είχε απαθανατιστεί η θρυλική τριάδα με το μπιμπερό. Κακό σημάδι. Πριν από τέσσερις μέρες, ήταν η σειρά της Ευστρατίας.

Η τρίτη της παρέας, η Μηλίτσα Καμβύση, γεννημένη στις 14 Αυγούστου 1933, αν και δεν βγαίνει έξω πια, το έμαθε αμέσως. Λες και είχε προαίσθημα, βγήκε από το σπίτι την ώρα που πέρναγε κάποιος και της το είπε. «Πέθανε η Στρατία…», μήνυσε από το τηλέφωνο στη μια της κόρη. Εκείνη το ήξερε, μα ήθελε να την προστατεύσει από το θλιβερό νέο. Αμέσως ζήτησε να μάθει για την κηδεία της φίλης της. Τελευταία φορά που συναντήθηκαν οι δυο τους ήταν τον Δεκαπενταύγουστο του 2020, στην αυλή της Ευστρατίας, όπου, φορώντας τα καλά τους, είχαν υποδεχθεί μαζί την Κατερίνα Σακελλαροπούλου. Στη Μηλίτσα άρεσε η Πρόεδρος. Την είδε «σεμνή και ωραία», όπως λέει, με το ύφος μιας γυναίκας που ήρθε να τιμήσει δυο γιαγιάδες για την αξιοπρέπεια και την αγάπη που δίδαξαν στον κόσμο. «Ηθελα να είμαστε όλες μαζί, ενωμένες», λέει, με δυσκολία, στα «ΝΕΑ» η 89χρονη γιαγιά, λίγες ώρες αφού αποχαιρέτησε και το δεύτερο μέλος της διάσημης παρέας.

Σύμβολο αλληλεγγύης

Στην οικογένεια της Μηλίτσας δεν έκανε εντύπωση όταν είδε τη φωτογραφία της να κάνει τον γύρο του κόσμου και την ίδια να γίνεται σύμβολο αλληλεγγύης. Ισως γιατί αυτή ήταν η εικόνα που είχαν για εκείνη. Πάντα φιλότιμη, προκομμένη, γελαστή, πάντα της προσφοράς. Αν έκανε μια πίτα, έφτιαχνε τέσσερα ταψιά, να φάνε οι δικοί της, να φάνε κι οι ξένοι. Σε όποιο χωριό κι αν πήγαινες, άκουγες τ’ όνομά της. Γι’ αυτό, όταν είδαν τη φωτογραφία, γέλασαν. «Κοίτα την πάλι, πώς βρέθηκε εκεί…», μονολογούσαν, με τον εγγονό της να φωνάζει «η γιαγιά έγινε viral».

Τίποτα δεν ήταν όμως τυχαίο. Από όταν άρχισαν να φτάνουν οι βάρκες από τις απέναντι ακτές, η γιαγιά Μηλίτσα παρακολουθούσε από κοντά. Εδινε ρούχα μέχρι που δεν είχε να δώσει άλλα. Ηθελε να τους δει όλους τακτοποιημένους. Ισως γιατί της έρχονταν μνήμες από τον ξεριζωμό των δικών της, έναν αιώνα πριν, όταν άφηναν το Μοσχονήσι για να περάσουν με μια βάρκα απέναντι. Η μάνα της έφτασε πρώτη, έπειτα ο πατέρας της με μια ραπτομηχανή της αρραβωνιαστικιάς του, η οποία μπήκε σε άλλη βάρκα και δεν ξαναειδώθηκαν ποτέ. Ετσι παντρεύτηκε τη μάνα της Μηλίτσας και η ραπτομηχανή έμεινε στην οικογένεια που είχε σαν αστείο, όποτε φαινόταν βάρκα, να πειράζει τη γιαγιά, «να, έρχεται η άλλη να σ’ τον πάρει τον γαμπρό». Κι η ραπτομηχανή πέρασε με τα χρόνια στη Μηλίτσα που, όταν δεν πρωτοστατούσε στις δουλειές του κάμπου, έκανε τη μοδίστρα. Κι έτσι μεγάλωσε τέσσερα παιδιά, οκτώ εγγόνια και δύο δισέγγονα.

Ανθρωπιά

Το όνομά της το έδωσε στη μια δίδυμη από τις κόρες του γιου της, αλλά σε όλους έδωσε το ίδιο μάθημα, όπως λέει στα «ΝΕΑ» η κόρη της Φωτεινή: «Δίπλα της είχε ένα σπίτι που νοίκιαζαν διάφοροι. Με όλους, ανεξαρτήτως εθνικότητας, ήταν πάντα φιλική και ήθελε να προσφέρει. Ποτέ δεν φοβήθηκε κανέναν. Αν μας έμαθε κάτι η μάνα μας, είναι αυτό. Ενας ανθρωπολόγος μού είπε πως όπου πήγαινε στο εξωτερικό, όλοι ήταν εκστασιασμένοι με τις γιαγιάδες. Οπότε, κάτι μπορεί να λέει ακόμα η ανθρωπιά στις μέρες μας». Η ίδια, από την πλευρά της, επαναλαμβάνει διαρκώς το μότο της ζωής της: «Μη φοβάστε τους ανθρώπους. Δώστε και ο Θεός θα σας δώσει…».

Μια κουβέντα για τις θρυλικές γιαγιάδες είχε να πει και ο πρόεδρος της Κοινότητας Συκαμιάς Γιώργος Σαρόγλου: «Και οι τρεις γιαγιάδες είναι εμβληματικά πρόσωπα. Αυτό που έκαναν δεν ήταν τυχαίο. Τυχαίο ίσως το έβλεπαν εκείνες. Ηταν όμως δεδομένο, ήταν κι εκείνες προσφυγόπουλα όταν ήρθαν εδώ, οπότε το θεώρησαν υποχρέωσή τους να βοηθήσουν όπως μπορούν. Και μπορεί να μην πήραν το Νομπέλ Ειρήνης, αλλά, κατά τη γνώμη μας, πήραν το Νομπέλ ανθρωπιάς, αξιοπρέπειας, αλληλεγγύης και πολιτισμού από τις συνειδήσεις του κόσμου».