Εχουν αρχίσει να εντάσσονται τόσο καθοριστικά στα αστικά στιγμιότυπα που, αν περάσουν κάποιες μέρες και δεν τους δεις, αισθάνεσαι πως κάτι λείπει. Στο Κουκάκι, στο Παγκράτι, στη Γλυφάδα, στο Σύνταγμα, αλλά και σε πιο μαρκέ περιοχές όπως του Ψυρή ή ο Κεραμεικός. Συνήθως αποτελούν μεγάλες παρέες και τους διακρίνει μια πειθαρχία που, κατά κάποιον τρόπο, αποτυπώνεται στο σώμα τους. Οι Κινέζοι αγαπούν την Ελλάδα και τους Ελληνες, κάνουν προσπάθεια να μιλήσουν ελληνικά (ως μη γλωσσομαθής λαός δεν είναι λίγοι αυτοί που ήδη συνεννοούνται καλύτερα στη γλώσσα μας παρά στα αγγλικά), είναι χαριτωμένοι όταν τους βλέπεις να προσπαθούν να τα φέρουν βόλτα με το greek gyros αλλά, τελικά, προτιμούν κι εδώ να τρώνε τα δικά τους φαγητά, να πηγαίνουν στα δικά τους μαγαζιά και να εμπιστεύονται κυρίως τους συμπατριώτες τους.
Ως προς αυτό θυμίζουν λίγο εμάς τους Ελληνες όταν, πριν από σαράντα περίπου χρόνια, αρχίσαμε να ταξιδεύουμε μαζικά και η ανασφάλεια που προκαλεί η έλλειψη ταξιδιωτικής κουλτούρας μάς έκανε να ψάχνουμε σουβλάκια στο Λονδίνο. Σε αυτό προσθέστε την καχυποψία που καλλιεργείται στους ανθρώπους οι οποίοι ζουν πολλές  δεκαετίες κάτω από ένα ακραίο απολυταρχικό καθεστώς.
Οι λόγοι για τους οποίους έρχονται πλέον οι Κινέζοι στην Ελλάδα δεν ευνοούν τη γραφική διάσταση της δημιουργίας μιας Chinatown. Και δεν νομίζω ότι στο παρελθόν υπήρξε ανάλογο φαινόμενο. Μια ανερχόμενη μεσαία τάξη δηλαδή που βλέπει τη χώρα μας όχι μόνο ως τόπο διακοπών αλλά, κυρίως, ως φτηνή αγορά ακινήτων προς εκμετάλλευση. Εξασφαλίζοντας συγχρόνως την πολυπόθητη βίζα.
Στο ήδη άναρχο τοπίο που προκαλεί η φρενήρης και χωρίς κανόνες αύξηση των ενοικιάσεων μέσω Αirbnb, η «κινέζικη εισβολή» θα διαταράξει ακόμη περισσότερο την παραδοσιακή σχέση ιδιοκτητών – ενοικιαστών. Και είμαστε ακόμη στην αρχή αν σκεφτούμε πως μόνο το 5% των Κινέζων – που είναι ήδη οι δεύτεροι σε αριθμό, μετά τους Αμερικάνους, τουρίστες παγκοσμίως – έχει διαβατήριο.