Λίγο ακόμη και θα καταντήσει ψυχαναγκασμός: να ανεβαίνω σε ταξί μια στο τόσο για να κάνω ραδιοφωνικό ζάπινγκ στον ήχο της πόλης. Αποκλείεται να σας έχει συμβεί, κατοχυρώνω αμέσως την πατέντα.

Σε μια επιμελημένα ατημέλητη έκρηξη ανίας σταματάς το πρώτο ελεύθερο ταξί και μεταφέρεσαι Παγκράτι – Εθνική Άμυνα, που λέει ο λόγος. Αν είσαι τυχερός, δεν έχεις πέσει σε αθλητική εκπομπή. Αν είσαι διπλά τυχερός, δεν έχεις πέσει σε ελαφρολαϊκά τυλιγμένα με σελοφάν ούτε σε -πώς το λες τώρα αυτό;- «έντεχνα» που μοιάζουν με περίληψη δοκιμίου.

Διπλά τυχερός την τελευταία φορά έπεσα πάνω στα «Ψηλά πατώματα» του Στέλιου Καζαντζίδη. «Για τις αδυναμίες μου/ τον εαυτό μου βρίζω/ και τον κόσμο που γνωρίζω/ αποφεύγω ν’ αντικρίζω/ κι ο φτωχότερος του κόσμου/ είμαι τώρα και δακρύζω».

Πιο κρυμμένο κομμάτι δεν θα μπορούσε να διαθέτει η αυτοσχέδια (!) CDοθήκη του οδηγού, τον οποίο περιμένω στην επόμενη στροφή. Οι Πυθαγόρας – Νικολόπουλος φέρνουν τούμπα στο τραγούδι όλες τις προβολές και προσδοκίες που έχει επενδύσει η «φυλή του Καζαντζίδη» πάνω στο ιερό τοτέμ.

Φταίει πάντα η κοινωνία, είπατε; Δεν αποδεικνύεται από τους στίχους ούτε από τη ροκ διάθεση με την οποία ο Καζαντζίδης «κομματιάζει» τις καταλήξεις του σε ισόποσες δόσεις αποδοχής και αντίστασης.

Το επόμενο κομμάτι που έπαιξε στο CD ήταν το «Σαν τον Τσε Γκεβάρα» του Δήμου Μούτση (και δεν έχω καμία θεία στην Κορινθία, παντρεμένη με κυνηγό), ενώ το νυχτερινό πρόγραμμα, αγαπητοί ακροατές, έκλεισε με «Τα λερωμένα τ’ άπλυτα» (για τον στίχο και μόνο «Κοντά σ’ εμένα έβγαλες τα μπατιρήματά σου» ο Τσιτσάνης δικαιούται μια κατηγορία από μόνος του).

Επειδή ξέρω πόσο καχύποπτοι γινόμαστε χωρίς να το θέλουμε, δηλώνω ότι δεν κράτησα τις πινακίδες του οχήματος. Ελπίζω πάντα σε επανάληψη του φαινομένου και θα φέρω και τα δικά μου CD.