Το ζήτημα του εναλλακτικού μεταμνημονιακού δρόμου με λήψη από την Ελλάδα προληπτικής γραμμής στήριξης του ESM έθεσε από την πρώτη στιγμή μετ’ επιτάσεως ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, ερχόμενος σε ευθεία αντιπαράθεση με την κυβέρνηση, που παραλλήλισε τη λύση αυτή με «ημιμνημόνιο» και ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Οι τελευταίες όμως εξελίξεις στις αγορές, με την αναστάτωση που δημιουργήθηκε κυρίως λόγω της ιταλικής πολιτικής κρίσης, αναζωπύρωσαν την σχετική συζήτηση. Οι ανησυχητικές αυξομειώσεις στις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων υπενθύμισαν πόσο ευάλωτα παραμένουν.

Η Ιταλία και η Ισπανία είναι δύο μόνο από τις αρκετές ενεργές «εστίες» διεθνώς που μπορεί να αυξήσουν την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια και ακριβώς για αυτό η Ελλάδα πρέπει να έχει όσο πιο ενισχυμένο «δίχτυ ασφαλείας» γίνεται για την έξοδο της στις αγορές, τονίζουν οι υποστηρικτές της προληπτικής πιστωτικής γραμμής.

Η ασφάλεια και ο βαθμός εμπιστοσύνης που δημιουργεί στους επενδυτές, είναι ένα από τα βασικά επιχειρήματα που προτάσσουν οι υποστηρικτές της, υποβαθμίζοντας όμως το γεγονός ότι ούτε αυτός ο δρόμος – ο οποίος σημειωτέον δεν έχει ξαναχρησιμοποιηθεί σε καμία από τις ευρωπαϊκές μνημονιακές χώρες- είναι απαλλαγμένος από παγίδες, ρίσκα και πιθανές παράπλευρες απώλειες, όπως εξηγούν οι ειδικοί.

Θέμα που επίσης φαίνεται να μην έχει τύχει της πρέπουσας προσοχής είναι οι προθέσεις των δανειστών ως προς την προσφορά αυτής της εναλλακτικής οδού.

Η προληπτική γραμμή ως ασπίδα προστασίας

Κατ’ αρχάς κρίνεται απαραίτητο να διευκρινιστεί ότι η προληπτική γραμμή πίστωσης δεν είναι νέο δάνειο, με την έννοια της συνέχισης της χρηματοδότησης από τον ESM.

Σχηματικά θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια συμφωνία με τους δανειστές για τη διάθεση «εν αναμονή δανείου», για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, τα κεφάλαια του οποίου θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από την Ελλάδα εάν οι αγορές στο διάστημα αυτό της δημιουργήσουν, χωρίς δική της υπαιτιότητα, προβλήματα στο δανεισμό της.

Επιπλέον, η γραμμή πίστωσης, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της, θα μπορούσε να λειτουργήσει όχι μόνο ως δικλείδα ασφαλείας στην περίπτωση «έκτακτης ανάγκης», αλλά να έχει και προληπτική δράση αποτρέποντας με την ύπαρξή της σημαντική αύξηση του κόστους δανεισμού.

«Εκ των βασικών αρχών των κεντρικών τραπεζών», εξηγεί ο κ. Αργείτης, «είναι ότι πρέπει να υπάρχει ρευστότητα πίσω από μια αγορά στην οποία επενδύεις, π.χ. μετοχών ή ομολόγων, γιατί αυτή επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τις τιμές και τις αξίες. Οποιοσδήποτε φόβος ή προσδοκία για διαταραχή στη ρευστότητα της αγοράς απεικονίζεται στις τιμές. Κοινώς, ο επενδυτής λέει ότι το επενδυτικό ρίσκο που αναλαμβάνω είναι μεγάλο επομένως θέλω χαμηλές τιμές και υψηλές αποδόσεις».

Ωστόσο, επισημαίνει, ότι η προληπτική πιστωτική γραμμή, όπως και το αποθεματικό κεφάλαιο που σχηματίζει η κυβέρνηση, «είναι εργαλεία βραχυπρόθεσμης διαθέσιμης ρευστότητας για την αποφυγή ενός νέου, και άμεσου, χρηματοδοτικού αποκλεισμού της Ελλάδας από τις αγορές, είτε λόγω υψηλού κόστους, είτε λόγω απροθυμίας των αγορών να αναχρηματοδοτήσουν το ελληνικό χρέος».

Συνεπώς, προσθέτει «δεν εγγυώνται τις απαιτήσεις των νέων δανειστών της Ελλάδας, γι’ αυτό και δεν θα έχουν σημαντική επίδραση στο κόστος της αναχρηματοδότησης, πέραν του θετικού ψυχολογικού αποτελέσματος στη διαμόρφωση των προσδοκιών των αγορών.»

»Το κόστος της αναχρηματοδότησης και της νέα δομής του χρέους της Ελλάδας στις αγορές θα εξαρτηθεί συνεπώς σε μεγάλο βαθμό από το μέγεθός της, τη μεσοχρόνια βιωσιμότητα του χρέους και τη δυναμική της οικονομίας. Όσο πιο βιώσιμο θα θεωρείται το χρέος και όσο υψηλότεροι θα είναι οι ρυθμοί μεγέθυνσης τόσο υψηλότερα θα είναι τα περιθώρια ασφάλειας νέου δανεισμού και η αξιοπιστία της ελληνικής οικονομίας στις αγορές».

Επομένως, λένε οι υποστηρικτές της καθαρής εξόδου η προληπτική γραμμή δεν προσφέρει περισσότερη ασφάλεια από το «μαξιλάρι κεφαλαίων» που δημιουργεί για τη μεταπρογραμματική περίοδο η Ελλάδα, ύψους περίπου 20 δισ. ευρώ. Και αυτό της εξασφαλίζει προστασία από εξωγενείς κινδύνους και συγκυριακές περιόδους ταραχής στις αγορές, ενώ επίσης μπορεί να λειτουργήσει σε ένα βαθμό αποτρεπτικά για μεγάλη αύξηση των επιτοκίων (κόστους δανεισμού).

Όπως εξηγεί ο κ. Κουτεντάκης, με το κεφαλαιακό μαξιλάρι η χώρα «δεν χρειάζεται να βγει στις αγορές την επόμενη διετία για να καλύψει υποχρεώσεις. Με αυτά που έχει εξασφαλίσει να πάρει από τους δανειστές και με τα πλεονάσματα που βάσει των προβλέψεων θα πετύχει, είναι καλυμμένη μέχρι το 2020. Τι σημαίνει αυτό; Ότι δεν χρειάζεται να βγει στις αγορές για να δανειστεί ούτε ένα ευρώ για να καλύψει ανάγκες. Πιθανότατα, θα γίνουν έξοδοι και φέτος, αλλά για άλλους λόγους: για να διαμορφωθούν τιμές, να τιμολογηθούν τίτλοι».

Η έκδοση ομολόγων για τους παραπάνω λόγους θα γινόταν και στην περίπτωση λήψης προληπτικής γραμμής. Όμως, σε αυτήν την περίπτωση, η Ελλάδα θα χρειαζόταν μικρότερα ποσά και είναι πολύ πιθανό να εξασφάλιζε χαμηλότερα επιτόκια, ενδεχόμενο που δεν αποκλείει ούτε ο κ. Κουτεντάκης, αν και, όπως σημειώνει, δεν είναι σίγουρο, συμφωνώντας με το επιχείρημα ότι η βραχεία διάρκεια της προληπτικής πιστωτικής γραμμής περιορίζει το βαθμό που μπορεί να επιδράσει θετικά στα επιτόκια.

«Η προληπτική πιστωτική γραμμή θα ισχύσει για ένα ή δύο χρόνια, ενώ η Ελλάδα θα δανειστεί για 5ετία ή 10ετία. Άρα λοιπόν θα έχει προληπτική γραμμή μεν, αλλά δεν θα την καλύπτει σε βάθος δεκαετίας που ο επενδυτής θα πρέπει να πάρει πίσω τα λεφτά του. Αμφίβολη επομένως και στο επίπεδο αυτό η χρησιμότητά της», επισημαίνει.

Ωστόσο, με το χρέος της Ελλάδας σε δυσθεώρητα ύψη έχει κρίσιμη σημασία το επιτόκιο με το οποίο θα δανειστεί, έστω και αυτά τα μικρά ποσά που θα ζητά σε αυτές τις δοκιμαστικές εξόδους, αφού όλα αυτά «φουσκώνουν» το χρέος της και τους τόκους που πληρώνει.

Όπως επίσης σημασία έχει και το πόσο θα της στοιχίσει η δημιουργία του κεφαλαιακού μαξιλαριού, με δεδομένο ότι το κόστος δανεισμού της παραμένει το υψηλότερο στην ευρωζώνη.

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι σε μελέτη του Centre for International Governance Innovation που υπογράφει η Μιράντα Ξαφά, επικεφαλής μελετών του CIGI, υπολογίζεται ότι το κόστος το κεφαλαιακού μαξιλαριού που θέλει να δημιουργήσει η Ελλάδα, θα ξεπεράσει τα 400 εκατ. ευρώ σε τόκους ετησίως με τα σημερινά δεδομένα. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει υπολογίζοντας τους τόκους για ένα έτος από τα 9 δισ. ευρώ που πιθανότατα θα προέλθουν από το ταμείο διάσωσης (ESM) και τα υπόλοιπα 9 δισ. από τις τρεις εκδόσεις ομολόγων από 3 δισ. ευρώ εκάστη (7ετούς διάρκειας, που έγινε ήδη, και 3ετούς και 10ετούς που αναμένονται).

Σε ό,τι αφορά τώρα την προστασία που παρέχει η προληπτική πιστωτική γραμμή από συγκυριακές ταραχές στις αγορές λόγω εξωγενών παραγόντων, ο κ. Κουτεντάκης εκφράζει επίσης προβληματισμούς, λέγοντας ότι και «αυτό σχετικό είναι», με την έννοια ότι εξαρτάται από το είδος , την ένταση και την έκταση του προβλήματος που θα αναστατώσει τις αγορές.

Όπως εξηγεί, «ας υποθέσουμε ότι προκύπτει σημαντική αναταραχή στις αγορές από ένα σοβαρό πρόβλημα, όπως για παράδειγμα αναθέρμανση της κρίσης στην Ευρώπη. Το ερώτημα που προκύπτει είναι οι «εγγυήτριες» χώρες της προληπτικής γραμμής, όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ολλανδία, τι θα κάνουν; Θα κοιτάξουν πρωτίστως πώς θα προστατέψουν την Ελλάδα ή τους εαυτούς τους;»

Δηλαδή, δεν θα ενεργοποιούσαν την προληπτική γραμμή; «Όχι, αλλά θα μπορούσαν να μην την ενεργοποιήσουν την κρίσιμη ώρα που η Ελλάδα θα το είχε ανάγκη, ακριβώς γιατί θα προσπαθούσαν να θωρακίσουν τις δικές τους οικονομίες, και να το κάνουν στη συνέχεια, ενδεχομένως μετά από κάποιους μήνες», ό,τι αυτό συνεπάγεται για το μέγεθος της ζημιάς που θα είχε υποστεί η χώρα.

Αλλά και στην περίπτωση λιγότερο εκτεταμένου προβλήματος που δεν θα είχε συνέπειες για τις εγγυήτριες χώρες, αλλά μόνο για την Ελλάδα, και πάλι ο κ. Κουτεντάκης τονίζει ότι η ενεργοποίηση της γραμμής εξαρτάται από το είδος και τον υπαίτιο για το πρόβλημα.

«Αν το πρόβλημα είναι ‘εσωτερικό’ της Ελλάδας, για παράδειγμα αυτή η κυβέρνηση ή κάποια άλλη αρχίσει να κάνει πράγματα που τρομάζουν τις αγορές, οι οποίες ως αντίδραση θα αυξήσουν το κόστος δανεισμού, τότε πάλι μπορεί οι εταίροι να μην ενεργοποιήσουν την προληπτική γραμμή, γιατί σε αυτήν την περίπτωση η χώρα θα έχει παραβιάσει δεσμεύσεις που έχει αναλάβει», υποστηρίζει ο κ. Κουτεντάκης, που όπως έχει, επανειλημμένως, τονίσει από εδώ και στο εξής πρέπει να είναι απόλυτη η δέσμευση του πολιτικού συστήματος για πλήρη δημοσιονομική υπευθυνότητα.

Ζήτημα για το οποίο επίσης εκφράζει αμφιβολίες ο κ. Κουτεντάκης, είναι ως προς το σήμα που θα εξέπεμπε η Ελλάδα στις αγορές αν ζητούσε πιστωτική γραμμή. «Θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως παραδοχή ότι ακόμη, μετά από τρία προγράμματα, δεν αισθάνεται ασφαλής και δεν μπορεί να κλείσει το κεφάλαιο της εξάρτησης», εξηγεί.

Φωτίζει δε και μια «παράπλευρη απώλεια» που μπορεί να έχει η προληπτική γραμμή δεδομένου ότι χρειάζεται την έγκριση κάποιων κοινοβουλίων. Να ξανανοίξει μια πολιτική συζήτηση στα κοινοβούλια των εταίρων με τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ως συνήθως, να αρνούνται να διαθέσουν νέα χρήματα, έστω με τη μορφή εγγυήσεων, για την Ελλάδα, να ξαναρχίσουν αρνητικά δημοσιεύματα στον ξένο Τύπο, να δημιουργηθεί δηλαδή νέα αναστάτωση που θα πλήξει την εικόνα της χώρας, για χρήματα «που τελικά μπορεί και να μην χρειαστεί», όπως λέει χαρακτηριστικά.

Τα οφέλη για τις τράπεζες

Πιο ξεκάθαρα είναι τα πράγματα σε ό,τι αφορά τα οφέλη της προληπτικής πιστωτικής γραμμής για τις τράπεζες, εξ ου και όπως οφείλει ως θεματοφύλακας της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα την υποστηρίζει με θέρμη ο διοικητής της ΤτΕ, Γιάννης Στουρνάρας.

Το πλαίσιο της προληπτικής γραμμής στήριξης εξασφαλίζει διατήρηση της παρέκκλισης (το γνωστό ως waiver) για τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, ώστε να γίνονται δεκτά ως εγγυήσεις για δανεισμό από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, παρά το γεγονός ότι οι οίκοι αξιολόγησης δεν τα αξιολογούν ικανά να λειτουργήσουν ως εχέγγυο (δεν τα τοποθετούν σε επενδυτική βαθμίδα).

Η αναβάθμιση δε της αξιολόγησής τους θα γίνει σταδιακά και κατά πάσα πιθανότητα θα χρειαστεί μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις 20 Αυγούστου μέχρι τα ελληνικά ομόλογα να αποκτήσουν επενδυτική βαθμίδα, δεδομένου ότι απέχουν 5 βαθμίδες από αυτή. Η Ελλάδα διατηρεί τη χαμηλότερη πιστοληπτική διαβάθμιση στην ευρωζώνη.

Αν, λοιπόν, το waiver πάψει να ισχύει, όπως είχε συμβεί το καλοκαίρι του 2015, οι τράπεζες παύουν να έχουν πρόσβαση στη φθηνή χρηματοδότηση της ΕΚΤ. Δηλαδή, εάν χρειαστούν κεφάλαια, θα πρέπει να καταφύγουν και πάλι στον μηχανισμό παροχής έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (ELA) που όμως τους δανείζει με πολύ υψηλότερο επιτόκιο.

Σήμερα βέβαια η κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών εμφανίζεται ενισχυμένη, όπως επιβεβαίωσαν και τα τελευταία stress test, με την εξάρτησή τους από τον ELA να έχει μειωθεί σημαντικά, ενώ χαμηλός είναι και ο δανεισμός τους απευθείας από την ΕΚΤ.

Η βελτίωση της κατάστασης στηρίζεται και συνάμα στηρίζει την αυξητική τάση των καταθέσεων και την αργή, αλλά σταθερή αντιμετώπιση του προβλήματος των κόκκινων δανείων, στοιχεία που ενισχύουν την αισιοδοξία για αποκατάσταση της χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη. Έχει αρχίσει δηλαδή να αποκαθίσταται μια ισορροπία, αν και εύθραυστη ακόμη.

«Ο κεντρικός τραπεζίτης λοιπόν σωστά φοβάται μήπως διαταραχθεί η ισορροπία που τείνει να δημιουργηθεί», θα σημειώσει ο κ. Αργείτης.

Σωστό είναι και το επιχείρημα του κ. Στουρνάρα ότι η ανάπτυξη θα έρθει πιο εύκολα με φθηνό χρήμα, αν και αυτό «προϋποθέτει και την αντιστροφή των πολιτικών λιτότητας» συμπληρώνει ο κ. Αργείτης.

Χωρίς να υποτιμά τη σημασία του waiver, ο κ. Κουτεντάκης εκτιμά ότι η απώλεια του δεν θα δημιουργήσει κάποιο σοβαρό κίνδυνο για τις τράπεζες.

«Δεν θα συμβεί κάτι δραματικό στις τράπεζες», λέει χαρακτηριστικά, εστιάζοντας και στο ύψος των κεφαλαίων που δανείζονται. «Αν μιλάμε για ποσά της τάξης των 4-6 δισ. ευρώ, τότε αυτά καλύπτονται εύκολα» σημειώνει, και μάλιστα όχι από τον ακριβό ELΑ, -όπως λέει- αλλά από τις καταθέσεις και τον διατραπεζικό δανεισμό.

Τα ποσά που δανείζονται οι τράπεζες από το ευρωσύστημα μπορεί να είναι μικρά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, αλλά δεν παύουμε να μιλάμε για κάποια δισεκατομμύρια ευρώ, λέει με έμφαση ο κ. Τσακλόγλου.

Επιφυλακτικός και ο κ. Αργείτης αποφεύγει τις «βεβαιότητες» για τις συνέπειες στις τράπεζες, μιλώντας χαρακτηριστικά για τα «μαύρα κουτιά» στην οικονομία που κανείς δεν γνωρίζει τι κρύβουν μέχρι να γίνει η καταστροφή και να ανοίξουν.

Κρατά ανοιχτή την πόρτα του QE

Με την απώλεια του waiver όμως χάνεται και η δυνατότητα της χώρας να προλάβει έστω και στο τέλος του το Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης (QE) της ΕΚΤ. Δηλαδή, η λήψη μέτρων ελάφρυνσης του χρέους ώστε να εξασφαλίζεται η βιωσιμότητά του και η διατήρηση του waiver θα επέτρεπαν επιτέλους στην ΕΚΤ να αγοράσει ελληνικά ομόλογα, κάτι που ενώ αποτελούσε για την κυβέρνηση το «μεγάλο στοίχημα» την περίοδο της δεύτερης αξιολόγησης, τώρα φαίνεται να υποτιμά τη σημασία του.

Κακώς υποτιμάται, τονίζει ο κ. Τσακλόγλου, γιατί θα μπορούσε να συμβάλει σημαντικά στην πτώση του κόστους δανεισμού.

Αντικρούει δε το επιχείρημα ότι τα ελληνικά ομόλογα που θα μπορούσε να αγοράσει η ΕΚΤ είναι λίγα, οπότε περιορισμένα θα ήταν και τα οφέλη. «Όντως τα ελληνικά ομόλογα που δικαιούται να αγοράσει, σύμφωνα με τους κανονισμούς της, η ΕΚΤ είναι λίγα, αλλά λίγα είναι και τα ελληνικά ομόλογα που διαπραγματεύονται αυτήν τη στιγμή ελεύθερα στις αγορές. Πράγμα που σημαίνει ότι με μικρή παρέμβαση της ΕΚΤ, κατά πάσα πιθανότητα οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων θα έπεφταν πολύ. Αυτό θα ήταν πολύ σημαντικό για την Ελλάδα, αλλά για κάποιο λόγο δεν γίνεται δημόσιος διάλογος για το θέμα».

Περά από το πρακτικό επίπεδο η αγορά ελληνικών ομολόγων από την ΕΚΤ θα είχε και μεγάλη συμβολική σημασία αυξάνοντας την εμπιστοσύνη των αγορών στη χώρα, αφού μέσω της κίνησης αυτή δίνει σήμα ότι θεωρεί το χρέος βιώσιμο.

Το περιθώριο δε της Ελλάδας να αδράξει τα οφέλη αυτά δεν περιορίζεται μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου του 2018, οπότε -σύμφωνα με τα έως τώρα δεδομένα- λήγει το πρόγραμμα QE, καθώς οι αγορές ομολόγων από την ΕΚΤ θα συνεχιστούν και για σημαντικό χρονικό διάστημα μετά.

Όπως συγκεκριμένα αναφέρει η απόφαση της EKT για το ζήτημα «το Ευρωσύστημα θα επανεπενδύει τα ποσά από την εξόφληση τίτλων αποκτηθέντων στο πλαίσιο του προγράμματος αγοράς στοιχείων ενεργητικού κατά τη λήξη τους για παρατεταμένη χρονική περίοδο μετά την ολοκλήρωση των καθαρών αγορών στοιχείων ενεργητικού και πάντως για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται αναγκαίο».

Στηριζόμενος και σε αυτό ο κ. Κουτεντάκης θα πει ότι με τη μη λήψη προληπτικής πιστωτικής γραμμής και άρα την απώλεια του waiver, η συμμετοχή στο QE σαφώς απομακρύνεται, αλλά δεν διαγράφεται οριστικά από τον ορίζοντα.

Αν δηλαδή, όπως εξηγεί, ληφθούν αποτελεσματικά μέτρα για το χρέος και η ΕΚΤ κρίνει μέσω της ανάλυσής της ότι πλέον είναι βιώσιμο, τότε θα υπάρξει άμεσα και αναβάθμιση της αξιολόγησης της χώρας.

Βεβαίως, δεδομένης της μεγάλης απόστασης που χωρίζει τα ελληνικά ομόλογα από το επίπεδο που χρειάζονται για να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εγγυήσεις ο κ. Κουτεντάκης σπεύδει να αποδραματοποιήσει και το -πολύ πιθανό- ενδεχόμενο αποτυχίας της Ελλάδας να συμμετάσχει στο QE.

«Σαφώς το QE μπορεί να βοηθήσει, ειδικά αν είσαι στην κατάσταση της Ελλάδας και έχεις τα υψηλότερα επιτόκια στην ευρωζώνη, αλλά δεν είναι και η μαγική λύση όλων των προβλημάτων», λέει, επικαλούμενος και το παράδειγμα της Κύπρου, που όπως τονίζει, αν και δεν συμπεριλαμβάνεται στο QE το κόστος δανεισμού της βρίσκεται κοντά στο μηδέν.

Μήπως όμως … «μαλώνουμε σε ξένο αχυρώνα»

Πάντως, ενώ η συζήτηση για προληπτική γραμμή συντηρείται στην Ελλάδα, στις Βρυξέλλες τα λόγια ως προς αυτό το ζήτημα είναι πολύ μετρημένα, παρατηρούν οι πιο προσεκτικοί αναλυτές. Ακόμη και με την αναστάτωση που δημιουργήθηκε στις αγορές και τους φόβους που ξύπνησεε η πολιτική κρίση σε Ιταλία και Ισπανία, η συζήτηση στις Βρυξέλλες δεν πήρε διαστάσεις.

Η επίσημη απάντηση όταν τίθεται το θέμα εστιάζει στο γεγονός ότι «η Ελλάδα δεν έχει ζητήσει προληπτική γραμμή». Επειδή όμως εδώ και οκτώ χρόνια κάθε άλλο παρά δείχνουν τέτοιες ευαισθησίες σεβόμενοι τις επιθυμίες και τις λύσεις που προτείνει η ελληνική πλευρά, η στάση τους αν μη τι άλλο γεννά προβληματισμό.

Οι μόνοι από τους «ξένους» που έχουν εκφραστεί θετικά για τη λήψη προληπτικής γραμμής, είναι ο πρόεδρος, Μ. Ντράγκι, και άλλοι αξιωματούχοι της ΕΚΤ και στελέχη του ΔΝΤ, πετώντας όμως πάλι το μπαλάκι της απόφασης στην Ελλάδα.

Όποιος δεν κινδυνεύει δηλαδή να επωμιστεί οικονομικό και πολιτικό κόστος, σχολιάζουν οι ειδικοί.

Η κοινή αίσθηση των συνομιλητών μας είναι ότι οι Βρυξέλλες δεν προτιμούν τη λύση αυτή για σειρά λόγων, την οποία ενισχύει η πρόσφατη αναφορά εν τη ρύμη του λόγου του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Γιάννη Δραγασάκη «ούτε ζητήσαμε ούτε μας πρότειναν προληπτική γραμμή».

Σχεδόν σίγουρος, ο κ. Τσακλόγλου σημειώνει ότι «γνώμη μου είναι, χωρίς να μπορώ να το τεκμηριώσω, αλλά κρίνοντας όλα όσα έχουν συμβεί, ότι ήδη από το 2016, για να μην πω από το 2015, οπότε υπογράφηκε το τρίτο πρόγραμμα, πρέπει να είχε γίνει ξεκάθαρο στην Ελλάδα από τους δανειστές ότι αυτή είναι η τελευταία φορά που μπορούμε να περάσουμε από τα κοινοβούλιά μας κάτι σχετικό με την Ελλάδα. Οπότε νομίζω ότι από τότε ήταν συμφωνημένο, ότι δηλαδή εφόσον δεν μπορούμε να περάσουμε άλλο πρόγραμμα για την Ελλάδα, και η προληπτική γραμμή πίστωσης πρέπει να περάσει από ορισμένα ευρωπαϊκά κοινοβούλια γιατί έχει γι’ αυτούς δυνητικές δημοσιονομικές επιπτώσεις, η επόμενη βέλτιστη δυνατή λύση ήταν να δημιουργήσει η Ελλάδα ένα κεφαλαιακό ‘μαξιλαράκι.»

» Τούτων δοθέντων η κυβέρνηση ‘ανάγκην φιλοτιμία ποιούμενη’ υιοθέτησε τη λύση της εξόδου χωρίς προληπτική γραμμή ως δική της επιλογή».

Για απόρριψη της πρότασης από Ελλάδα και Βρυξέλλες κοινή συναινέσει μιλά ο κ. Κουτεντάκης, σημειώνοντας πως κανένας από όσους θα έπρεπε να βάλουν λεφτά -έστω υπό την μορφή εγγυήσεων- δεν κλίνει προς την κατεύθυνση της προληπτικής γραμμής.

Από πολιτική και ιδεολογική πλευρά προσεγγίζει το θέμα ο κ. Αργείτης, λέγοντας ότι η παραδοχή για ανάγκη προληπτικής γραμμής μετά από οκτώ χρόνια ισοδυναμεί με έμμεση παραδοχή αποτυχίας και για τους δανειστές. Ο δεύτερος λόγος, προσθέτει, είναι ότι θα κληθούν οι ηγεσίες κάποιων χωρών να εμφανιστούν εκ νέου ενώπιον των κοινοβουλίων τους για να υποστηρίξουν ένα νέο (ημι)πρόγραμμα για την Ελλάδα.

«Για τις κυβερνήσεις των εταίρων δημιουργείται πολιτικό, αλλά και σημαντικό ιδεολογικό ρίσκο, και αυτό δεν πρέπει να υποτιμάται. Εάν εμφανιστεί ότι τα μνημόνια πέτυχαν, πέρα από το πολιτικό υπάρχει και ένα τεράστιο ιδεολογικό όφελος για κύκλους συντηρητικούς, νεοφιλελεύθερους κ.τ.λ. Αντίθετα, εάν ταυτιστούν με την αποτυχία του μνημονίου έστω και σε μία χώρα, στην Ελλάδα, γιατί τις άλλες υποστηρίζουν ότι τις έβγαλαν επιτυχώς από τα μνημόνια -που βέβαια στην πραγματικότητα δεν είναι ακριβώς έτσι-, έχει σοβαρό πολιτικό και ιδεολογικό κόστος», σημειώνει ο κ. Αργείτης.

Στο λίγο πονηρό ερώτημα εάν η Ελλάδα θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί προς όφελός της την άρνηση των δανειστών να της παρέχουν προληπτική γραμμή ζητώντας «ανταλλάγματα», ο κ. Κουτεντάκης μας επαναφέρει: «μα δεν την ζήτησε και της το αρνήθηκαν. Ήταν μια απόφαση κοινή συναινέσει. Εάν τη ζητήσει σίγουρα το ζήτημα θα συζητηθεί».

Βεβαίως, προσθέτει, το να αλλάξει τώρα γραμμή πλεύσης η κυβέρνηση και να υπαναχωρήσει στο θέμα, θα εξέπεμπε μήνυμα ανασφάλειας στις αγορές.

Αλλά και ως προς τα «ανταλλάγματα», σημειώνει ότι ούτως ή άλλως αυτά που πρέπει να κάνει η Ελλάδα στη μεταμνημονιακή εποχή για να διατηρήσει την αναγκαία δημοσιονομική ισορροπία, να ενδυναμώσει την οικονομία της και να εξασφαλίσει πρόσβαση στις αγορές με βιώσιμους και διατηρήσιμους όρους, «είναι συγκεκριμένα», προχωρώντας τη συζήτηση στο δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει η χώρα μετά το τέλος του προγράμματος και κατ’ επέκταση στις ελευθερίες που θα έχει για να τον χαράξει.

Διαβάστε όλη την έρευνα: Αλήθειες και ψέματα για την καθαρή έξοδο και πώς θα επηρεάσει τη ζωή μας

Εισαγωγή

Πρώτη Ενότητα: Πόσο «καθαρή» μπορεί να είναι η έξοδος από το μνημόνιο;
Η ιδεατή καθαρή έξοδος, το κυβερνητικό αφήγημα και ο αντίλογος

Δεύτερη Ενότητα: Καθαρή έξοδος VS προληπτικής πιστωτικής γραμμής
Το κόστος χρηματοδότησης, η προστασία από ταραχές στις αγορές, τα οφέλη για τις τράπεζες, το Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης (QE), αλλά και οι προθέσεις των δανειστών

Τρίτη Ενότητα: Σπάνε οι χειροπέδες στην άσκηση πολιτικής μεταμνημονιακά;
Ο βαθμός ελευθερίας της ελληνικής κυβέρνησης για χάραξη πολιτικής σε κρίσιμους τομείς είναι το «καυτό» και το πιο ουσιαστικό θέμα για την επόμενη ημέρα. Πώς μπορεί να επηρεάσει η ρύθμιση του χρέους τη μεταμνημονική ελευθερία;

Τέταρτη ενότητα: Η ανάπτυξη το μόνο κλειδί για την έξοδο του πολίτη από τα μνημόνια
Τι περιθώρια για ώθηση της ανάπτυξης δημιουργούνται μεταπρογραμματικά; Μπορούν να ακυρωθούν τα συμφωνημένα μέτρα για συντάξεις και αφορολόγητο; Θα αυξηθεί ο κατώτατος μισθός; Θα επανέλθουν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις;