Την εκτίμηση ότι υπάρχουν πολλές δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ που υπό προϋποθέσεις μπορούν να αρχίσουν να «εισρέουν» στην οικονομία εντός των επόμενων μηνών εκφράζει στη συνέντευξη που παραχώρησε στο Βήμα της Κυριακής ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γ.Προβόπουλος. Ο ίδιος τονίζει ότι η τράπεζες έχουν μερίδιο ευθύνης για την κρίση, καθώς τροφοδότησαν το «καταναλωτικό μοντέλο», ενώ ασκεί κριτική και για την αδυναμία τους να προχωρήσουν σε συγχωνεύσεις. Ωστόσο, αρνείται την αναγκαιότητα περικοπής των ιδιωτικών δανείων.

Ο Γ.Προβόπουλος, ο οποίος τη Δευτέρα παραδίδει την έκθεσή του για το 2012, τονίζει: «Εφόσον παγιωθεί ένα αίσθημα εμπιστοσύνης και σιγουριάς στις προοπτικές της οικονομίας μας, μπορεί να αρχίσει η επανεισροή καταθέσεων. Με ένα βελτιούμενο κλίμα θα ήταν εφικτό να επιστρέψουν στις τράπεζες σε πρώτη φάση αποθησαυρισμένα ποσά άνω των 10-15 δισ. ευρώ. Αυτό θα συντελούσε σε μια τεράστια βελτίωση από άποψη ρευστότητας».

Αρκεί, όμως, μόνο η επιστροφή των καταθέσεων για την επανεκκίνηση της οικονομίας; ερωτάται για να απαντήσει:

«Η επιστροφή των καταθέσεων πρέπει να συνδυαστεί με ώθηση και από άλλες πλευρές. Χρειάζεται πρωτίστως να ολοκληρωθεί ο κύκλος των μεταρρυθμίσεων στις αγορές, στους θεσμούς, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Χρειάζεται ακόμη να επιτευχθεί δημοσιονομική εξυγίανση. Τα δύο τελευταία αποτελούν αναγκαίες, όχι όμως και ικανές συνθήκες για την ανάπτυξη. Γι’ αυτό πρέπει να κινηθούμε δραστήρια και σε άλλους τομείς. Θα αναφέρω τους πιο σημαντικούς. Το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων μπορεί τα επόμενα χρόνια να αποφέρει 40-50 δισ. ευρώ, κυρίως από το εξωτερικό, με εισαγωγή ρευστότητας. Αν αναλογιστεί κανείς ότι οι επενδυτές θα πραγματοποιήσουν στη συνέχεια επιπρόσθετες επενδύσεις ώστε να αξιοποιήσουν τα περιουσιακά αυτά στοιχεία, αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η συνολική αναπτυξιακή ώθηση θα μεγεθυνθεί».

Ο Γ.Προβόπουλος υπογραμμίζει ότι «υπάρχει δύναμη πυρός για την επανεκκίνηση της οικονομίας» και εξηγεί:

«Υπάρχουν και άλλες πρωτοβουλίες με αναπτυξιακό περιεχόμενο, με κύρια την αξιοποίηση του ΕΣΠΑ, ενός δηλαδή ποσού που πλησιάζει τα 15 δισ. ευρώ και δυστυχώς δεν καταφέραμε -λόγω διοικητικών αδυναμιών- να αξιοποιήσουμε, παρά τη μείωση του ποσοστού της εθνικής χρηματοδότησης. Επίσης, ένα σημαντικό ποσό έχει προβλεφθεί στο πρόγραμμα για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Αν αθροίσετε όλα τα παραπάνω, δηλαδή την επιστροφή καταθέσεων, το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων και τις επιπλέον επενδύσεις των ιδιωτών-αγοραστών, την αξιοποίηση του ΕΣΠΑ και την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, θα διαπιστώσετε ότι υπάρχει «δύναμη πυρός» για την επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας και μάλιστα πολύ ισχυρή».

Ο διοικητής της ΤτΕ επισημαίνει, δε, ότι η ύφεση είναι μεγαλύτερη γιατί δεν προχώρησαν οι μεταρρυθμίσεις που προβλέπονταν στο Μνημόνιο.

«Να ξεκαθαρίσω ότι η ύφεση ήταν ως σήμερα μεγαλύτερη γιατί υλοποιήθηκαν εν μέρει μόνο και διστακτικά οι μεταρρυθμίσεις που προβλέπονταν στο πρώτο μνημόνιο. Δεν έγιναν ούτε αποκρατικοποιήσεις ούτε ο περιορισμός των δαπανών στον βαθμό που είχαμε δεσμευθεί αλλά ούτε και οι παρεμβάσεις εκείνες που θα περιόριζαν τις πολυάριθμες στρεβλώσεις στην οικονομία. Είχα εξαρχής υποστηρίξει ότι τα δύο τρίτα της δημοσιονομικής προσαρμογής έπρεπε να προέλθουν από την περιστολή των δαπανών και το ένα τρίτο από την πλευρά των εσόδων μέσω διεύρυνσης της φορολογικής βάσης. Αντί όμως να αντιμετωπισθεί η φοροδιαφυγή, επιβλήθηκαν αυξημένοι φορολογικοί συντελεστές και νέοι φόροι οι οποίοι επέτειναν την ύφεση. Παίζοντας ως χώρα ένα «κατενάτσιο» απέναντι στο μνημόνιο το μόνο που καταφέραμε ήταν τελικά να επιδεινώσουμε την κατάσταση».

Ο κ. Προβόπουλος είναι κάθετος στο θέμα της επιστροφής στη Δραχμή:

«Δεν θα μπορούσε να υπάρξει συντεταγμένη αποχώρηση, όπως τη φαντάζεστε. Θα επρόκειτο για μια βίαιη ενέργεια που θα οδηγούσε σε απρόβλεπτες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Με δυο λόγια, θα άνοιγε τις πύλες της Κόλασης. […] Ορισμένοι επικαλούνται το επιχείρημα της υποτίμησης που θα βελτίωνε τάχα την ανταγωνιστικότητα. Σας θυμίζω ότι κατά τη δεκαετία του ’80 είχαμε δύο υποτιμήσεις, συνεχή διολίσθηση της δραχμής, υψηλό πληθωρισμό χωρίς ίχνος ανάπτυξης. Στην περίοδο μάλιστα εκείνη το δημόσιο χρέος εκτινάχθηκε στα ύψη. Συνεπώς μια επιφανειακή θεώρηση των πραγμάτων που παραγνωρίζει τους τεράστιους κινδύνους μόνο κακό κάνει στον τόπο».

Ερωτηθείς για τις ευθύνες που έχουν οι ίδιες οι τράπεζες, σημειώνει:

«Από την πλευρά τους, οι τράπεζες, αν έχουν ένα μερίδιο ευθύνης, είναι γιατί κάποιες από αυτές στην περίοδο των «παχιών αγελάδων» δεν απέφυγαν τον πειρασμό να ενισχύσουν ένα κούφιο καταναλωτικό «όνειρο» τροφοδοτώντας έτσι το εξωτερικό έλλειμμα και ένα στρεβλό μοντέλο ανάπτυξης. Αλλά σε κάθε περίπτωση η κύρια αιτία των σημερινών προβλημάτων είναι η δημοσιονομική κρίση».

Ο κ. Προβόπουλος είναι επικριτικός και για το γεγονός ότι δεν προχωρούν οι συγχωνεύσεις τραπεζών.  

«Οι τράπεζες έχουν πράγματι καθυστερήσει στο σημείο αυτό. Θα θυμάστε ασφαλώς τις συνεχείς εκκλήσεις μου προς τις τράπεζες να κινηθούν πιο δραστήρια προς την κατεύθυνση της αναζήτησης συνεργειών μέσω συμμαχιών και συγχωνεύσεων. Την αποτυχία του εγχειρήματος που επικαλείσθε [Alpha – Eurobank] τη θεωρώ μη θετική εξέλιξη. Θα προσθέσω όμως ότι ο τραπεζικός τομέας μετά την ανακεφαλαιοποίησή του θα είναι πολύ πιο υγιής και εύρωστος. Με καταλύτη μάλιστα το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας θα υπάρξουν, πιστεύω, δυνατότητες αξιοποίησης συνεργειών, με πιθανό ενδεχόμενο να δούμε συμπράξεις που δεν πραγματοποιήθηκαν ως σήμερα».

Όσον αφορά στο ενδεχόμενο «κουρέματος» των ιδιωτικών δανείων, απαντά:

«Οι τράπεζες παρέχουν διευκολύνσεις και ρυθμίσεις στα χρέη των δανειοληπτών τους όταν διαπιστώνουν αντικειμενική δυσκολία. Εννοείται ότι τέτοιες ρυθμίσεις έχουν ειδικό – δηλαδή, κατά περίπτωση – χαρακτήρα και δεν μπορούν να γενικεύονται αυθαίρετα γιατί οι γενικευμένες ρυθμίσεις εμπεριέχουν την παράμετρο του ηθικού κινδύνου. Μια γενική ρύθμιση που καλλιεργεί νοοτροπία κακοπληρωτών, κλίμα ανομίας, γίνεται επιβλαβής για ολόκληρη την οικονομία. Γι’ αυτό τάσσομαι κατά των ισοπεδωτικών και γενικευμένων ρυθμίσεων».

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ