Φανταστείτε μια κοινωνία ανάλγητη, γεμάτη από νομοταγείς πολίτες, αλλά παράλληλα ψυχρούς και αδιάφορους. Έναν κόσμο στον οποίο όλοι συμπεριφέρονται με τρόπο πολιτικώς ορθό, κάθε ανθρώπινο πάθος είναι κατακριτέο, ενώ τα ΜΜΕ δρουν αποβλακωτικά, χωρίς καν να αναφέρουν στις ειδήσεις των οκτώ κάποια νέα σχετικά με τις συμφορές στο Ιράκ ή στο Νταρφούρ. Αν τα παραπάνω […]
Φανταστείτε μια κοινωνία ανάλγητη, γεμάτη από νομοταγείς πολίτες, αλλά παράλληλα ψυχρούς και αδιάφορους. Έναν κόσμο στον οποίο όλοι συμπεριφέρονται με τρόπο πολιτικώς ορθό, κάθε ανθρώπινο πάθος είναι κατακριτέο, ενώ τα ΜΜΕ δρουν αποβλακωτικά, χωρίς καν να αναφέρουν στις ειδήσεις των οκτώ κάποια νέα σχετικά με τις συμφορές στο Ιράκ ή στο Νταρφούρ. Αν τα παραπάνω σας ακούγονται οικεία, τα μαντάτα δεν είναι και πολύ καλά: Ίσως να έχουμε όλοι προσβληθεί από κάποιον εξωγήινο ιό και η «Εισβολή» να βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Τέτοια γεγονότα συμβαίνουν στην ταινία «Invasion», όταν τα συντρίμμια ενός διαστημοπλοίου πέφτουν στη Γη. Όσοι τα αγγίζουν μολύνονται από άγνωστο ιό. Στη διάρκεια του ύπνου τα κύτταρά τους αλλάζουν σύνθεση. Όταν ξυπνούν, είναι πια τελείως διαφορετικά πλάσματα. Η όψη τους παραμένει ίδια και έχουν πλήρη συνείδηση του παρελθόντος τους. Όμως, έχουν αποκηρύξει τον παλιό τους εαυτό και επιθυμούν διακαώς να διασπείρουν τον ιό, μέχρι η ανθρωπότητα να αλλάξει οριστικά σελίδα. Από μία άποψη είναι οι τέλειοι άνθρωποι. Δεν έχουν άγχη, δεν έχουν πάθη. Δεν έχουν αδυναμίες, σαν εκείνες που οι ψυχίατροι πασχίζουν να καταπολεμήσουν, χορηγώντας στους ασθενείς τους ηρεμιστικά και αντικαταθλιπτικά χάπια. Μια τέτοια ψυχίατρο υποδύεται και η Νικόλ Κίντμαν. Αυτή όμως, όταν θα κληθεί να διαλέξει ανάμεσα στους ατελείς «παλιούς» ανθρώπους και τα «τέλεια ζόμπι» της νέας εποχής, θα συνταχθεί με τους πρώτους και μαζί με τους ομοϊδεάτες της θα προσπαθήσει να αποτρέψει την επαπειλούμενη «εξέλιξη» του είδους… Η πρώτη αγγλόφωνη ταινία του Όλιβερ Χίρσμπιγκελ παραμένει ανθρώπινη, με την έννοια ότι έχει και αρετές, αλλά και αδυναμίες. Στις αρετές συγκαταλέγονται οι δυνατές ερμηνείες, ο σφιχτός ρυθμός και η ταιριαστή με την υπόθεση κλειστοφοβική ατμόσφαιρα – στοιχεία που είχαμε εντοπίσει και σε δύο προηγούμενες δουλειές του Γερμανού σκηνοθέτη, στο «Πείραμα» και στην «Πτώση». Οι βασικές αδυναμίες της συγκεκριμένης ταινίας έχουν άμεση σχέση με την καταγωγή της. Μην ξεχνάμε πως η «Εισβολή» είναι στην ουσία ριμέικ του «Invasion of the Body Snatchers», ενός θρυλικού b-movie της δεκαετίας του 1950. Και δυστυχώς ή ευτυχώς, τα στοιχεία που λειτουργούν καλά σε ένα b-movie, αν χρησιμοποιηθούν σε μια «σοβαρή», mainstream παραγωγή, μετατρέπονται αυτομάτως σε μπούμερανγκ. Έτσι, δεν λείπουν ορισμένες κακόγουστες λεπτομέρειες, όπως, για παράδειγμα, ο τρόπος με τον οποίο οι φορείς του ιού μολύνουν τους υγιείς. Το έργο μπορεί ακόμη να κατηγορηθεί για το συμβατικό του φινάλε, καθώς και για την ανομοιογένεια στο ύφος, που παρατηρείται σε κάποια σημεία. Για αυτό το τελευταίο στοιχείο ίσως να ευθύνεται το γεγονός ότι τις τελευταίες πινελιές τις έβαλε άλλος σκηνοθέτης. Όταν ο Χίρσμπιγκελ έδειξε στα αφεντικά της Warner την πρώτη μονταρισμένη κόπια, εκείνοι απογοητεύτηκαν. Τον απέπεμψαν, λοιπόν, μετά επαίνων και ανέθεσαν στον Τζέιμς ΜακΤιγκ («V for Vendetta») να κάνει μερικά «μερεμέτια», ώστε η ταινία να αποκτήσει περισσότερη δράση. Δεν γνωρίζουμε αν το τελικό αποτέλεσμα τους ικανοποίησε. Η παρούσα έκδοση DVD, πάντως, δεν πρόκειται να απογοητεύσει κανέναν. Η αναμορφική εικόνα αποδίδει θαυμάσια τους ψυχρούς, κατά βάση, χρωματικούς τόνους της φωτογραφίας, ενώ ο εξακάναλος ήχος είναι καθαρός και σοφά σχεδιασμένος ώστε να σε εντάσσει στο απαραίτητο κλειστοφοβικό κλίμα. Στις πρόσθετες παροχές ο θεατής θα βρει, μεταξύ άλλων, αρκετές πληροφορίες για την πρώτη ταινία και για τις πολιτικές της προεκτάσεις που σχετίζονταν με τον ψυχρό πόλεμο και το μακαρθισμό. Όλα τα extra διαθέτουν ελληνικούς υπότιτλους.
Μπορεί τα New Year's resolutions να μοιάζουν λίγο αστεία, αλλά αν είναι να μπούμε σε αυτό το «παιχνίδι» ας το κάνουμε σωστά. Τα μυστικά για να πετύχουμε τους στόχους μας.
Σύμφωνα με νέα μελέτη, οι σπόροι chia μπορούν να συμβάλλουν στην μείωση της υπέρτασης (υψηλή αρτηριακή πίεση), της χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων.