Πρόσφατα δημοσιεύτηκε στο Nature Communications ένα ενδιαφέρον άρθρο που παρουσίασε τα αποτελέσματα μιας γονιδιακής μελέτης (GWAS, Genome-Wide Association Study) (βλέπετε εικόνα παρακάτω) η οποία συγκέντρωσε γενετικά δεδομένα από έναν πληθυσμό 300.486 ατόμων (ηλικίας 16 με 102 ετών) με ευρωπαϊκή καταγωγή από 57 επιμέρους μελέτες (στην οποία συμμετείχαν 181 ερευνητικά κέντρα).

Σκοπός της μελέτης ήταν η στατιστική συσχέτιση γνωσιακών και γενετικών δεδομένων (όπως αυτή καθορίζεται από 108 γονίδια που έχουν συσχετιστεί με αναπτυγμένη λειτουργία) με διάφορες μεταβλητές της υγείας, όπως η όραση, η υπέρταση και η μακροζωία. Ανάμεσα στα αποτελέσματα βρέθηκε γενετική συσχέτιση μεταξύ ανεπτυγμένης γνωσιακής λειτουργίας και (α) της χρήσης γυαλιών ή φακών επαφής (rg = 0.28, SE = 0.04) (β) της μυωπίας (rg = 0.32, SE = 0.03), ενώ επιπλέον παρατηρήθηκε αρνητική, αν και λιγότερο ισχυρή, συσχέτιση με την ύπαρξη της υπερμετρωπίας (rg = −0.21).

Η συγγραφική ομάδα βέβαια ανέφερε τις παραπάνω συσχετίσεις χωρίς καν να σχολιάσει τον μηχανισμό στον οποίο πιθανόν να οφείλονται αυτές.

Για λόγους εντυπωσιασμού και εμπορικότητας, όμως, τα εκλαϊκευμένα κείμενα που εμφανίστηκαν τις επόμενες μέρες τόσο σε ελληνικά αλλά σε ξενόγλωσσα μέσα ενημέρωσης (ακόμα και στη Guardian) «χάθηκαν στη μετάφραση», χρησιμοποιώντας τα αποτελέσματα με τον τρόπο που βόλευε τη δημοσιότητα, χωρίς καν να μπούνε στη διαδικασία ελέγχου των συμπερασμάτων τους.

Έτσι εμφανίστηκαν κείμενα με πηχιαίους τίτλους όπως:

  • «Όσοι φοράνε γυαλιά έχουν γενετική προδιάθεση να είναι πιο έξυπνοι»,
  • «Όσοι φοράνε γυαλιά είναι, όντως, πιο έξυπνοι»,
  • «Πιο έξυπνοι και πιο υγιείς όσοι φοράνε γυαλιά …!!»,
  • «Γιατί οι μύωπες είναι πιο έξυπνοι;»

Ο Σωτήρης Πλαΐνης* MSc, PhD, FBCLA, επιστημονικός συνεργάτης του Εργαστηρίου Οπτικής και Όρασης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, απαντά μέσω του in.gr στο καίριο ερώτημα αν είναι πράγματι οι μύωπες πιο ευφυείς ή είμαστε «χαμένοι στη μετάφραση»;

«Οι ερευνητές βρήκαν συσχέτιση μεταξύ γονιδίων που προάγουν τη «γνωσιακή λειτουργία» και της χρήσης μυωπικών γυαλιών και οι δημοσιογράφοι σε όλο τον κόσμο έβγαλαν είδηση για γενετική προδιάθεση, μπερδεύοντας τους αιτιογενείς παράγοντες με το αποτέλεσμα!
Είναι κατανοητό ότι οι άνθρωποι που έχουν αναπτυγμένη γνωσιακή λειτουργία διαβάζουν κατά μέσο όρο περισσότερο. Ως αποτέλεσμα, αναμέμεται να χρησιμοποιούν για περισσότερο χρόνο την κοντινή τους όραση, στερούμενοι δραστηριοτήτων σε υπαίθριους χώρους. Από την άλλη, τα αποτελέσματα πολλών πρόσφατων μελετών καταδεικνύουν ότι ο αριθμός των παιδιών με μυωπία έχει αυξηθεί σήμερα κυρίως για δύο λόγους:
(1) λόγω της αποχής των παιδιών από δραστηριότητες σε εξωτερικούς χώρους και της έντονης αστικοποίησης (αυξημένες απαιτήσεις σε σχολεία, φροντιστήρια και ενασχολήσεις σε κλειστούς χώρους)
(2) εξαιτίας του παρατεταμένου χρόνου κοντινής εργασίας ως αποτέλεσμα της εντατικής εκπαίδευσης και της υπερβολικής χρήσης υπολογιστών και άλλων διαδραστικών συσκευών (tablets, κινητά τηλέφωνα).
Δεν είναι τυχαίο, επομένως, ότι τα μεγαλύτερα ποσοστά μυωπίας συναντώνται μεταξύ των μαθητών που παρουσιάζουν άριστες επιδόσεις στο σχολείο, οι οποίοι είναι λογικά είναι οι παρουσιάζουν και αναπτυγμένες γωνσιακές λειτουργίες! Η μυωπία είναι σήμερα η συνηθέστερη οφθαλμική πάθηση στον κόσμο. Ο αυξανόμενος επιπολασμός της έχει σε ποσοστά επιδημίας σε πολλές χώρες της Ανατολικής Ασίας, επηρεάζοντας έως και το 80% έως 90% των νεαρών ενηλίκων. Επίσης, περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού των ενηλίκων στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ είναι μύωπες. Μακάρι, ταυτόχρονα τα τελευταία χρόνια να είχε αυξηθεί ανάλογα και ο δείκτης νοημοσύνης μας», απαντά ο κ. Πλαΐνης.

Υπό έρευνα η σχέση μυωπίας και μόρφωσης

Σήμερα το 30% έως 50% των ενηλίκων -ανάλογα με τη χώρα- είναι μύωπες στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, ενώ σε μερικές χώρες της ανατολικής Ασίας το ποσοστό κυμαίνεται στο 80% ως 90%.

Ο αριθμός των ανθρώπων με μυωπία αναμένεται να αυξηθεί από 1,4 σε 5 δισεκατομμύρια έως το 2050, δηλαδή περίπου στο μισό πληθυσμό της Γης τότε. Σχεδόν ένας στους δέκα (9%) θα έχει πολύ μεγάλη μυωπία, αυξάνοντας τον κίνδυνο για απώλεια όρασης στο μέλλον.

Μελέτες έχουν συσχετίσει τη μυωπία με τη μόρφωση, αλλά δεν είναι σαφές ακόμη αν είναι η ίδια η εκπαιδευτική διαδικασία που προκαλεί τη μυωπία, αν αντίστροφα τα μυωπικά παιδιά είναι απλώς πιο μελετηρά ή αν διάφοροι κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες ευνοούν ταυτόχρονα τόσο τη μυωπία όσο και τη μόρφωση.

Ερευνητές των ιατρικών σχολών των πανεπιστημίων του Μπρίστολ και του Κάρντιφ, με επικεφαλής τη Δρ Ντενίζ Ατάν, προσφάτως δημοσίευσαν στο επιστημονικό έντυπο British Medical Journal μια νέα έρευνα επί του θέματος.

Οι επιστήμονες μελέτησαν σχεδόν 68.000 άνδρες και γυναίκες, 40-69 ετών, αναλύοντας και συσχετίζοντας γενετικά δεδομένα για τον καθένα.

Συγκεκριμένα η μελέτη συσχέτισε στους συμμετέχοντες 44 γονίδια που σχετίζονται με τη μυωπία και 69 γονίδια που σχετίζονται με τη συνολική χρονική διάρκεια της εκπαίδευσης στη διάρκεια της ζωής. Τα γονίδια αυτά είχαν ανακαλυφθεί σε προηγούμενες μελέτες.

Από την ανάλυση των δεδομένων οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, κάθε πρόσθετο έτος εκπαίδευσης σχετίζεται με 0,27 μεγαλύτερους βαθμούς μυωπίας κάθε χρόνο. Δεν διαπιστώθηκε όμως το αντίστροφο, δηλαδή η μεγαλύτερη μυωπία να σχετίζεται με περισσότερη εκπαίδευση. Έτσι, οι ερευνητές συμπέραναν τελικά ότι είναι η εκπαίδευση που αυξάνει την πιθανότητα μυωπίας και όχι το αντίστροφο.

«Η μελέτη μας δείχνει ότι η έκθεση ενός ανθρώπου σε περισσότερα χρόνια εκπαίδευσης συμβάλλει στην αύξηση της μυωπίας», γράφουν οι ερευνητές. Επισημαίνουν όμως ότι δεν είναι μόνο τα γονίδια, αλλά επίσης οι περιβαλλοντικοί και κοινωνικοί παράγοντες που έχουν σημαντική επίδραση στη μυωπία.

Για παράδειγμα, όταν στο σχολείο η εκπαιδευτική διαδικασία αφήνει λίγο χρόνο για δραστηριότητες έξω από τις τάξεις σε ανοιχτό χώρο, αυτό αυξάνει την πιθανότητα μυωπίας. Από την άλλη, όσο πιο νωρίς στην ηλικία ενός παιδιού εκδηλώνεται η μυωπία, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να ανέβει σε υψηλά επίπεδα αργότερα.

 

* Ο Σωτήρης Πλαΐνης MSc, PhD, FBCLA, είναι επιστημονικός συνεργάτης του Εργαστηρίου Οπτικής και Όρασης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης από το 2002, επίτιμος Λέκτορας στο Faculty of Life Sciences, The University of Manchester, UK (από το 2006) και Επισκέπτης-Ερευνητής στο Aston University, UK (από το 2017). Αποτελεί ιδρυτικό μέλος των διατμηματικών προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών «Οπτική και Όραση» και «Εγκέφαλος & Νους» και Fellow του International Society for Contact Lens Research (ISCLR) και του British Contact Lens Association (BCLA). Από το 2015 αποτελεί διεθνή αξιολογητή αθλητών με αναπηρία όρασης στη Διεθνή Παραολυμπιακή Επιτροπή.