
Μιχάλης Παπαγιαννάκης: Τα λάθη και οι χαμένες ευκαιρίες της Αριστεράς
Τρέχοντας πίσω από το τρένο
Ο «συμβιβασμός» στον οποίο κατέληξαν οι διαπραγματεύσεις Ελλάδας – ΕΟΚ τον περασμένο Δεκέμβρη (σ.σ. του έτους 1978) στις Βρυξέλλες έκλεισε τη βασική φάση της προεργασίας για την ένταξη της πρώτης στη δεύτερη. Μένουν μια σειρά —όχι αποφασιστικά— θέματα για ρύθμιση, η σύνταξη της τελικής συνθήκης για την προσχώρηση, η υπογραφή της (γύρω στα μέσα του 1979) και η επικύρωσή της από το ελληνικό και τα εννιά ευρωπαϊκά κοινοβούλια (μάλλον μέχρι τα τέλη του 1980), οπότε η Ελλάδα γίνεται το δέκατο μέλος της Κοινότητας.
[…]
Άσχετα με τα παραπάνω, η ένταξη είναι, όπως και να τη δει κανείς, η λογική συνέχεια και ολοκλήρωση της Σύνδεσης (σ.σ. η συνθήκη σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ είχε υπογραφεί στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 1961). Στα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της Σύνδεσης η ένταξη φέρνει συμπληρωματικά και παραπληρωματικά μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα: στις όλο και πιο απελευθερωμένες εμπορικές σχέσεις προσθέτει συμμετοχή στην επεξεργασία της κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής (όπου υπάρχει θεσμοθετημένη) που τελικά καθορίζει τους όρους και τα όρια της ελεύθερης διακίνησης των προϊόντων. Αλλά και φυσικά συμμετοχή στην πειθαρχία που απαιτείται και επιβάλλεται από την κοινοτική «νομοθεσία», σε όσους μετέχουν σ’ αυτές τις διαδικασίες. Γι’ αυτόν και μόνο το λόγο είναι παράλογο ή δημοκοπικό να ζητιέται η περισσότερη ελευθερία του εμπορίου (π.χ. ενάντια στις αντισταθμιστικές εισφορές που η ΕΟΚ βάζει ακόμη σε τούτο ή εκείνο το προϊόν της ελληνικής γεωργίας ή βιομηχανίας) και συγχρόνως να καταγγέλλεται η όποια προσπάθεια που προεξοφλείται από την μεριά της ΕΟΚ, όταν θα είμαστε το 10ο μέλος, για συντονισμό και ρύθμιση της προσφοράς και της ροής των εμπορευμάτων. Τελικά και μακροπρόθεσμα, και μετά από κάθε νόμιμη και θεμιτή αντίσταση απέναντι σε κάθε προσπάθεια που γίνεται για να ριχτούν τα βάρη τέτοιων ρυθμίσεων από τον ένα στον άλλο εταίρο, από τον ένα στον άλλο κλάδο της οικονομίας του καθενός ή του συνόλου, σαν αρχή δεν μπορεί παρά να γίνουν δεκτές και οι δύο όψεις μιας τέτοιας πολιτικής, ή να απορριφθούν και οι δυο. Εκτός αν πιστεύει κανείς, και δυστυχώς πολλοί το προπαγανδίζουν, ότι είναι δυνατόν να προβαίνει σε συμφωνίες που θα του εξασφαλίσουν ό,τι θέλει και τον συμφέρει επιβάλλοντας στον απέναντι συνομιλητή του (όχι αναγκαστικά, κάθε άλλο μάλιστα, φιλάνθρωπο) ό,τι δεν θέλει και δεν τον συμφέρει, όλα αυτά βέβαια στα πλαίσια της διεθνούς συνεργασίας! Και όμως τέτοια είναι η αντίληψη που διατρέχει τις «προτάσεις» του ΠΑΣΟΚ για μιαν «ειδική συμφωνία» με την ΕΟΚ (μια και είναι αδύνατο, στα μάτια του καθενός, να εγκαταλειφθούν εντελώς οι σχέσεις μαζί της) ή την «εναλλακτική λύση» του ΚΚΕ για «ισότιμες σχέσεις» με όλους, όπως την εκφράζει η σχετική απόφαση του Συνεδρίου του και όπως την προπαγανδίζουν τα στελέχη του.
[…]
Με λίγα λόγια, υπό το καθεστώς της ένταξης η Ελλάδα θα συμμετέχει στην επεξεργασία μιας κοινής πολιτικής, όπου υπάρχει κοινή πολιτική, και θα είναι υποχρεωμένη να την εφαρμόζει. Όπου δεν υπάρχει κοινή πολιτική και προτείνεται να δημιουργηθεί, συμμετέχει θετικά ή αρνητικά στη διαδικασία απόφασής της και μπορεί ακόμα και να μην συμμετάσχει (όπως πρόσφατα είδαμε να γίνεται στη δημιουργία του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος). Αυτό σημαίνει ότι είναι πολύ παράλογο ή δημοκοπικό να αποδίδονται στην ΕΟΚ εξελίξεις υπάρχουσες ή απαιτούμενες σε τομείς όπου δεν υπάρχει κοινή πολιτική (υποχρεωτική για τα μέλη της). Το καλύτερο παράδειγμα τέτοιας δημοκοπίας είναι τα σχετικά με την πολιτιστική ανάπτυξη του τόπου (αν υποτεθεί ότι υπάρχει συμφωνία για το τι σημαίνει ο όρος αυτός). Η «πολιτιστική υποδούλωση» της χώρας στην ΕΟΚ (που θα φέρει η ένταξη) είναι ένα από τα πιο φτηνά επιχειρήματα που κυκλοφορούν αυτόν τον καιρό και κινδυνεύει κανείς να μην ξέρει τι υπερασπίζεται όταν αγανακτεί απέναντι σε τέτοιες αναλύσεις: την αλήθεια μόνο (δεν υπάρχει «κοινή πολιτιστική πολιτική»); την πολιτιστική ανάπτυξη του τόπου (είναι δυνατή άραγε χωρίς αντιπαράθεση και όσμωσή της με τον «κόσμο»); ή κυρίως την διαφύλαξη των βασικών νόμων της λογικής; Φαίνεται όμως ότι δεν φτάσαμε ακόμα στον πάτο αφού μαθαίνουμε πρόσφατα ότι «τίμημα για την ένταξη ήταν το χάρισμα του κτήματος στον Μπαίκερ» (σημείωση του αρθρογράφου: επερώτηση στη Βουλή πέντε βουλευτών του ΠΑΣΟΚ, τίτλος της Ελευθεροτυπίας 11/1/1979) και ότι, για όσους δεν κατάλαβαν ακόμη καλά τα αίτια της κακοδαιμονίας των δήμων και κοινοτήτων και ανησυχούν για το μέλλον τους, «η ΕΟΚ (είναι) τροχοπέδη στην ανάπτυξη της Αυτοδιοίκησης» (σημείωση του αρθρογράφου: άρθρο του δικηγόρου και π. δημοτικού συμβούλου Αθήνας κ. Β. Αναγνωστόπουλου, Ελευθεροτυπία 9/1/1979).
[…]
Και φυσικά, σε όποιο επίπεδο και σχετικά με όποιο θέμα, ταξικές, οικονομικές ή πολιτικές αντιδράσεις και επιρροές προς τούτη ή εκείνη την κατεύθυνση δεν αποκλείονται (κάθε άλλο μάλιστα). Αλλά κάτι τέτοιο γινόταν, γίνεται και θα γίνεται, είτε μέσα είτε έξω από την ΕΟΚ […]. Και το πρόβλημα φυσικά είναι τι πολιτική οικοδομείς, πώς την οικοδομείς, πώς την εξασφαλίζεις και τι συμμαχίες ή στηρίγματα επιδιώκεις στην προοπτική σου. Και τότε η ΕΟΚ ή οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική λύση είναι πρόβλημα γενικότερο από τις παραπάνω όψεις του αλλά και αναγκαστικά ενταγμένο σε μια προβληματική και μια στρατηγική που το ξεπερνά.
Τέτοια προβληματική και τέτοια στρατηγική η ελληνική συντήρηση, με δυσκολίες, απροθυμίες, αδιαφορίες, αντιρρήσεις, φόβους, παλινδρομήσεις και τεχνικές και διοικητικές ελλείψεις, την οικοδομεί μπροστά στα μάτια μας και την προχωράει. Και το περιεχόμενό της είναι αυτό ακριβώς που ανακοινώνει: ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης, εκσυγχρονισμός, διαρθρωτικές αλλαγές, κοινωνική πρόοδος, εξασφάλιση της δημοκρατίας και πολλαπλών ερεισμάτων στη διεθνή πολιτική, πάντα καταρχήν με το νόημα που η αστική σκέψη θέλει να δώσει στους παραπάνω όρους και επίθετα. Η στρατηγική αυτή προχωράει με δυσκολίες και αντιφάσεις στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, ιδίως στο εξωτερικό, παρά τους ισχυρισμούς για τις διαθέσεις της ΕΟΚ, που άλλο πράγμα δεν επιθυμεί παρά να ενσωματώσει και φυσικά να καταβροχθίσει την Ελλάδα. Ο «συμβιβασμός» του Δεκέμβρη 1978 στις Βρυξέλλες είναι αναμφισβήτητα μια επιτυχία αυτής της στρατηγικής, παρά τις δυσάρεστες όψεις του […].
Και οι άλλοι; Εκείνοι που θέλουν να ορίζουν και να προωθούν μιαν άλλη πορεία σε αλλιώτικα ορισμένα πεδία, ευρύτερα, ανώτερα, χωρίς φραγμούς στο χώρο και στο χρόνο, για την κοινωνία και την οικονομία μας; Η φτώχεια της εναλλακτικής πολιτικής που προβάλλεται, εδώ κι εκεί, και ιδιαίτερα στα δυο μεγάλα κόμματα της αριστερής αντιπολίτευσης, οδηγεί στην αδυναμία ένταξης της ΕΟΚ στην πορεία της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας και στην άρνηση της ένταξης της τελευταίας στην ΕΟΚ χωρίς παράλληλη πρωτοβουλία, με πνοή αλλά και ρεαλισμό, για οτιδήποτε άλλο. Και η αδυναμία αυτή οδηγεί στην απραξία (πού είναι η λαϊκή κινητοποίηση ενάντια στην ΕΟΚ ή η κάθοδος στο λαό που τόσες φορές ανακοινώθηκε και που θυμίζουν εκείνη τη χορωδία της όπερας που για ώρα τραγουδάει ακίνητη: «προχωρείτε, προχωρείτε»;) ή μάλλον στην αντικατάσταση της δράσης από τα λόγια και, στη συνέχεια, στην παράδοση της καθημερινής πολιτικής στους επαγγελματίες του λόγου. Εξ ου, εξάλλου, και η άνθιση, από τις στήλες των εφημερίδων της καθημερινής ποικίλης ποιότητας και ασχετοσύνης, ΕΟΚολογίας για την ενημέρωση και όλο και περισσότερο την καθοδήγηση (με αντικειμενικότητα βέβαια) του ελληνικού λαού […].
Πόσο εύκολη κάνει αλήθεια τη ζωή η ΕΟΚ και η ένταξη! Βρέθηκαν ξανά και «συγκεκριμενοποιήθηκαν» οι βάρβαροι που είναι και θα είναι πια μια κάποια λύση για μια κάποια αριστερά για κάμποσο διάστημα στο μέλλον. Ας τους φορτωθούν και όσα έτσι κι αλλιώς κάποτε θα συμβούν. Από τους όρους του «συμβιβασμού» του περασμένου Δεκέμβρη που είναι «ανισότιμοι», απαράδεκτοι κ.λπ. —λες κι αν ήταν «ισότιμοι» θα ήταν παραδεκτοί κι αυτοί και η ένταξη— μέχρι τη μελλοντική τύχη που θα έχουν τα «χιλιάδες μπακάλικα της γειτονιάς και μαγαζάκια της συνοικίας» — για τα οποία ο Γ. Κάτρης (στα ΝΕΑ 2/1/1979) αναρωτιέται «πώς θα επιζήσουν» στην ΕΟΚ, ενώ φυσικά είναι προφανές ότι θα έχουν εξασφαλισμένη επιβίωση και πολλαπλασιασμό τους σε κάποια άλλη εναλλακτική λύση, τόσο προφανή βέβαια που κανείς δεν μας την έχει αναπτύξει μέχρι τώρα, ούτε σε εφημερίδες ούτε σε διατριβές.
Και η ζωή θα εξακολουθήσει να κυλά και βέβαια, κατά καιρούς, να «δείχνει» την ορθότητα των απόψεων του «ενός και μοναδικού κόμματος» ή του ΠΑΣΟΚ.
Στο μεταξύ η ένταξη στην ΕΟΚ, που χωρίς λυρισμούς είναι πάντως αφετηριακό γεγονός στην ιστορία της ελληνικής κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης, θα καταγράφεται στο ήδη ογκώδες λογιστικό βιβλίο όπου η ελληνική αριστερά καταχωρεί κατά καιρούς τα «λάθη» ή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τις «χαμένες ευκαιρίες». Ευκαιρία η ένταξη στην ΕΟΚ; Σίγουρα ναι. Ευκαιρία, με αφορμή μιαν επιλογή άλλων, αναπόφευκτη και ακαταμάχητη (μήπως κανείς πήρε τα βουνά και σήκωσε μπαϊράκι;), για να αναπροσαρμοστεί η αποστεωμένη και χαροπαλεύουσα εκδοχή της για την πολιτική θεωρία και πρακτική. Για να αποκατασταθεί ενός νέου τύπου επαφή με τη σημερινή ραγδαία εξέλιξη της διεθνούς κατάστασης, τόσο από την άποψη της γεωπολιτικής όσο και από κείνη του μεταβαλλόμενου διεθνούς καταμερισμού της εργασίας, για να μπει και η ελληνική κοινωνία, έστω και με τις σημερινές μορφές οργάνωσής της, στις ζυμώσεις που διαμορφώνουν ευρύτερα οικονομικά και πολιτικά συγκροτήματα και «χώρους», στους οποίους μπαίνουν με νέα μορφή και σε άλλα επίπεδα τα πραγματικά προβλήματα, εκείνα που μας κληροδοτεί το παρελθόν και τα νέα που η δημόσια ζωή μας αγνοεί με μακαριότητα αλλά και με κινδύνους. Για να πάψουμε τέλος να τρέχουμε πίσω από το τρένο, όπως έγραψε πρόσφατα και η Ουνιτά, απαντώντας στο μανιφέστο του Σαρτρ ενάντια «στην αμερικανο-γερμανική Ευρώπη».
Και θα μπορούσε κανείς να συνεχίσει με κίνδυνο να φανεί ουτοπικός. Τέτοιους χαρακτηρισμούς, και άλλους χειρότερους, μοιράζει εξάλλου αφειδώλευτα η επικρατούσα ιδεολογική σιγουριά ή, αντίθετα, μεμψιμοιρία στους «επίσημους» χώρους της αριστεράς. Αλλά και έξω και γύρω από αυτούς. Ποιος δεν γνωρίζει φίλους του, γνωστούς του και δικούς τους φίλους και γνωστούς, σ’ αυτή την αμορφοποίητη αριστερά, στο έκτο ή έβδομο κόμμα τής πάλαι ποτέ Συμμαχίας, που κατ’ ιδίαν βράζουν και βαρύτατα καταδικάζουν την επίσημη αριστερή πολιτική απέναντι στην ένταξη στην ΕΟΚ, που κάποτε παράφορα επιθυμούν την τελευταία προσπερνώντας ακόμη κι αυτή τη μέχρι τώρα θετική αλλά πολύ διστακτική τοποθέτηση του ΚΚΕ εσ., που λοιδορούν και ανεκδοτοποιούν, και δίκαια, τις υποκρισίες και τις ψευδεθνικιστικές ή σωβινιστικές εκστρατείες με αφορμή ή πρόσχημα την ένταξη στην ΕΟΚ, που διαρκώς επιθυμούν και ψάχνουν την υπαρκτή δυνατότητα για τη διαμόρφωση μιας άλλης πολιτικής που […] να ανοίγει πόρτες για το μέλλον μιας ανανεωμένης αριστεράς στην Ελλάδα; Αλλά πάντα «κατ’ ιδίαν», με ελάχιστες δημόσιες παρεμβάσεις, με διστακτικότητα και προσπάθεια αντικειμενικότητας (από τον φόβο του οδοστρωτήρα της επίσημης «αριστερής» κριτικής και αποδοκιμασίας) που καταλήγει συχνά στην εξάλειψη κάθε θέσης ή τοποθέτησης και σε παρατηρήσεις ως προς τον τρόπο, το στυλ και τις διαδικασίες. Κατ’ ιδίαν και εξατομικευμένοι, διάσπαρτοι ή και αρκετοί οργανωμένοι, διαφορετικοί αλλά συμπάσχοντες από τα παραπάνω, πολίτες χωρίς πολιτική έκφραση (ή τόσο ανεπαρκή), πού οδηγούμαστε;
*Κείμενο του Μιχάλη Παπαγιαννάκη, που έφερε τον τίτλο «Από την ένταξη στην ΕΟΚ στη μη-ένταξη της ΕΟΚ στην αριστερή πολιτική» και είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό Ο Πολίτης στις αρχές του 1979 (τεύχος 24, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1979).
Ο αείμνηστος πολιτικός και πανεπιστημιακός δάσκαλος Μιχάλης Παπαγιαννάκης έφυγε από τη ζωή στις 26 Μαΐου 2009, έπειτα από άνιση μάχη με την επάρατη νόσο.
Ο κρητικής καταγωγής Παπαγιαννάκης, ο οποίος είχε γεννηθεί στην Καλαμάτα στις 19 Αυγούστου 1941, υπήρξε ένας επιφανής εκπρόσωπος της ελληνικής Ανανεωτικής Αριστεράς με ανώτερο ήθος, ένας πολιτικός-διανοούμενος με όλη τη σημασία του όρου.
- Ανδρουλάκης: Μην αυταπατάστε κ. Μητσοτάκη, η δήθεν θεσμικότητα δεν μπορεί να καμουφλάρει τον πολιτικό σας κατήφορο
- Σε κλίμα οδύνης η κηδεία του Παρασκευά Άντζα (pics)
- Βασίλης Βασιλικός: Τα σφάλματα της ασφάλτου
- Σουβλάκι: Ακρίβεια και… παράδοση βγάζουν την πατάτα από το τυλιχτό
- «Ο Παναθηναϊκός είναι σε προχωρημένες επαφές με τον Μπαντιό»
- Τραγωδία στη Λάρισα – Νεκρός 15χρονος σε τροχαίο με μηχανάκι




