Άγνωστες πτυχές της υπόθεσης εξαφάνισης της Χριστίνας Εξαρχουλέα από την Καλογριά Στούπας στη Μεσσηνία έρχονται στο φως, μαζί με νέα κρίσιμα στοιχεία και πρόσωπα – κλειδιά. Την ίδια ώρα, διεθνές ένταλμα σύλληψης για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση φέρει το όνομα του συζύγου της, ο οποίος εγκατέλειψε τη χώρα λίγο μετά την εξαφάνιση της γυναίκας του.

Τα τελευταία στοιχεία ήθελαν τον καταζητούμενο άνδρα να έχει διαφύγει στις ΗΠΑ, με το «Τούνελ» να απλώνει «γέφυρα» έρευνας και να τον εντοπίζει τελικά στο Μίσιγκαν. Οι ελληνικές Αρχές εκτιμούν ότι η Χριστίνα Εξαρχουλέα δολοφονήθηκε μέσα στο σπίτι που ζούσε με τον σύζυγό της ο οποίος φέρεται να την κακοποιούσε.

Το βούλευμα αναφέρει: «Η Χριστίνα Εξαρχουλέα δολοφονήθηκε στις 24 Οκτωβρίου 2017, στο σπίτι όπου έμενε με τον σύζυγό της. Ο χρόνος προσδιορίζεται από τις 16:00 το απόγευμα έως τις 21:00 το βράδυ». Ο ίδιος στην τηλεφωνική επικοινωνία του με την εκπομπή επέμενε ότι είδε τη γυναίκα του να φεύγει από το σπίτι κρατώντας μία μαύρη σακούλα σκουπιδιών, ενώ παραδέχτηκε ότι είχαν έντονο διαπληκτισμό.

Τριάντα πέντε ημέρες μετά την εγκληματική του πράξη ταξίδεψε στις ΗΠΑ, υποστηρίζοντας ότι είχε ενημερώσει προηγουμένως τις Αρχές. Από τότε δεν επέστρεψε ποτέ στην Ελλάδα ούτε ενδιαφέρθηκε για την πορεία των ερευνών ή την τύχη της συζύγου του. Στις υποψίες των Αρχών περί εγκληματικής ενέργειας προστέθηκαν δύο κρίσιμα ευρήματα.

«Σε ξύλινη ντουλάπα, εντός του πρώτου ορόφου του σπιτιού, εντοπίστηκαν χαρακιές, που πιθανότατα προέρχονται από βίαιες τομές μαχαιριού. Τα συγκεκριμένα ίχνη παραπέμπουν σε χτυπήματα, με σκοπό τον εκφοβισμό του θύματος, σε παρελθοντικό χρόνο, κατά τη διάρκεια έντονων τσακωμών τους και απειλών του κατηγορουμένου, με αυτόν τον τρόπο, για τη ζωή του θύματος», αναφέρει η Αστυνομία.

Στο χαρτί που βρέθηκε με τις ιδιόχειρες σημειώσεις, που αποδίδονται γραφολογικά στον φερόμενο ως δράστη και φέρουν την υπογραφή του, το οποίο βρέθηκε στο πορτοφόλι της γυναίκας αναγράφεται: «Συγγνώμη σε όλους, ο Θεός θα σας κρίνει εάν υπάρχει. Σε αγαπώ, Xristina και Briana». Το σημείωμα αυτό βρέθηκε μέσα σε τσαντάκι μέσης, το οποίο συνήθιζε να χρησιμοποιεί η άτυχη Χριστίνα.

Ο καταζητούμενος κατά το πρώτο διάστημα των ερευνών είχε προσπαθήσει να αποπροσανατολίσει τις Αρχές υποστηρίζοντας ότι η γυναίκα του αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα. Όταν δήλωσε την εξαφάνισή της, απέκρυψε τον έντονο καυγά τους και υποστήριξε ότι το 2012 η σύζυγός του είχε επιχειρήσει να αυτοκτονήσει με συνδυασμό χαπιών και αλκοόλ. Οι έρευνες των Αρχών κατέληξαν στο εξής συμπέρασμα: «Δεν προέκυψε εισαγωγή της θανούσας στο Γενικό Νοσοκομείο Καλαμάτας ή το Κέντρο Υγείας Αγίου Νικολάου κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2011 έως και το 2014».

«Δεν ξέρω ποιος είναι ο Πίτερ και έχω μηδενική σχέση μαζί του, δεν τον γνωρίζω καθόλου», λέει η κόρη του

Η κρίσιμη μαρτυρία της αδελφής του

Μέσα από ηλεκτρονικά ίχνη, διευθύνσεις, αριθμούς τηλεφώνων και ψηφιακά δεδομένα το «Τούνελ» έφτασε σε συγγενικά πρόσωπα του καταζητούμενου συζύγου. Συγκεκριμένα, πραγματοποιήθηκε τηλεφωνική επικοινωνία με την αδελφή του η οποία επιβεβαίωσε ότι ο αδελφός της βρίσκεται στις ΗΠΑ και συγκεκριμένα στο Μίσιγκαν. Απορίας άξιον είναι, ωστόσο, γιατί δεν τον έχουν εντοπίσει ακόμα οι Αρχές, δεδομένου ότι έχει εκδοθεί διεθνές ένταλμα σύλληψης.

«Δεν έχω καμία σχέση μαζί του, δεν είμαστε τέτοια αδέλφια, τα είχαμε σπάσει πολλά χρόνια πριν» λέει η αδελφή του χαρακτηρίζοντάς τον τεμπέλη, εκμεταλλευτή και κακοποιητικό, του οποίου και η πρώτη γυναίκα είχε παρόμοια προβλήματα και τον φοβόταν, αν και δεν τον είχε καταγγείλει ποτέ.

Η ίδια προσθέτει στη συνέχεια: «Η Χριστίνα ήταν ξαδέρφη μου αλλά δεν επικοινωνούσαμε συχνά. Το 2017 που είχα έρθει στην Ελλάδα είχαμε πάει για φαγητό και μετά δεν τους ξαναείδα. Δεν μου είχε πει τίποτα για το αν την χτυπούσε, γιατί δεν είχαμε σχέσεις. Τον είδα τελευταία φορά όταν είχα έρθει στην Ελλάδα και από τότε δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ. Τον βοήθησα όσο δεν πάει. Ήρθε στην Αμερική για έναν μήνα και έμεινε σπίτι μου έξι. Κουράστηκα να τον βοηθάω. Από μικρός έτσι ήταν…»

Για την κόρη του από τον πρώτο του γάμο είπε ότι «δεν είχε καμία επαφή με το παιδί του από όταν πήρε διαζύγιο. Κάποια στιγμή τα είχαν ξαναβρεί αλλά της έφαγε τρεις χιλιάδες δολάρια και από τότε δεν του ξαναμίλησε ποτέ. Αυτός είναι ο αδελφούλης μου…».

Η ίδια εμφανίστηκε προβληματισμένη για την εξέλιξη της υπόθεσης λέγοντας ότι «δεν φεύγει κάποιος από την Ελλάδα λίγες εβδομάδες μετά την εξαφάνιση της γυναίκας του. Είναι ύποπτο… Τσακώνονταν συνέχεια. Οτιδήποτε μπορεί να έχει συμβεί…».

«Την έβλεπα με σημάδια και εκείνη μου έλεγε ότι χτυπούσε στις ντουλάπες»

Μία από τις αδελφές της Χριστίνας Εξαρχουλέα, η Ελένη, μίλησε στο «Τούνελ» και εμφανίστηκε πεπεισμένη ότι υπεύθυνος για τον θάνατο της αδελφής της είναι ο σύζυγος. «Κρύβεται. Εγώ φώναζα από την αρχή ότι αυτός έφταιγε και όλοι μου έλεγαν πως κάνω λάθος. Έβλεπα την αδελφή μου με σημάδια και εκείνη μου έλεγε ότι χτυπούσε στις ντουλάπες. Άκουγα καυγάδες και μετά μου έλεγε πως είχα παρεξηγήσει την κατάσταση».

Η ίδια είχε ξεκαθαρίσει στην αδελφή της ότι αν ξανάκουγε φασαρίες, θα καλούσε την Αστυνομία, κι εκείνη της απαντούσε ότι θα την βγάλει τρελή. Περίπου έναν μήνα μετά την εξαφάνισή της, η Ελένη είπε στον καταζητούμενο σύζυγο μπροστά στον πατέρα του ότι τον θεωρεί υπεύθυνο: «Η απάντησή του ήταν πως θα μου έκανε μήνυση. Δεν προχώρησα, γιατί η αδελφή μου δεν ήθελε να κινηθούμε νομικά».

Η ίδια αναφέρει πως η επικοινωνία τους ήταν περιορισμένη και γινόταν κυρίως όταν η Χριστίνα περνούσε έξω από το σπίτι της και της πρότεινε να πιουν έναν καφέ μαζί. «Μόλις το αντιλαμβανόταν εκείνος, άρχιζε να της φωνάζει: ‘Έλα μωρή, τι κάνεις εκεί;’. Δεν ήθελε να έχουμε επαφές. Ήταν εξαιρετικά χειριστικός. Αν ο Παναγιώτης έλεγε πως πετάει ο γάιδαρος, η Χριστίνα θα συμφωνούσε. Φοβόμουν ότι κάποια στιγμή θα έκανε και σε μένα κακό, όπως είχε συμβεί στο παρελθόν».

Ένα βράδυ, συνεχίζει η αδελφή της Χριστίνας, «ενώ έβλεπα τηλεόραση, με έπιασε από τον λαιμό χωρίς να έχει προηγηθεί τίποτα. Άρχισα να φωνάζω και τότε βγήκε έξω η αδελφή μου. Το είχε κάνει για να με τρομάξει, όπως είχε πει. Τα σπίτια μας στο χωριό ήταν δίπλα δίπλα και περνούσε από το δικό μου για να πάει στο δικό τους. Γι’ αυτό άκουγα συχνά τους καυγάδες μέσα στη νύχτα, συνήθως γύρω στη μία ή στις δύο τα ξημερώματα».

Σύμφωνα με την ίδια, ο Παναγιώτης κατανάλωνε συχνά αλκοόλ: «Μία φορά είχε πιει διαφορετικό κρασί από αυτό που συνήθιζε και την έστειλε πίσω στο σούπερ μάρκετ για να του φέρει τη σωστή μάρκα. Τότε εξοργίστηκα και της είπα να του το φέρει στο κεφάλι, γιατί εκείνος όλη μέρα καθόταν, ενώ η αδελφή μου δούλευε ασταμάτητα, τον συντηρούσε και έτρεχε για όλα».

Την ημέρα που εξαφανίστηκε η Χριστίνα, όπως λέει η αδελφή της, είχε μόλις πληρωθεί από τη δουλειά της και πιστεύει ότι αυτός ήταν ακόμα ένας λόγος που τσακώθηκαν. «Τα χρήματα ήταν η βασική αιτία των καυγάδων τους, γιατί της τα έπαιρνε συνεχώς. Σκεφτείτε ότι άσκησε βία ακόμα και σε μένα και δεν θα σκότωνε την αδελφή μου; Είχα προτείνει να βάλουν τον σκύλο να ψάξει για τη Χριστίνα και πιστεύω πως θα την έβρισκε. Όμως εξαφάνισε και τον σκύλο. Δεν ξέρω πού τον πήγε, πάντως σίγουρα δεν τον έδωσε σε κάποιον από το χωριό», καταλήγει.

Η μαρτυρία της κόρης του καταζητούμενου συζύγου

Το «Τούνελ» κατάφερε να εντοπίσει και την κόρη του καταζητούμενου συζύγου της Χριστίνας Εξαρχουλέα. Η κοπέλα, που ζει μακριά από τον πατέρα της εδώ και δεκαετίες, περιέγραψε τη βαθιά αποξένωση που τους χωρίζει.

«Λυπάμαι, αλλά δεν θα μπορέσω να σας βοηθήσω πολύ. Ο πατέρας μου ο Πίτερ κι εγώ έχουμε μια αποξενωμένη σχέση. Οι γονείς μου πήραν διαζύγιο όταν ήμουν 7 ετών, και μετά το διαζύγιο ο Πίτερ μετακόμισε στην Ελλάδα. Δεν μιλούσαμε για 22 χρόνια, μέχρι που επανασυνδεθήκαμε για λίγο το 2021. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν ένας άνθρωπος με τον οποίο ήθελα να έχω σχέση», λέει η ίδια.

Η τελευταία φορά που μίλησαν ήταν τον Ιανουάριο του 2022. «Δεν γνωρίζω πολλά γι’ αυτόν και δεν έχω καμία πληροφορία σχετικά με το πού βρίσκεται. Δεν γνώριζα καν ότι ο Πίτερ είχε ξαναπαντρευτεί, ούτε ξέρω τίποτα για εκείνη τη γυναίκα. Όπως σας είπα, έφυγε όταν ήμουν 7 ετών και του ξαναμίλησα όταν ήμουν 28-29 ετών».

Όπως λέει η κόρη του, ο λόγος που τον έψαξε ενήλικη ήταν επειδή ήθελε να πάρει απαντήσεις για τον λόγο που την εγκατέλειψε. Τον βρήκε για εκείνην ο θείος της ο Ανδρέας, ο σύζυγος της αδελφής του, της Πάμελα. Μιλούσαν μόνο στο τηλέφωνο και γρήγορα κατάλαβε ότι είναι ένας άνθρωπος με τον οποίο δεν ήθελε να έχει επαφή, καθώς ζητούσε χρήματα από εκείνην και τον σύζυγό της. Τότε έμενε στο Νιου Τζέρσεϊ.

«Δεν έχω κανένα στοιχείο επικοινωνίας του. Ο τελευταίος αριθμός τηλεφώνου του που είχα ήταν ήδη απενεργοποιημένος πριν από τέσσερα χρόνια και τον διέγραψα. Για τη σχέση της μητέρας μου και του Πίτερ δεν μπορώ να απαντήσω. Εκείνη έχει τα δικά της προβλήματα υγείας να αντιμετωπίσει και δεν είναι σε κατάσταση να συζητήσει αυτά τα θέματα. Όπως ανέφερα, δεν ξέρω ποιος είναι ο Πίτερ και έχω μηδενική σχέση μαζί του. Δεν τον γνωρίζω καθόλου», σημείωσε η κόρη του.

Τι είπε ο σπιτονοικοκύρης του

Στο Μίσιγκαν, η εκπομπή εντόπισε τον άνθρωπο που του νοικιάζει το σπίτι που διαμένει.

Σπιτονοικοκύρης: Χαίρετε.
Δημοσιογράφος: Χαίρετε, είσαι ο ……..;
Σπιτονοικοκύρης: Ναι.
Δημοσιογράφος: Γεια σας ….., σας καλώ από την Ελλάδα.
Σπιτονοικοκύρης: Οκ.
Δημοσιογράφος: Συγγνώμη για την ενόχληση, ξέρω ότι είναι πρωί εκεί. Θα ήθελα να ρωτήσω κάτι για τον Πίτερ. Τον γνωρίζετε;
Σπιτονοικοκύρης: Ναι, τον γνωρίζω.
Δημοσιογράφος: Ξέρετε μήπως πού βρίσκεται τώρα; Προσπαθώ να τον εντοπίσω.
Σπιτονοικοκύρης: Νοικιάζει ένα σπίτι από εμένα.
Δημοσιογράφος: Γνώριζα μια διεύθυνση στο…. Είναι σωστή;
Σπιτονοικοκύρης: Ναι.
Δημοσιογράφος: Έχετε νέα του τελευταία;
Σπιτονοικοκύρης: Τον βλέπω περίπου μία φορά τον μήνα, συνήθως για το ενοίκιο.
Δημοσιογράφος: Τον έχετε δει πρόσφατα;
Σπιτονοικοκύρης: Τον είδα περίπου πριν από δύο εβδομάδες.
Δημοσιογράφος: Ξέρετε αν βρίσκεται τώρα στο σπίτι ή αν εργάζεται;
Σπιτονοικοκύρης: Δουλεύει αργά το απόγευμα, οπότε κάποιες φορές κοιμάται ακόμη τέτοια ώρα. Μπορεί να απαντήσει, μπορεί και όχι. Συνήθως κοιμάται μετά τα μεσάνυχτα. Εδώ τώρα είναι εννιά το πρωί.
Δημοσιογράφος: Γνωρίζετε πού εργάζεται;
Σπιτονοικοκύρης: Είναι ελεύθερος επαγγελματίας. Κάνει παραδόσεις φαγητού και άλλων αντικειμένων σε σπίτια.
Δημοσιογράφος: Σε ευχαριστώ πολύ.
Σπιτονοικοκύρης: Αντίο προς το παρόν

Ξεσπάει η δεύτερη αδελφή της Χριστίνας

Η δεύτερη αδελφή της Χριστίνας Εξαρχουλέα ευελπιστεί ότι ο Παναγιώτης τελικά θα εκδοθεί στην Ελλάδα και θα πληρώσει για όσα έκανε. «Πίστευα ότι η υπόθεση της αδερφής μου είχε πια ξεχαστεί. Αυτή είναι μια πολύ σημαντική εξέλιξη και το μόνο που περιμένω είναι να τον εντοπίσουν στην Αμερική, να τον συλλάβουν, να εκδοθεί στην Ελλάδα, να δικαστεί και να πληρώσει για όσα έκανε. Εκείνος συνεχίζει τη ζωή του σαν να μη συμβαίνει τίποτα, ενώ η αδερφή μου έχασε τη δική της. Για να το πω σωστά, δολοφονήθηκε», δηλώνει.

Όπως αναφέρει, όταν εξαφανίστηκε η αδελφή της, εκείνος είχε ήδη φύγει προτού ακόμα γίνει γνωστό τι είχε συμβεί. «Από τότε είχα πει στη μητριά του πως είχαν φροντίσει να προστατεύσουν το δικό τους παιδί, στέλνοντάς το στην Αμερική. Το μόνο που ζητούσαμε εμείς ήταν να μας πουν πού βρισκόταν ο δικός μας άνθρωπος, ώστε να μπορέσουμε να κάνουμε όσα έπρεπε» λέει.

Και προσθέτει: «Το να χάνεις έναν δικό σου άνθρωπο είναι τραγικό, το να γνωρίζεις όμως ότι το σώμα του βρίσκεται πεταμένο κάπου είναι τρεις φορές χειρότερο. Δεν σε αφήνει να ησυχάσεις ποτέ. Ο συγκεκριμένος σκότωσε την αδερφή μου. Έναν άνθρωπο που τον στήριζε τόσα χρόνια και υπέφερε δίπλα του χωρίς να μιλά. Εκεί έκανε κι εκείνη το λάθος. Μία από τις αδερφές μου είχε δει κάποτε μια μελανιά πάνω της κι εκείνη είπε ότι έπεσε από τη σκάλα. Ήταν σαράντα κιλά άνθρωπος. Αν είχε πέσει πραγματικά από τη σκάλα, δεν θα ζούσε…».

Η ίδια παραδέχεται πως δεν γνώριζε όσα συνέβαιναν γιατί εκείνος είχε δημιουργήσει έναν ασφυκτικό κλοιό γύρω από τη Χριστίνα, απομακρύνοντάς την από όλους.

«Είχε καταφέρει η Χριστίνα να μη θέλει να βλέπει καμία από εμάς, ούτε τη μητέρα μας. Ήταν τόσο χειριστικός, που προς τα έξω παρουσιαζόταν ως ο καλός και ήρεμος άνθρωπος, που δουλεύει, φροντίζει το σπίτι και τη γυναίκα του, ενώ στην πραγματικότητα δεν έκανε τίποτα. Η αδερφή μου τού τα παρείχε όλα. Δεν πήγαινε ούτε καν στο σούπερ μάρκετ. Παρ’ όλα αυτά, ποτέ δεν πίστεψα ότι θα της έκανε κακό, γιατί η Χριστίνα ήταν το ‘πορτοφόλι’ του» συνεχίζει.

Ακολούθως, λέει ότι η αδερφή της είχε ξαναφύγει στο παρελθόν και τότε εκείνος δεν πήγε καν στην αστυνομία να δηλώσει εξαφάνιση. «Πήρε τον πατέρα του και πήγαν να την βρουν. Τη δεύτερη φορά όμως, είπα αμέσως: ‘Κάποιες φορές πειράζουμε ακόμη και το πορτοφόλι μας’. Τον ρώτησα τι είχε κάνει στην αδερφή μου και εκείνος απάντησε ότι θα καλέσει την αστυνομία για να πει πως τον απείλησα. Αυτός ο άνθρωπος, ακόμα κι αν πέσω στα πόδια του να τον παρακαλέσω, δεν πρόκειται να πει τίποτα».

Λίγο πριν εξαφανιστεί η Χριστίνα, είχε ζητήσει δύο φορές χρήματα από τη μητέρα τους, προκειμένου όπως έλεγε να ταξιδέψει με τον σύζυγό της στην Αμερική. Την πρώτη φορά έλαβε 5.000 ευρώ, ενώ τη δεύτερη η μητέρα τους αρνήθηκε να της δώσει χρήματα.

Η τελευταία διαδρομή

Λίγο μετά τη μία το μεσημέρι της 24ης Οκτωβρίου 2017, η Χριστίνα Εξαρχουλέα μετά τον έντονο καυγά που είχε τον σύζυγό της κάνει ωτοστόπ στον κεντρικό δρόμο Στούπας – Καρδαμύλης – Κάμπου – Καλαμάτας, στο ύψος της Καρδαμύλης. Μία διερχόμενη οδηγός σταματά και τη μεταφέρει μέχρι τον Κάμπο Δυτικής Μάνης.

Η μάρτυρας που την μετέφερε δήλωσε στην εκπομπή: «Φεύγοντας από το Δημαρχείο Δυτικής Μάνης όπου εργάζομαι συνάντησα την Χριστίνα στην Καρδαμύλη, κοντά στο σχολείο, στο ρεύμα προς Καλαμάτα. Ήταν μόνη της, πεζή και μου έκανε σήμα να σταματήσω. Στην Καρδαμύλη το ωτοστόπ είναι κάτι συνηθισμένο. Την γνώριζα και την πήρα με το αυτοκίνητό μου, καθώς μου είπε πως πήγαινε προς τον Κάμπο…».

Η Χριστίνα είχε μαζί της ένα τσαντάκι τύπου μπανάνα στην μέση της και μια μαύρη σακούλα σκουπιδιών γεμάτη περίπου μέχρι τη μέση, αλλά φαινόταν ελαφριά. Θα μπορούσε να περιέχει λίγα ρούχα, σύμφωνα με τη μάρτυρα.

Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, το κινητό της τηλέφωνο χτύπησε τέσσερις με πέντε φορές, όμως εκείνη δεν απάντησε σε καμία κλήση. «Μου έκανε εντύπωση πως φαινόταν ενοχλημένη κάθε φορά που χτυπούσε το τηλέφωνο, αλλά δεν την ρώτησα ποιος την καλούσε γιατί δεν ήθελα να γίνω αδιάκριτη. Στον δρόμο δεν συζητήσαμε κάτι ιδιαίτερο πέρα από ότι πήγαινε εκεί να συζητήσει για μια δουλειά στα χωράφια».

Η διαδρομή κράτησε περίπου δεκαπέντε λεπτά και η μάρτυρας την άφησε έξω από το παλιό Δημαρχείο του Κάμπου. Τελευταία φορά την είδε λίγα λεπτά αργότερα. Μιλούσε στο κινητό και πήγαινε προς το κέντρο του χωριού.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, η μαρτυρία αυτή επιβεβαιώνεται χρονικά με την τελευταία ενεργοποίηση του κινητού τηλεφώνου της, στις 13:29 το μεσημέρι, από κεραία κινητής τηλεφωνίας που καλύπτει την περιοχή Σταυροπηγίου, Κάμπου και Μάλτας. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, το κινητό της τηλέφωνο δεν ενεργοποιήθηκε ποτέ ξανά.

Λίγη ώρα αργότερα, περίπου στις 13:45 το μεσημέρι , η Χριστίνα εντοπίζεται ξανά από διερχόμενο οδηγό ταξί. Αυτή τη φορά βρίσκεται στη στάση λεωφορείου, κοντά στη διασταύρωση για Μάλτα Δυτικής Μάνης, στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Καρδαμύλη, δηλαδή στον δρόμο δηλαδή της επιστροφής.

Ο οδηγός ταξί περιγράφει τα γεγονότα: «Εκείνη την ημέρα που είδα την Χριστίνα, γύριζα από την Καλαμάτα, θα πρέπει να ήταν περίπου 13:45 ώρα. Λίγο μετά το Σταυροπήγιο, στο ύψος της διασταύρωσης, που πάει για την Μάλτα υπάρχει μια στάση λεωφορείου, που έχει ένα κουβούκλιο για τη βροχή. Η Χριστίνα στεκόταν, όρθια, μόνη της, στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Καρδαμύλη, λίγα μέτρα μετά τη στάση και είχε μια διπλωμένη μαύρη σακούλα, την οποία την είχε κάτω από την μασχάλη της και δεν φαινόταν να είναι ούτε ογκώδης ούτε βαριά, θα πρέπει να είχε λίγα πράγματα μέσα και θα μπορούσε να είναι ακόμα και άδεια και να είναι απλά διπλωμένη. Από τη στάση του σώματός της, κατάλαβα ότι δεν περπατούσε, απλά στεκόταν και φαινόταν να θέλει να πάει προς Καρδαμύλη. Δεν μου έκανε κανένα σήμα να σταματήσω».

Οι Αρχές εκτιμούν ότι η Χριστίνα είχε αλλάξει πορεία και είχε πάρει τον δρόμο της επιστροφής προς το σπίτι. Δυόμισι ώρες αργότερα, γύρω στις 16:00, άλλη διερχόμενη οδηγός ταξί την βλέπει να κινείται πεζή κοντά στο Δημαρχείο, επί του κεντρικού δρόμου Στούπας – Καρδαμύλης – Κάμπου – Καλαμάτας. Περπατά στην άκρη του δρόμου, ακολουθώντας πορεία προς τη Στούπα, δηλαδή προς την κατεύθυνση όπου βρισκόταν το σπίτι της.

«Γύρω στις 16:00 θα πρέπει να είχαμε φτάσει στην Καρδαμύλη. Εκεί, στον κεντρικό δρόμο Στούπας – Καρδαμύλης – Καλαμάτας και στο ύψος μεταξύ του Δημαρχείου της Καρδαμύλης και του Κ.Ε.Π., είδα την Χριστίνα μόνη της, πεζή και βάδιζε στην πλευρά του ρεύματος κυκλοφορίας που οδηγεί προς Καλαμάτα, αλλά η πορεία της ήταν προς την Στούπα, δηλαδή, αντίθετα της πορείας των αυτοκινήτων. Περπατούσε επάνω στο πεζοδρόμιο και δεν υπήρχε κίνδυνος να την χτυπήσει κάποιο αυτοκίνητο, όταν την είδα. Δεν πρόσεξα κάτι περίεργο ούτε αν κρατούσε κάτι».

Για τις Αρχές, η διαδρομή που ακολούθησε εκείνη την ημέρα θεωρείται κρίσιμη. Όλα τα στοιχεία δείχνουν πως η Χριστίνα Εξαρχουλέα επέστρεφε στην οικία της, όπου βρισκόταν ο κατηγορούμενος σύζυγός της και εκεί τέλειωσε η ζωή της. Το πορτοφόλι-μπανάνα που φορούσε στη μέση της βρέθηκε εκεί όπως και τα γυαλιά της. Το μοναδικό πρόσωπο με το οποίο επικοινώνησε τηλεφωνικά την ημέρα της εξαφάνισής της ήταν εκείνος. Και μετά τις 13:29 το μεσημέρι της 24ης Οκτωβρίου 2017 καμία κλήση δεν καταγράφηκε ξανά από το κινητό της…