Θεατές σ’ ένα θέατρο κυβερνητικού παραλόγου υπήρξαν όσοι είδαν τη σημερινή συζήτηση στη Βουλή για τις υποκλοπές. Με μια κυβέρνηση φοβισμένη και στα σχοινιά, απομονωμένη πλήρως απ’ το υπόλοιπο κοινοβούλιο, με βουλευτές-παρίες μιας κυβέρνησης που ευτελίζει τους θεσμούς και μ’ έναν εισηγητή παρακολουθούμενο από τους «ιδιώτες» να ψελλίζει αστεία επιχειρήματα περί «εθνικής ασφάλειας», κατάφερε να μπλοκάρει το θέμα της εξεταστικής και να επιχειρήσει για άλλη μια φορά να «μπαζώσει» τα στοιχεία.

Το θέατρο του παραλόγου δεν ξεκίνησε σήμερα στη Βουλή αλλά μόλις δύο μέρες πριν όταν ο εισαγγελέας του Άρειου Πάγου, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας λειτουργώντας ως ο «υπεράνω κριτικής» και ως βασιλικότερος του βασιλέως αποφάνθηκε ότι δεν είναι υποχρέωσή του να απαντήσει σε ερωτήματα εκλεγμένων εκπροσώπων του λαού και αρνήθηκε να πάει στη Βουλή.

Το ίδιο θέατρο ολοκληρώθηκε σήμερα όταν ακούστηκαν αλλοπρόσαλλα επιχειρήματα τόσο από τον κ. Βορίδη, όσο από σειρά βουλευτών της ΝΔ που πήραν το λόγο από το βήμα της Βουλής, ενώ από το σχετικό «πάρτυ» δεν θα μπορούσε να λείπει και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης.

Το γιατί είναι αλλοπρόσαλλα τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε η κοινοβουλευτική πλειοψηφία είναι κάτι που έως και ένα 8χρονο παιδί μπορεί να αντιληφθεί. Ας δούμε τι λέει το κυβερνητικό αφήγημα.

Περί των 151 βουλευτών

Το 2022 όταν είχε ξεσπάσει το σκάνδαλο η εξεταστική έγινε κατόπιν ψήφισης του αιτήματος με το ελάχιστο των 120 βουλευτών. Η κυβέρνηση τότε είχε ψηφίσει παρών. Τόσο μεγάλη καούρα είχε να διαλευκανθεί το ζήτημα. Τώρα, που το αίτημα επανήλθε κι ενώ σύμφωνα με τον εισαγγελέα του Άρειου Πάγου (τον οποίο επικαλείται συνεχώς η κυβέρνηση) δεν έχουν υπάρξει νέα στοιχεία, η κυβέρνηση ζήτησε το μίνιμουμ των 151 βουλευτών προκειμένου να υπάρξει εξεταστική.

Στο εύλογο ερώτημα γιατί, η απάντηση είναι «εθνική ασφάλεια». Στην προηγούμενη εξεταστική η φράση-κλειδί ήταν η «επικαλούμαι το απόρρητο». Στο επόμενο εύλογο ερώτημα, μα γιατί δεν επικαλεστήκατε την «εθνική ασφάλεια» και το 2022 η κυβέρνηση απάντησε μέσω του κ. Μαρινάκη σήμερα: «υπάρχει και η εμπειρία από το 2022 μέχρι σήμερα, όπου η Αντιπολίτευση έχει αποδείξει, με την εμπειρία, μάλιστα, των προηγούμενων ημερών, ότι δεν σέβεται ούτε τους στοιχειώδεις κανόνες απορρήτου, εμπιστευτικότητας και μυστικότητας αυτών των συζητήσεων».

Δεν βρέθηκε βέβαια κάποιος να τον ρωτήσει εκείνη την ώρα: «πείτε μας κύριε εκπρόσωπε, ποιο είναι το τρομερό εθνικό μυστικό που έχει διαρρεύσει από την Αντιπολίτευση από το 2022 έως σήμερα;». Η απάντηση είναι κανένα. Το μόνο που έχει έρθει στο φως, είναι οι δημοσιογραφικές αποκαλύψεις που έχουν ξεσκεπάσει το γαλάζιο παρακράτος των υποκλοπών. Εκείνες που σε μεγάλο βαθμό αποδείχθηκαν και οδήγησαν το μονομελές πλημμελειοδικείο, αφενός στην καταδίκη των 4 ιδιωτών, αφετέρου στο αίτημα να διερευνηθούν ποινικά αδικήματα, μεταξύ αυτών και της κατασκοπείας.

Αίτημα που ο εισαγγελέας του Άρειου Πάγου, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, ο άνθρωπος που είχε υπογράψει 11 παρακολουθήσεις και παρ’ όλα αυτά δεν θεώρησε σωστό να δηλώσει κώλυμα και να αυτοεξαιρεθεί από την υπόθεση, την αρχειοθέτησε! Εν συνεχεία, όπως είπαμε και νωρίτερα, απαγόρευσε επί της ουσίας στον οποιονδήποτε να τον ρωτήσει για το θέμα, εκφράζοντας τη βούλησή του να μην παραστεί στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής.

Περί «εθνικής ασφάλειας»

Η πιο κραυγαλέα αντίφαση ωστόσο που εκθέτει την κυβέρνηση στο θέμα περί «εθνικής ασφάλειας» ήταν αυτή που συμπύκνωσε σε σειρά ερωτημάτων ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, μιλώντας στη Βουλή. «Υπάρχει κυβέρνηση στον κόσμο που δεν θα κινούσε “γη και ουρανό” να μάθει το τι συνέβη; Πολύ περισσότερο για λόγους εθνικής ασφαλείας! Που δεν θα έβαζε τις κρατικές της υπηρεσίες να τα κάνουν όλα “φύλλο και φτερό”; Κι όμως, υπάρχει: η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη! Αποδεικνύεται ότι “τζάμπα” κτύπησε το τηλέφωνο στις 3 το πρωί. Απλώς διέκοψαν τον ύπνο του… Εκτός, κι αν δεν υπήρχε καμία ανάγκη να κτυπήσει το τηλέφωνο…», ανέφερε μεταξύ άλλων ο κ. Σαμαράς, ο οποίος ας σημειωθεί ότι ήταν ανάμεσα στους στόχους του Predator.

Ο κ. Σαμαράς σημειώνει το εξής πρωτόγνωρο στα παγκόσμια δεδομένα. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση έχει παραδεχθεί πως υπήρξαν 4 ιδιώτες που έκαναν υποκλοπές, αλλά την ίδια ώρα ούτε ένα στέλεχός της δεν προχώρησε σε ένδικα μέσα εναντίον τους. Πέραν αυτού, δεν έγινε καμία έρευνα από την ΕΥΠ ή την ΕΛ.ΑΣ. για το υλικό των παρακολουθήσεων, που αυτό βρίσκεται και ποιο είναι. Η κυβέρνηση ουδέποτε έδωσε εξηγήσεις επ’ αυτών, αντιθέτως παραπέμπει μόνιμα στη…. Δικαιοσύνη, η οποία ομοίως δεν ασχολήθηκε με τα ζητήματα ενδεχόμενης κατασκοπείας, όπως είδαμε τόσο από τα πορίσματα του κ. Ζήση, όσο και από τη διάταξη του κ. Τζαβέλλα.

Σε πολιτικό επίπεδο, η εικόνα της κυβέρνησης στη Βουλή ήταν μια επίδειξη πολιτικού φόβου. Μια ωμή προσπάθεια να θαφτεί, πίσω από νομικίστικες ακροβασίες και επικλήσεις «εθνικής ασφάλειας», η ανάγκη να δοθούν απαντήσεις για το μεγαλύτερο θεσμικό τραύμα της μεταπολίτευσης: τις υποκλοπές.

Υποκρισία

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη πολιτική υποκρισία της κυβέρνησης Μητσοτάκη: όταν τη συμφέρει, επικαλείται τους θεσμούς· όταν οι θεσμοί ζητούν λογοδοσία, επικαλείται το απόρρητο. Όταν τη βολεύει, μιλά για διαφάνεια, όταν όμως η διαφάνεια απειλεί να αγγίξει το κέντρο της εξουσίας, ξαφνικά βαφτίζεται «ζήτημα εθνικής ασφάλειας».

Το μόνο που απομένει πλέον για να μην υπάρχει ούτε ένα φύλλο συκής ως προς τις προθέσεις εντιμότητας και διαλεύκανσης της υπόθεσης από την κυβέρνηση, είναι να φέρει και μια διάταξη -νύχτα κατά προτίμηση, όπως το έχει κάνει και στο παρελθόν- προκειμένου δικαστικές ποινές σαν αυτή του Ταλ Ντίλιαν, της συζύγου του Αλεξάνδρας Χάμου, του Γιάννη Λαβράνου και του Φέλιξ Μπίτζιου, να μετατραπούν από ποινές φυλάκισης, σε εξαγοράσιμες.

Εκεί θα έχει μπει και το τελευταίο κερασάκι στην τούρτα της συγκάλυψης με ευθύνη του Κυριάκου Μητσοτάκη.