Από μια απλή αλλά ουσιαστική απορία ξεκινά το νέο βιβλίο του Γιαν Μαρτέλ: τι απέγιναν όλοι εκείνοι που δεν είχαν ποτέ φωνή μέσα στις μεγάλες ιστορίες; Σε πρόσφατη συνέντευξή του στον The Guardian, ο συγγραφέας εξηγεί πώς αυτή η σκέψη έγινε η αφετηρία για ένα έργο που φέρνει στο προσκήνιο τους «αφανείς» της Ιστορίας, συνδέοντας το παρελθόν με το σήμερα.

Ένα νέο βιβλίο με φόντο την Τροία

Στο «Son of Nobody» [Γιος Κανενός], ο Γιαν Μαρτέλ επιστρέφει στον Τρωικό Πόλεμο, αλλά όχι από τη σκοπιά των ηρώων. Αυτή τη φορά επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία μέσα από τα μάτια ενός άγνωστου στρατιώτη, του Ψόα. Το κείμενο παρουσιάζεται ως ένα «χαμένο» ποίημα που ανακαλύπτει ένας ερευνητής στην Οξφόρδη, ο Χάρλοου Ντον.

Η αφήγηση κινείται σε δύο επίπεδα: από τη μία το ίδιο το ποίημα και από την άλλη η ζωή του ερευνητή — η κρίση στον γάμο του και η σχέση με τη μικρή του κόρη, την Έλεν — που ξεδιπλώνεται μέσα από υποσημειώσεις. Άλλοτε έχουν ακαδημαϊκό τόνο, άλλοτε είναι πιο προσωπικές, ακόμη και καθημερινές, συχνά με χιούμορ.

«Αυτό που με εντυπωσίασε ήταν ότι η ‘Ιλιάδα’ αφορά τους ισχυρούς. Είναι οι Μπιλ Γκέιτς και οι Τζέφρι Έπσταϊν της εποχής — άνθρωποι που έχουν την εξουσία και τσακώνονται μεταξύ τους. Και σκέφτηκα: τι γίνεται με τον απλό άνθρωπο; Με τον στρατιώτη που είναι αναλώσιμος; Με τη δική του φωνή;»

YouTube video player

Η «Ιλιάδα» από την πλευρά των «αφανών»

Η ιδέα γεννήθηκε όταν, μετά από παρότρυνση της συζύγου του, διάβασε για πρώτη φορά την «Ιλιάδα» σε μετάφραση του Στίβεν Μίτσελ. Όπως λέει, περίμενε κάτι «σεβαστό αλλά και λίγο βαρετό… ένα βιβλίο για μεγαλύτερους».

Αντί γι’ αυτό, τον απορρόφησε.

«Άρχισα να γεμίζω ιδέες. Αυτό που με εντυπωσίασε ήταν ότι η ‘Ιλιάδα’ αφορά τους ισχυρούς. Είναι οι Μπιλ Γκέιτς και οι Τζέφρι Έπσταϊν της εποχής — άνθρωποι που έχουν την εξουσία και τσακώνονται μεταξύ τους. Και σκέφτηκα: τι γίνεται με τον απλό άνθρωπο; Με τον στρατιώτη που είναι αναλώσιμος; Με τη δική του φωνή;»

Έτσι προέκυψε ο Ψόας: ένας κοινός άνθρωπος, έξω από τις ελίτ, για τις οποίες, όπως παραδέχεται, δεν τρέφει ιδιαίτερη συμπάθεια.

Θυμός, εξουσία και ο κόσμος του σήμερα

Ο Μαρτέλ βλέπει στο ομηρικό έπος κάτι πολύ πιο σύγχρονο απ’ όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά.

«Στην ουσία, είναι ένα βιβλίο για την αποτυχία διαχείρισης του θυμού», σημειώνει.

Και συνδέει άμεσα το παρελθόν με το παρόν: «Ζούμε σε έναν κόσμο με τον Τραμπ, τον Πούτιν, την Κίνα — και δεν είναι ευχάριστος. Το βιώνω καθημερινά ως πολίτης. Δεν θέλω, όμως, να γράψω κάτι που να το αντικατοπτρίζει άμεσα. Δεν με ενδιαφέρουν οι παρωδίες του Τραμπ — είναι ήδη μπροστά μου. Προτιμώ να κοιτάζω το παρελθόν, γιατί μας θυμίζει ότι έχουμε περάσει ξανά δύσκολες εποχές και επιβιώσαμε».

Λογοτεχνία ή φιλοσοφία;

Το ενδιαφέρον του για τα μεγάλα ερωτήματα ξεκινά από τη φιλοσοφία, που σπούδασε στο πανεπιστήμιο.

«Με συνεπήρε η ιδέα του τι είναι ομορφιά, τι είναι δικαιοσύνη, τι είναι πραγματικότητα», λέει.

Σε αντίθεση, η λογοτεχνία αρχικά του φαινόταν επιφανειακή: «Όταν διάβαζα τον Πέρσι Σέλεϊ να γράφει για ένα λουλούδι, σκεφτόμουν: δεν με νοιάζει καθόλου αυτό. Μου φαινόταν ασήμαντο μπροστά σε ερωτήματα όπως αν ο Θεός υπάρχει».

Αργότερα, όμως, μέσα από συγγραφείς όπως ο Τζόζεφ Κόνραντ, η Βιρτζίνια Γουλφ και η Γουίλα Κάθερ, ανακάλυψε τις δυνατότητες της αφήγησης.

«Οι ιστορίες χωράνε τα πάντα. Η φιλοσοφία είναι πιο περιορισμένη. Το ζήτημα είναι πώς τα συνδυάζεις».

«Δεν θέλω να γράψω κάτι που να το αντικατοπτρίζει άμεσα. Δεν με ενδιαφέρουν οι παρωδίες του Τραμπ — είναι ήδη μπροστά μου. Προτιμώ να κοιτάζω το παρελθόν, γιατί μας θυμίζει ότι έχουμε περάσει ξανά δύσκολες εποχές και επιβιώσαμε»

YouTube video player

Η απρόσμενη επιτυχία του «Η Ζωή του Πι»

Πριν από το «Η Ζωή του Πι», είχε ήδη εκδώσει δύο βιβλία με καλές κριτικές αλλά μικρή απήχηση. Δεν περίμενε ότι η ιστορία ενός ναυαγισμένου αγοριού και μιας τίγρης Βεγγάλης θα άλλαζε τα πάντα.

«Σκεφτόμουν: είναι ένα βιβλίο για τη θρησκεία, χωρίς ειρωνεία. Έχει ζώα — που συνήθως είναι για παιδικά βιβλία — και μάλιστα υπερασπίζομαι τους ζωολογικούς κήπους. Όλα αυτά δεν αρέσουν στον μέσο αναγνώστη. Αυτό το βιβλίο θα αποτύχει».

Αντίθετα, έγινε παγκόσμια επιτυχία.

Θυμάται, μάλιστα, μια αναγνώστρια που του είπε: «Ο Πι φροντίζει την τίγρη, τη ταΐζει, καθαρίζει μετά από αυτήν και μετά φεύγει χωρίς να πει αντίο. Είναι αυτό μεταφορά για τον γάμο;» Ο ίδιος δεν απαντά ξεκάθαρα — αλλά δεν το αποκλείει κιόλας.

Από το σινεμά στο θέατρο

Μιλώντας για τη μεταφορά του βιβλίου στον κινηματογράφο από τον Άνγκ Λι, εκτιμά ότι η ταινία έδωσε υπερβολική έμφαση στο θέαμα.

«Στην ουσία είναι ένα αστικό δράμα μέσα σε μια σωσίβια λέμβο, ανάμεσα σε δύο υπάρξεις που συνυπάρχουν δύσκολα», λέει.

Αντίθετα, ξεχωρίζει τη θεατρική διασκευή της Λολίτα Τσακραμπάρτι, που θεωρεί ότι απέδωσε καλύτερα την ουσία της ιστορίας.

YouTube video player

Η μνήμη και μια προσωπική διαδρομή

Η κουβέντα επιστρέφει συχνά στη μνήμη — αυτή τη φορά με έναν πολύ προσωπικό τρόπο.

Ο Μαρτέλ δουλεύει πάνω σε μια σειρά 52 μικρών κειμένων για τη μητέρα του, η οποία πάσχει από Αλτσχάιμερ και ζει σε δομή φροντίδας. Η απώλεια των αναμνήσεων, αλλά και των ανθρώπων γύρω της, τον ώθησε να προσπαθήσει να διασώσει τη ζωή της μέσα από τη γραφή.

«Συνήθως δουλεύω πάνω σε ένα μόνο πρότζεκτ. Αυτό προέκυψε απρόσμενα», λέει.

«Σαν μικρός θεός»

Για τον ίδιο, η γραφή παραμένει μια πράξη δημιουργίας.

«Γίνεσαι σαν ένας μικρός θεός. Παίρνεις διαφορετικά στοιχεία και τα ενώνεις — όπως ένας σεφ. Δημιουργείς κάτι από το τίποτα. Και αυτό είναι συναρπαστικό».

Κάπως έτσι, είτε γράφει για έναν άγνωστο στρατιώτη της αρχαιότητας είτε για τη μητέρα του στο σήμερα, ο Μαρτέλ επιστρέφει πάντα στο ίδιο ζητούμενο: να δώσει νόημα — και φωνή — σε όσα κινδυνεύουν να ξεχαστούν.

* Κεντρική φωτογραφία: Tim Fraser | The Globe and Mail