Η είδηση από πολλές απόψεις αντιστοιχούσε στο παραδοσιακό δημοσιογραφικό στερεότυπο της «βόμβας». Ένας από τους πρωτόδικα καταδικασθέντες στη δίκη για τις παράνομες υποκλοπές με χρήση του παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού Predator «ιδιώτες», ο ισραηλινός ιδιοκτήτης της Intellexa Ταλ Ντίλιαν, με δημόσια δήλωσή του στην εκπομπή Mega Stories της Δώρας Αναγνωστοπούλου είπε κάτι πολύ απλό: ότι η εταιρεία του προσφέρει το λογισμικό μόνο σε κυβερνήσεις και κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας. Μια δήλωση που η μόνη δυνατή κατανόησή της είναι ότι και στην Ελλάδα η αποδεδειγμένη χρήση του λογισμικού αυτού σχετίζεται προφανώς με προμήθεια του από τις ελληνικές υπηρεσίες ασφαλείας και την άμεσα υπαγόμενη στον Πρωθυπουργό Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών.

Η δήλωση αυτή ήρθε να καταφέρει ένα ακόμη κρίσιμο πλήγμα στη μυθολογία ότι υποκλοπές είναι μια υπόθεση που αφορούσε απλώς κάποιους «ιδιώτες», μυθολογία που δεν αναπαράχθηκε μόνο από την κυβερνητική πλευρά, αλλά, δυστυχώς, αποτέλεσε και το βασικό αποτύπωμα ενός ανώτατου εισαγγελικού πορίσματος που έκτοτε αποτελεί την μόνιμη επωδό της κυβερνητικής ρητορικής και το οποίο διαψεύστηκε από τα όσα κατάφερε να κάνει η εκδίκαση της υπόθεσης σε ένα μονομελές πρωτοδικείο. Μια μυθολογίας που δύσκολα μπορούσε να αντέξει την αναμέτρηση όχι μόνο με την κοινή λογική που υποδεικνύει ότι ένα λογισμικό που κοστολογείτο σε κλίμακα εκατομμυρίων δολαρίων δύσκολα μπορούσε να το είχε προμηθευτεί οποιοσδήποτε εκτός από έναν κρατικό φορέα, αλλά και όλα τα στοιχεία που υποδείκνυαν συναλλαγές των εμπλεκόμενων με το δημόσιο όπως και το ίδιο το γεγονός ότι σε αρκετές περιπτώσεις της στοχοποίησης με το κατασκοπευτικό λογισμικό είχε προηγηθεί και παρακολούθηση μέσω «νόμιμης επισύνδεσης» μέσω της ΕΥΠ (μια πρακτική που επίσης μόνο ως κατάχρηση των δυνατοτήτων των υπηρεσιών ασφαλείας μπορεί να περιγραφεί).

Το γεγονός ότι αυτή η είδηση για τις υποκλοπές αποσιωπήθηκε από το μεγαλύτερο μέρος των μέσων ενημέρωσης που περιλαμβάνονται σήμερα στο φιλοκυβερνητικό τμήμα της δημόσιας σφαίρας, στοιχείο που εκτός των άλλων αποτυπώνει και μια συστηματική προσπάθεια χειραγώγησης της ενημέρωσης, όπως και η παράλληλη άρνηση της κυβέρνησης να τοποθετηθεί πάνω στις νέες αποκαλύψεις – σε συνέχεια της άρνησης τοποθέτησης για τα όσα έγιναν στη δίκη των «ιδιωτών» –, δεν θα πρέπει να ερμηνευθούν ως απόδειξη του ότι το συγκεκριμένο ζήτημα δεν «αγγίζει» την κυβέρνηση. Το ακριβώς αντίθετο: αποτελεί μια απέλπιδα προσπάθεια αποφυγής της αναμέτρησης με το γεγονός ότι ζούμε μια στιγμή του τύπου «ο βασιλιάς είναι γυμνός».

Όλα αυτά αποτυπώνουν τελικά ότι η κυβερνητική πλευρά σήμερα πρωτίστως επενδύει σε έναν διάχυτο πολιτικό κυνισμό μέσα στην κοινωνία, που παίρνει τη μορφή της παραδοχής ότι ούτως ή άλλως «μας ακούνε» και ότι η πολιτική εξουσία περιλαμβάνει και αυτές τις τυπικά παράνομες δυνατότητες, κάτι που άλλωστε αποτυπώνει και η άρνηση των υπουργών που στοχοποιήθηκαν να ζητήσουν και από τη μεριά τους διερεύνηση της υπόθεσης. Πράγμα που σημαίνει ότι αυτό που αντιμετωπίζουμε τελικά είναι μια επικίνδυνη απόπειρα συστηματικού μιθριδατισμού στην παραβατικότητα της γενικευμένης επιτήρησης. Που ευτυχώς προς το παρόν δεν περνάει στην κοινωνία που στις δημοσκοπήσεις με συντριπτική πλειοψηφία απαιτεί να ερευνηθούν και τα πολιτικά πρόσωπα που εμπλέκονται στην υπόθεση.