Ακόμα κι αν έχει κανείς την πλήρη επίγνωση της βιαιότητας που εξαπέλυσε ο καταδικασμένος μαικήνας του Χόλιγουντ, Χάρβεϊ Γουάινσταϊν, είναι δύσκολο να μη νιώσει μία θλίψη, αν όχι και συμπόνοια διαβάζοντας τη συνέντευξη που παραχώρησε στο Hollywood Reporter μέσα από τη φυλακή Ράικερς. Κι αυτό γιατί μέσα στην έπαρση, την ασυναισθησία, τις ψευδαισθήσεις που τον διακατέχουν και τη συνεχιζόμενη διαπραγμάτευση για τα κρίματά του, διαφαίνονται σε στιγμές πιο οικουμενικές αλήθειες:

«Έχω καρκίνο στον μυελό των οστών. Πεθαίνω εδώ. Και η ιδέα του εισαγγελέα είναι μάλλον να πεθάνω στη φυλακή. Αλλά πεθαίνω.»

Μιλώντας στον παλιό του γνώριμο συνεντευξιαστή από την εποχή που αποτελούσε τον εστεμμένο βασιλέα του «ανεξάρτητου» -ας πούμε- αμερικανικού κινηματογράφου, ο Γουάινσταϊν έχει πια άλλες ιστορίες να πεί, οι οποίες έχουν απεκδυθεί εκείνη την αίγλη του παλαιού.

Αφηγείται την απομόνωση στην οποία ζει και το γεγονός ότι κινδυνεύει μέσα στο περιβάλλον της φυλακής. Την κλονισμένη υγεία του, το έμφραγμα, το αμαξίδιο, τον καρκίνο. Τη μοναξιά. Τα κλασικά μυθιστορήματα του Χέμινγουεϊ και του Φιτζέραλντ που διάβαζε στο σχολείο και την αίσθηση που του δίνουν, τώρα που τα ξαναπιάνει στα 73 του πίσω από τα κάγκελα μιας φυλακής υψίστης ασφαλείας. Την ντροπή και απομάκρυνση των παιδιών του. Ακόμα κι ένα ίχνος τύψεων που γρήγορα βέβαια καταπνίγεται, όταν ξεκινά η συζήτηση για τις πράξεις και τα θύματά του.

Ξεκινώντας με τις πρώτες καταγγελίες εναντίον του, ο Χάρβεϊ Γουάινσταϊν σταμάτησε να είναι άνθρωπος. Έγινε το διεθνές σύμβολο της σεξουαλικής κακοποίησης, της κατάχρησης εξουσίας, της πατριαρχίας όταν αυτή θωρακίζεται περαιτέρω με την αίγλη του χρήματος, του στάτους και των προσβάσεων.

Η υπόθεση του προκάλεσε ένα αντιληπτικό σοκ το οποίο απλώθηκε σχεδόν σε όλο τον κόσμο. Μία ξαφνική αφύπνιση που εξανάγκασε -έστω στιγμιαία και με πολλές μετέπειτα οπισθοχωρήσεις- σε μία γωνία θέασης της έμφυλης βίας μέσα από τις αισθήσεις των θυμάτων. Η υπόθεση Γουάινσταϊν έγινε η αιτία ανάφλεξης του #metoo, το οποίο παρά τις αντιεξεγέρσεις που το ακολούθησαν αργότερα με τη μορφή των κινημάτων ανδρικών δικαιωμάτων και τα συναφή, άφησε μια παρακαταθήκη που δύσκολα ξηλώνεται, ιδίως όσο εξακολουθεί να γίνεται αντικείμενο υπεράσπισης στον δρόμο.

Κοινώς, ο Χάρβεϊ Γουάινσταϊν ως κακοποιητής έγινε κάτι πολύ σημαντικότερο από αυτό που αντιστοιχούσε στη φτιαξιά του.

Όχι ότι κάποτε δεν έλαμψε· ή τουλάχιστον ότι δεν τον έχτισαν να λάμπει δημοσιογράφοι σαν τον τωρινό ανακριτή του και το μέσο που τώρα φιλοξενεί την πρωτοπρόσωπη αφήγηση της έκπτωσής του. Ήταν ο παραγωγός του Κουέντιν Ταραντίνο και των περισσότερων δημιουργών που αναγέννησαν το αμερικανικό σινεμά από τις στάχτες του New Hollywood τη δεκαετία του 1990. Ο χαρισματικός και πληθωρικός τύπος με όλες τις σκοτεινές του πλευρές – αντίφαση που ακόμα και στο απόγειο του j’accuse πολλά μέσα επέλεγαν να αφηγηθούν ως γοητευτική.

Ο τρόπος που αυτοπαρουσιάζεται, με τη βοήθεια του μέσου που τον φιλοξενεί, θυμίζει αυτούς τους σκληρούς και απάνθρωπους πατριάρχες στα μυθιστορήματα του Φώκνερ, που έχοντας καταστρέψει τους πάντες γύρω τους, μένουν μόνοι τους περιτριγυρισμένοι από τον θάνατο σε μέγαρα που σαπίζουν αδειασμένα από ζωή στον αμερικανικό Νότο.

Ακόμα περισσότερο, η συνέντευξη του Γουάινσταϊν αποπνέει έναν αέρα μιας παρελθούσας αίγλης στον κόσμο του θεάματος. Σαν μια Μπλανς Ντιμπουά, μια Μπέιμπι Τζέιν, μια Νόρμα Ντέσμοντ για την εποχή του streaming: το λείψανο μιας περασμένης εποχής, η προσωπική τραγωδία του οποίου δεν έχει καμία σημασία αυτούσια, παρά συμβολίζει την οδύνη του περάσματος από μία μόδα του θεάματος σε μία άλλη.

Αυτή η ατμόσφαιρα μάλιστα χτίζεται εμπρόθετα. Ο Γουάινσταϊν ερωτάται για την ύβρη που διέπραξε, όπως στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες. Για τις αλλαγές στο Χόλιγουντ απ’ όταν ο ίδιος ήταν ενεργός. Για τις ταινίες παραγωγής του για τις οποίες είναι περισσότερο περήφανος. Για το αν θα αντάλλαζε τη ζωή του με μια πιο φυσιολογική. Οι ερωτήσεις τον καλούν να νοσταλγήσει τα περασμένα μεγαλεία του.

Η αλήθεια είναι ότι απ’ όταν ξέσπασε η υπόθεση Γουάινσταϊν, οι μαρτυρίες των θυμάτων δείχνουν έναν άνθρωπο μικροπρεπή και κομπλεξικό, έναν μπίζνεσμαν με έπαρση που δεν υποστηρίζεται ούτε στοιχειωδώς από κάποιο αντίστοιχο ταλέντο. Και μάλιστα, η φρικιαστική βία την οποία εξαπέλυσε κατά τόσων γυναικών, ο τρόμος που διέσπειρε, οι ζωές τις οποίες κατέστρεψε και οι προσωπικότητες που τραυμάτισε, είχαν απόλυτη και σφιχτή σύνδεση σε κάθε στιγμή με τη μετριότητα και τη μικροπρέπειά του.

Ακόμα και γι’ αυτό το τέρας όμως, πολύ επηρμένο κι ανόητο για να καταλάβει τι έκανε, πολύ ανίκανο για να επιβιώσει όταν έρχεται αντιμέτωπο με τις ευθύνες του, πολύ αμαρτωλό για να εξιλεωθεί με οποιονδήποτε τρόπο, η εμπειρία που κομίζει από την τιμωρία της φυλακής, το μόνο πράγμα που χαρίζει με ειλικρίνεια ως συνεντευξιαζόμενος, μοιάζει υπερβολικά και αναντίστοιχα σκληρό ως απάντηση σε οτιδήποτε θα μπορούσε να διαπράξει ένας άνθρωπος.