Στις 26 Φεβρουαρίου 1926 γεννήθηκε στη Γαστούνη, κωμόπολη του κάμπου της Ηλείας, ο Νίκος Καχτίτσης, ο άτυχος αγνοημένος των ελληνικών γραμμάτων, όπως τον χαρακτήρισε η πατρινή λογοτέχνιδα και παιδική του φίλη Μαρία Μανωλάκου.

Ήταν το πέμπτο από τα έξι παιδιά του Θωμά και της Μελπομένης Καχτίτση (το γένος Λογοθέτη). Ο πατέρας του, με καταγωγή από την Κόνιτσα, ήταν σιδηροδρομικός και την περίοδο εκείνη υπηρετούσε στη Γαστούνη.


Ο Καχτίτσης πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στη Μανωλάδα, τον Πύργο και την Πάτρα.

Από τα μαθητικά του χρόνια έδειξε ζωηρό ενδιαφέρον όχι μόνο για το γράψιμο αλλά και για την τυπογραφία, και εξέδωσε πολλά χειρόγραφα μαθητικά και νεανικά περιοδικά, στα οποία έγραφε σχόλια και μικρά αφηγήματα.

Έφηβος ακόμα, το 1941, δημοσίευσε κείμενό του σε περιοδικό, ενώ προσέγγισε από πολύ νωρίς την ευρωπαϊκή λογοτεχνία.


Πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1945 (με το ψευδώνυμο Δ. Βαλέρνης, στο περιοδικό «Παλμός»), ενώ ακολούθησαν δημοσιεύσεις νεανικών κειμένων του σε περιοδικά του Πύργου, της Πάτρας και της Αθήνας.

Η Κατοχή και ο Εμφύλιος στην Πάτρα, καθώς και η θητεία του στο στρατό, σφράγισαν ανεξίτηλα τον ψυχισμό του και επέτειναν την τάση φυγής που διαρκώς τον διακατείχε.

Την περίοδο 1953-1955 μετανάστευσε στην Αφρική, όπου εργάστηκε σε εμπορική εταιρεία.

Το 1956 εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Μόντρεαλ του Καναδά, όπου νυμφεύτηκε τη Θάλεια Τσαπουλάρη, απέκτησε οικογένεια (ο γιος του, Θωμάς – Κωνσταντίνος, γεννήθηκε το 1962) και εξασφάλισε τα προς το ζην ασκώντας διάφορα επαγγέλματα.


Την περίοδο της διαμονής του στον Καναδά συνεργαζόταν με το περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Διαγώνιος», ενώ στο σπίτι του είχε στήσει ολόκληρο τυπογραφείο.

Στον περιορισμένο ελεύθερο χρόνο του επιδιδόταν με πάθος στα δύο εκείνα πράγματα που κατεξοχήν τον έτρεφαν: τη λογοτεχνία και την αλληλογραφία με τους φίλους του.

Χτυπημένος από οξεία λευχαιμία, ο Καχτίτσης αναχώρησε για το στερνό ταξίδι, το πρώτο στην Ελλάδα έπειτα από δεκατέσσερα χρόνια, στις 16 Μαΐου 1970.

Εξέπνευσε στην Πάτρα εννέα ημέρες αργότερα, στις 25 Μαΐου 1970.


Στο έργο του Καχτίτση είναι εμφανείς οι επιδράσεις των ρευμάτων του ευρωπαϊκού αισθητισμού και συμβολισμού. Το έργο του συνδέεται επίσης με τη μεταπολεμική πεζογραφική παραγωγή της Θεσσαλονίκης, κυρίως δε με τον εσωτερικό μονόλογο της λεγόμενης Σχολής της Θεσσαλονίκης.

Στην αφηγηματική τεχνική ο Καχτίτσης συνδυάζει την παρωδία και την ανατροπή των κλασικών τεχνικών αφήγησης.

Τα πεζά αλλά και τα λιγοστά ποιήματά του διακατέχονται από μια διαρκή αγωνία και ένα άγχος που συνθλίβει τον άνθρωπο. Οι ήρωές του είναι παγιδευμένοι στις ενοχές που προκαλεί ένα μακρινό παρελθόν και αδυνατούν να απεμπλακούν από την κατάσταση αυτήν.


Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το έργο του Καχτίτση κινείται στα όρια ενός ιδιότυπου μοντερνισμού, στη μεθόριο ανάμεσα στο μοντέρνο και το μεταμοντέρνο.

Στα σημαντικότερα δημιουργήματά του συγκαταλέγονται τα ακόλουθα: «Ποιοι οι φίλοι» (1959), «Η ομορφάσχημη» (1960), «Το ενύπνιο» (1960), «Ο εξώστης» (1964), «Η περιπέτεια ενός βιβλίου» (1965), «Ο ήρωας της Γάνδης» (1967).

Στον Νίκο Καχτίτση, και δη στον νεαρό ακόμα λογοτέχνη, είχε αφιερώσει ένα άρθρο της η δημοσιογράφος – βιβλιοκριτικός Μικέλα Χαρτουλάρη το 2002. Έφερε τον τίτλο «Η άγνωστη Αουρόρα» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Τα Νέα» το Σαββατοκύριακο 17-18 Αυγούστου 2002.


«ΤΑ ΝΕΑ», 17-18.8.2002, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Στο ενδιαφέρον αυτό κείμενο διαβάζουμε τα εξής:


Υπάρχουν δάσκαλοι και δάσκαλοι. Οι πρώτοι σημαδεύουν τον μαθητή, ανοίγουν τους ορίζοντές του, αφυπνίζουν τα ενδιαφέροντά του, κινητοποιούν την περιέργειά του, μετατρέπουν την υποχρεωτική γνώση σε απόλαυση. Οι δεύτεροι απλώς κάνουν (ή μισοκάνουν) τη δουλειά τους. Στους πρώτους ανήκει η Αλεξάνδρα Μπουφέα, φιλόλογος, σε (δημόσιο) Λύκειο στα Βριλήσσια, με 15 χρόνια θητεία στη Μέση Εκπαίδευση, που έχει καταφέρει να κάνει τους μαθητές της να… ξεχάσουν ότι είναι μαθητές. Πώς; Ξεναγώντας τους στο πάθος της για τη νεοελληνική λογοτεχνία, προσκαλώντας συγγραφείς ως ομιλητές στο σχολείο, μοιράζοντας πληροφοριακό υλικό για λογοτέχνες και το έργο τους, προσεγγίζοντας το εκάστοτε θέμα όχι σαν σχολική ύλη, αλλά σαν ανάγνωσμα. Και τα καταφέρνει, ίσως διότι κι εκείνη δεν αισθάνθηκε ποτέ να έχει «κλείσει» ως διδασκόμενη. Πρόσφατα ολοκλήρωσε μάλιστα μια διατριβή για τα λογοτεχνικά περιοδικά της Κατοχής, που θα εκδοθεί από τον Σοκόλη. Εκεί ανακάλυψε θησαυρούς. Όπως το πρώτο κείμενο με το οποίο εμφανίστηκε στον λογοτεχνικό στίβο ο Νίκος Καχτίτσης, με το ψευδώνυμο Δ. Βαλέρνης. Ήταν τον Μάρτιο του 1945, στο περιοδικό «Παλμός», το πιο καταξιωμένο νεανικό περιοδικό της εποχής μαζί με τη «Νεανική Φωνή».


Η Αλεξάνδρα Μπουφέα

Ο Νίκος Καχτίτσης είναι από εκείνους τους συγγραφείς που αξίζει κανείς να ξαναδιαβάσει ή να ανακαλύψει. Όχι μόνο γιατί είναι ένας τεχνίτης του λόγου, αλλά και γιατί με κύριο στοιχείο τη φαντασία του πλάθει έναν παράδοξο, παράξενο κι αλλόκοτο κόσμο, βαθύτερα αληθινό από τον πραγματικό. Κάτι που δίνει μέτρο στην εποχή μας, της βασιλείας του ντοκουμέντου. Δονκιχωτική φύση, πρόωρα χαμένος —πέθανε το 1970, σε ηλικία 44 χρόνων, στη γενέτειρά του, Πάτρα, αφού ταξίδεψε στην Αφρική, στην κεντρική Ευρώπη και εγκαταστάθηκε στο Μόντρεαλ— δεν είχε πάει ποτέ στη Γάνδη, που την περιγράφει ωστόσο λεπτομερώς στο κορυφαίο μυθιστόρημά του «Ο ήρωας της Γάνδης». Όπως μας επισημαίνει η Α. Μπουφέα, όταν εμφανίζεται ως Βαλέρνης είναι 19 χρόνων και γνωστός ήδη στον μαθητόκοσμο της Πάτρας ως «η ακαταλαβίστικη πέννα του Α’ Αρρένων». Αν όμως προσέξει κανείς, «το ύφος του προμηνύει τόσο τις μετέπειτα γνώριμες φαντασιώσεις του, που υπερβαίνουν τα όρια και αγγίζουν την παραίσθηση, όσο και τους ανέφικτους έρωτες που τον καταδυναστεύουν».


«Λυγμοί για την Αουρόρα» (σ.σ. η προσωποποίηση της αυγής στη ρωμαϊκή μυθολογία, αντίστοιχη της θεότητας Ηούς των αρχαίων Ελλήνων) τιτλοφορεί ο Καχτίτσης αυτό το αθησαύριστο (σ.σ. που δεν έχει καταγραφεί ή συλλεγεί) κείμενο που πρωτοδημοσιεύουμε: «Ντύθηκα με την κομψή μου περιβολή, πότισα τον γιακά μου με χτυπητό άρωμα και κρυφοκοιτάζω το είδωλό μου στον καθρέφτη. Με επίσημο ύφος: Σε περιμένω τάχα να εμφανιστείς στην πόρτα, ψηλή, με φουντωτή φούστα, με λεπτή μέση, με υψωμένους τους ώμους. Έτσι περνάω τώρα τα καλοκαιρινά μεσημέρια. Πρέπει αυτές οι πηχτές κουρτίνες τα καλοκαίρια να φεύγουν από τα παράθυρα, γιατί ενισχύουν τη ζέστη και ιδρώνω. Και αυτή, με μακριά μαύρα μαλλιά, η τυλιγμένη με πορφυρό μαντύα, που —καβάλα σ’ ένα καφετί βόιδι, οδηγείται από έναν γυμνό Ινδό μέσα σε παρθένα δάση— να φύγει κι αυτή! Έχω κουραστεί μ’ αυτούς τους υπολογισμούς — πούθε έρχονται κατά πού πηγαίνουν και να θαυμάζω μετά, τη φαντασία μου. Τα άσπρα φύλλα από τις κλάρες τις μανόλιες πήραν το χρώμα της σκουριάς και πέφτουν.

— Θα μείνετε έτσι, αυτού, μέχρι που να μαραθείτε εντελώς! Γιατί πια δεν υπάρχει ένα κέρινο χέρι που να σας συνάζει ευλαβικά, να σας κλειδώνει —για ενθύμιο!— μέσα σε αρωματικές κασετίνες από βυσσινί ξύλο».

Στην κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου, ο Νίκος Καχτίτσης σε σχέδιο του Ανακρέοντος Καναβάκη (πηγή: «ΤΟ ΒΗΜΑ», 19.5.1985, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»).