Από τον Έπσταϊν στις αρχαιότητες των Χμερ: Οι σκιές γύρω από τη συλλογή του Λέον Μπλακ
Έγγραφα του αμερικανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης που δημοσιοποιήθηκαν στο πλαίσιο της υπόθεσης Έπσταϊν αποκαλύπτουν λεπτομέρειες για καμποτζιανές αρχαιότητες στη συλλογή του Λέον Μπλακ, εγείροντας ερωτήματα για την προέλευσή τους
Τα πρόσφατα δημοσιοποιημένα αρχεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ για την υπόθεση του Τζέφρι Έπσταϊν αποκάλυψαν, μεταξύ άλλων, λεπτομέρειες για τη μεγάλη συλλογή έργων του Βίνσεντ βαν Γκογκ που είχε συγκεντρώσει ο Λέον Μπλακ, αλλά και σοβαρές καταγγελίες σε βάρος του.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει το Bloomberg Businessweek, τα ίδια έγγραφα φωτίζουν και μια διαφορετική, λιγότερο προβεβλημένη πτυχή της δραστηριότητας του Αμερικανού επενδυτή: την κατοχή αρχαιοτήτων της αυτοκρατορίας των Χμερ, ορισμένες από τις οποίες ενδέχεται να συνδέονται με τη μακρόχρονη υπόθεση λεηλασίας καμποτζιανών μνημείων την περίοδο του εμφυλίου και της κυριαρχίας των Ερυθρών Χμερ.
Στα εκατομμύρια των εγγράφων περιλαμβάνονται απογραφές έργων τέχνης που φέρεται να κατείχε ο δισεκατομμυριούχος συλλέκτης και πρώην διευθύνων σύμβουλος της Apollo Global Management. Ο Μπλακ είχε καταβάλει μεγάλα ποσά στον Έπσταϊν για φορολογικό και κληρονομικό σχεδιασμό, ενώ, σύμφωνα με τα αρχεία, τον κρατούσε ενήμερο και για τον σχεδιασμό της καλλιτεχνικής του συλλογής.
Γνωστός για την απόκτηση εμβληματικών έργων —όπως παστέλ εκδοχή της «Κραυγής» του Έντβαρντ Μουνκ— ο Μπλακ φαίνεται ότι επένδυσε και σε γλυπτά της περιόδου των Χμερ, του πολιτισμού που δημιούργησε το Άνγκορ Βατ και άλλους μνημειακούς ναούς στην Καμπότζη.
Βισνού
Η απογραφή «Narrows» και τα 28 εκατομμύρια δολάρια
Το βασικό νέο στοιχείο βρίσκεται σε ένα υπολογιστικό φύλλο μισής σελίδας με τίτλο «Leon Black / Narrows South East Asian Art Inventory». Το «Narrows» παραπέμπει σε επενδυτικό όχημα που συνδέεται με τον Μπλακ, του οποίου η περιουσία εκτιμάται στα 17,2 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με τον δείκτη Bloomberg Billionaires.
Το έγγραφο απαριθμεί 12 χάλκινα και λίθινα αντικείμενα. Μεταξύ αυτών:
- Ένα άγαλμα του ινδουιστικού θεού Βισνού, ύψους 130 εκατοστών, με τιμή αγοράς 3,1 εκατομμύρια δολάρια.
- Μια μορφή του Μαϊτρέγια, ύψους 78 εκατοστών, που αποκτήθηκε για 3,2 εκατομμύρια, με εκτιμώμενη αγοραία αξία 4 εκατομμύρια.
- Ένα χάλκινο άγαλμα του Σίβα, το οποίο φέρεται να αγοράστηκε για 7 εκατομμύρια δολάρια — ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο ένα τέταρτο της συνολικής εκτιμώμενης αξίας της συλλογής, η οποία ανέρχεται λίγο κάτω από τα 28 εκατομμύρια.
Οι τιμές αυτές, σημειώνει το Bloomberg Businessweek, θα κατέτασσαν ορισμένα από τα έργα ανάμεσα στις ακριβότερες αρχαιότητες της Νοτιοανατολικής Ασίας που έχουν διατεθεί ποτέ στην αγορά.
Η απογραφή φέρει ημερομηνία Απριλίου 2014. Δεν είναι σαφές ποια από τα έργα παραμένουν σήμερα στην κατοχή του Μπλακ.
Η σκιά του εμφυλίου και το προηγούμενο Sotheby’s
Η Καμπότζη βυθίστηκε σε παρατεταμένη ένοπλη σύγκρουση από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, όταν η εξέγερση των Ερυθρών Χμερ εξελίχθηκε σε εμφύλιο πόλεμο που οδήγησε στην κατάληψη της εξουσίας το 1975. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, και ιδιαίτερα όταν η χώρα άνοιξε σταδιακά προς τον έξω κόσμο, όλες οι πλευρές χρηματοδοτούσαν τη δράση τους εν μέρει μέσω της λεηλασίας αρχαιολογικών χώρων και της πώλησης έργων τέχνης στη διεθνή αγορά.
Το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ άρχισε να ασχολείται εντατικά με το ζήτημα γύρω στο 2012, όταν ο οίκος Sotheby’s επιχείρησε να δημοπρατήσει στη Νέα Υόρκη ένα σημαντικό γλυπτό των Χμερ, γνωστό ως «Ντουριόντανα». Έρευνες έδειξαν ότι το έργο είχε αφαιρεθεί το 1972 από τον ναό Κο Κερ, σε μια από τις πιο βίαιες φάσεις του πολέμου. Τελικά, ο οίκος συμφώνησε να το επιστρέψει στην Καμπότζη.
Επτά χρόνια αργότερα, οι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς απήγγειλαν κατηγορίες για απάτη και συνωμοσία κατά του Βρετανού εμπόρου αρχαιοτήτων Ντάγκλας Λάτσφορντ, ο οποίος θεωρήθηκε κεντρική μορφή στη διακίνηση λεηλατημένων καμποτζιανών έργων. Ο Λάτσφορντ πέθανε το 2020 πριν δικαστεί και η οικογένειά του συμφώνησε να επιστρέψει τη συλλογή του στην Καμπότζη.
Το άγαλμα του Σίβα και οι αλληλογραφίες
Το πιο ακριβό έργο της απογραφής του Μπλακ — το άγαλμα του Σίβα των 7 εκατομμυρίων δολαρίων — παρουσιάζει, κατά το Bloomberg Businessweek, έμμεση σύνδεση με τον Λάτσφορντ. Ένα χάλκινο άγαλμα ίδιου ύψους (110 εκατοστά) και χρονολογίας (1044 μ.Χ.) περιλαμβάνεται σε βιβλίο που είχε εκδώσει ο Λάτσφορντ το 2004, όπου χαρακτηρίζεται «ένα από τα σημαντικότερα χρονολογημένα χάλκινα των Χμερ».
Στα αρχεία Έπσταϊν αναφέρεται ότι ο Μπλακ αγόρασε το δικό του Σίβα τον Ιούλιο του 2013 — περίοδο κατά την οποία η υπόθεση Sotheby’s βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη και συγκέντρωνε έντονο ενδιαφέρον.
Επιπλέον, επιχειρησιακά αρχεία του Λάτσφορντ που επικαλείται το Bloomberg δείχνουν ότι την ίδια περίοδο αλληλογραφούσε με τον λονδρέζο έμπορο Τζον Έσκενάζι για πώληση παρόμοιου χάλκινου έργου. Σε μήνυμα σχετικά με καθυστέρηση πληρωμής, ο Λάτσφορντ φέρεται να έγραφε ότι, εάν δεν λάμβανε σύντομα τα χρήματα, θα επικοινωνούσε με τον αγοραστή — «Λέον Μπλακ».
Σε άλλη ανταλλαγή μηνυμάτων, μετά την ακύρωση αγοράς από αυστραλιανό μουσείο λόγω ανεπαρκούς τεκμηρίωσης προέλευσης, προτάθηκε να επιχειρηθεί πώληση του έργου στον Μπλακ.
Μαϊτρέγια
Η θέση του Λέον Μπλακ και το ευρύτερο πλαίσιο
Εκπρόσωπος του Μπλακ δήλωσε στο Bloomberg Businessweek ότι ο συλλέκτης «κατέχει πολύ μικρό αριθμό καμποτζιανών έργων τέχνης, τα οποία αποκτήθηκαν μέσω αναγνωρισμένου και αξιόπιστου εμπόρου». Όπως ανέφερε, συνεργάστηκε πλήρως με την έρευνα του Υπουργείου Δικαιοσύνης που διεξήχθη πριν από περίπου πέντε χρόνια και παρείχε όλα τα ζητούμενα στοιχεία.
Η κυβέρνηση της Καμπότζης θεωρεί ότι έργα των Χμερ σε αμερικανικές συλλογές πρέπει να αντιμετωπίζονται ως παράνομα εκτός εάν αποδειχθεί το αντίθετο. Νομικοί εκπρόσωποι της χώρας, σύμφωνα με το Bloomberg, σημειώνουν ότι τα νέα έγγραφα «παρέχουν πολύ περισσότερες λεπτομέρειες και εγείρουν σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την έκταση και την προέλευση των έργων».
Παρότι τα έργα της Νοτιοανατολικής Ασίας αποτελούν μικρό μόνο μέρος της γνωστής συλλογής του Μπλακ — η οποία περιλαμβάνει έργα αξίας άνω του 1,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων — τα έγγραφα δείχνουν επίσης ότι ο Έπσταϊν είχε ενεργό ρόλο στη διαχείριση και στον σχεδιασμό της συλλογής. Σε μία περίπτωση, το 2014, συντόνισε τη δημιουργία εταιρικού σχήματος για την από κοινού κατοχή έργου 25 εκατομμυρίων δολαρίων από τον Μπλακ και τον Ρόναλντ Λόντερ. Σε άλλη ανταλλαγή email, σύμβουλος ενημέρωνε τον Έπσταϊν για σχέδια που αφορούσαν ακόμη και τη μελλοντική δημιουργία «Μουσείου Οικογένειας Μπλακ».
Η απάντηση του Έπσταϊν, σύμφωνα με τα δημοσιοποιημένα αρχεία, ήταν σύντομη: «Thanks you are on the right track [Ευχαριστώ, είσαι στον σωστό δρόμο]».
- Ψάχνει σπουδαία ανατροπή στο Λεβερκούζεν ο Ολυμπιακός
- Σμαράγδα Καρύδη – Γιώργος Καπουτζίδης: Το μαγικό τους ταξίδι στη Σρι Λάνκα
- Hydra in the Spotlight as Brad Pitt Films on Island
- Συγκλονίζει η Βον: «Το χειρουργείο μετά το ατύχημα με έσωσε από τον ακρωτηριασμό»
- Παπασταύρου από ΗΠΑ: Το ρωσικό αέριο δεν πρέπει να επανεισέλθει στην Ευρώπη από την «πίσω πόρτα»
- Στρατιωτική θητεία: Από σήμερα σε εφαρμογή το νέο μοντέλο – Όλα όσα αλλάζουν

