Περίπου 105.000 νέες διαγνώσεις καρκίνου κάθε χρόνο στην Ιταλία συνδέονται άμεσα με το κάπνισμα. Πρόκειται για κάτι περισσότερο από το ένα τέταρτο όλων των περιστατικών, έναν αριθμό που αποτυπώνει με σκληρό τρόπο το βάρος του καπνού στη δημόσια υγεία και επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για πιο αυστηρά και αποτελεσματικά μέτρα πρόληψης.

Σε αυτό το πλαίσιο, μια πρωτοβουλία με έντονο πολιτικό και κοινωνικό αποτύπωμα επιχειρεί να αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού. Περισσότεροι από 18.000 Ιταλοί πολίτες έχουν ήδη υπογράψει υπέρ της πρότασης νόμου λαϊκής πρωτοβουλίας για αύξηση κατά 5 ευρώ της τιμής όλων των προϊόντων καπνού και εισπνεόμενης νικοτίνης. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί στο 35% των 50.000 υπογραφών που απαιτούνται για να φτάσει η πρόταση στο Κοινοβούλιο – ένα σημαντικό πρώτο βήμα, αλλά όχι αρκετό.

Η καμπάνια, η πρώτη τέτοιου είδους που υλοποιείται ποτέ στη χώρα, στηρίζεται από την Associazione Italiana di Oncologia Medica, τη Fondazione AIRC, τη Fondazione Umberto Veronesi και τη Fondazione AIOM. Στόχος της δεν είναι μόνο η αποθάρρυνση του καπνίσματος, αλλά και η εξεύρεση πρόσθετων πόρων για το εθνικό σύστημα υγείας, σε μια περίοδο όπου οι ανάγκες αυξάνονται διαρκώς.

Το κάπνισμα παραμένει ο σημαντικότερος μεμονωμένος παράγοντας κινδύνου για την εμφάνιση καρκίνου. Περίπου το 27% όλων των περιστατικών στην Ιταλία αποδίδεται άμεσα σε αυτό, ενώ συνολικά πάνω από το 40% των θανάτων από καρκίνο σχετίζεται με τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου: κάπνισμα, κατανάλωση αλκοόλ, ανθυγιεινή διατροφή, υπερβολικό βάρος και παχυσαρκία.

Παρά τα επιστημονικά δεδομένα, η εικόνα των συνηθειών παραμένει ανησυχητική. Σχεδόν ένας στους τέσσερις ενήλικες καπνίζει, το 33% του πληθυσμού είναι υπέρβαρο και το 10% παχύσαρκο, περισσότεροι από τους μισούς καταναλώνουν αλκοόλ, ενώ πάνω από το ένα τέταρτο ζει καθιστική ζωή. Η πρόληψη, αν και αναγνωρίζεται ως κρίσιμο εργαλείο, παραμένει υποχρηματοδοτημένη: μόλις το 4,6% της συνολικής υγειονομικής δαπάνης κατευθύνεται σε αυτήν, ποσοστό χαμηλότερο από άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες.

Αύξηση τιμής, μείωση κατανάλωσης

Η λογική της αύξησης της τιμής των προϊόντων καπνού βασίζεται σε διεθνή εμπειρία: όσο ακριβότερο γίνεται το κάπνισμα, τόσο μειώνεται η κατανάλωση, ιδίως στις νεότερες ηλικίες. Τα επιπλέον έσοδα μπορούν να διοχετευθούν στην πρόληψη, στην έγκαιρη διάγνωση και στη στήριξη των καινοτόμων θεραπειών, δημιουργώντας έναν ενάρετο κύκλο για το σύστημα υγείας.

Οι υποστηρικτές της πρωτοβουλίας υπογραμμίζουν ότι η καινοτομία στην ογκολογία δεν αποτελεί απλώς κόστος. Το 2024, η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη για αντικαρκινικά φάρμακα ανήλθε σε 5,4 δισ. ευρώ, αυξημένη κατά σχεδόν 14% σε έναν χρόνο, αλλά τα αποτελέσματα είναι μετρήσιμα: τα ποσοστά θνησιμότητας μειώνονται και η επιβίωση βελτιώνεται με ρυθμούς ταχύτερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Σήμερα, πάνω από τους μισούς ασθενείς ζουν τουλάχιστον πέντε χρόνια μετά τη διάγνωση, ενώ ένας στους τέσσερις έχει προσδόκιμο ζωής αντίστοιχο με τον γενικό πληθυσμό. Η μετάβαση σε θεραπείες υψηλής εξειδίκευσης –όπως η ανοσοθεραπεία και τα σύγχρονα στοχευμένα φάρμακα– αλλάζει την πρόγνωση, την ίδια στιγμή όμως δοκιμάζει τη βιωσιμότητα του συστήματος.

Πίσω από τα ενθαρρυντικά ιατρικά δεδομένα, αναδεικνύονται σοβαρές δομικές αδυναμίες. Μέσα σε μια δεκαετία έχουν χαθεί πάνω από 1.000 δημόσιες κλίνες ογκολογίας, ενώ σε σημαντικό ποσοστό των κέντρων απουσιάζουν βασικές υπηρεσίες, όπως η κατ’ οίκον ογκολογική φροντίδα, η κλινική ψυχολογία και η διατροφική υποστήριξη. Η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και συντονιστών κλινικής έρευνας περιορίζει και τη συμμετοχή σε κλινικές δοκιμές.

Την ίδια ώρα, οι γιατροί δηλώνουν ότι μεγάλο μέρος του χρόνου τους αναλώνεται σε διοικητικές διαδικασίες, εις βάρος της σχέσης με τον ασθενή. Η επαγγελματική εξουθένωση δεν είναι πια εξαίρεση αλλά κανόνας, ενώ η πίεση μεταφέρεται και στους οικογενειακούς φροντιστές, που αποτελούν κρίσιμο αλλά συχνά αόρατο κομμάτι της φροντίδας.

Η πρωτοβουλία για την αύξηση της τιμής των προϊόντων καπνού δεν είναι απλώς ένα μέτρο φορολογικής πολιτικής. Είναι μια δοκιμασία πολιτικής βούλησης και κοινωνικής ωριμότητας. Αν οι 50.000 υπογραφές συγκεντρωθούν, το ζήτημα θα βρεθεί στο επίκεντρο του κοινοβουλευτικού διαλόγου, φέρνοντας αντιμέτωπες την πρόληψη, τα οικονομικά συμφέροντα και τις κοινωνικές αντιστάσεις.