Εν μέσω νεο-ιμπεριαλιστικών απειλών του Αμερικανού προέδρου Τραμπ για τη Γροιλανδία και με τη συνοχή του ΝΑΤΟ ξανά υπό αμφισβήτηση, οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι της Ουάσιγκτον επιδίδονται σε νέους γεωπολιτικούς ακροβατισμούς.

Με ρητή την υποστήριξή τους στην εθνική κυριαρχία της Δανίας (χώρας μέλους της ΕΕ και ιδρυτικού μέλους της Συμμαχίας, στην επικράτεια του οποίου ανήκει το αυτόνομο αρκτικό νησί), επιχειρούν να κατευνάσουν τον πρόεδρο των ΗΠΑ, προχωρώντας εσπευσμένα σε σχέδια αύξησης της παρουσίας του ΝΑΤΟ στην Αρκτική.

O στρατιωτικός σχεδιασμός έχει ήδη αρχίσει.

Εξετάζεται μια κοινή επιχείρηση και ανταλλαγή πληροφοριών στην περιοχή της Αρκτικής.

Αν και πολλά γύρω από την αποστολή -η ακριβής φύση της, το χρονοδιάγραμμα και οι πόροι- παραμένουν προσώρας ασαφή, έχει ήδη αποκτήσει όνομα: «Αρκτικός Φρουρός».

Υπό το βάρος των αμερικανικών πιέσεων, τα πράγματα θα μπορούσαν να εξελιχθούν γρήγορα.

Ένα αρχικό επιχειρησιακό προσχέδιο αναμένεται να τεθεί επί τάπητος από τους υπουργούς Άμυνας του ΝΑΤΟ στη συνάντησή τους αυτή την Πέμπτη, στις Βρυξέλλες.

Η κεντρική ιδέα βασίζεται σε δύο παρόμοιες πρωτοβουλίες του ΝΑΤΟ, που τέθηκαν πέρυσι σε εφαρμογή.

Τον «Φρουρό της Βαλτικής», που υλοποιήθηκε σε απάντηση των επιθέσεων δολιοφθοράς κρίσιμων υποθαλάσσιων καλωδίων και την «Ανατολή Φρουρά», που πήρε «σάρκα και οστά» μετά τις πρόσφατες συνεχείς παραβιάσεις του εναέριου χώρου ευρωπαϊκών χωρών, οι οποίες αποδίδονται στον λεγόμενο υβριδικό πόλεμο της Ρωσίας.

Ο «Αρκτικός Φρουρός» εν προκειμένω στοχεύει να καλύψει αμυντικά τον αποκαλούμενο Απώτατο Βορρά, συμπεριλαμβανομένων δηλαδή της Γροιλανδίας, της Ισλανδίας, της Φινλανδίας και των ολοένα και πιο στρατηγικής σημασίας θαλάσσιων οδών στην Αρκτική, που αυξάνονται με το λιώσιμο των πάγων.

Ως κίνητρο προβάλλεται επισήμως η υπεράσπιση της Αρκτικής από την απειλή της Ρωσίας και της Κίνας.

Υπάρχουν ωστόσο πολλά πρακτικά εμπόδια για τον «Αρκτικό Φρουρό».

Παραμένει δε ερώτημα εάν θα μπορούσε να προστατεύσει την Αρκτική ή αν η απειλή είναι πράγματι τόσο σοβαρή, όσο ισχυρίζεται ο Τραμπ.

«Τρεχάτε ποδαράκια μου»… στον πάγο

Επτά από τις οκτώ χώρες της Αρκτικής είναι μέλη του ΝΑΤΟ – η όγδοη είναι η Ρωσία.

Στην παρούσα φάση, η Μόσχα έχει εδραιώσει τη στρατηγική πρωτοκαθεδρία στην περιοχή, ενώ η Κίνα διεκδικεί από το 2018 ρόλο «εγγύς αρκτικού κράτους».

Πλέον χρησιμοποιεί ως «εισιτήριο» τη στρατηγική συμμαχία της με τη Μόσχα, για πρόσβαση σε αυτό που (ορθά) βλέπει ως μια νέα -παγωμένη έως τώρα- δίοδο για τον «Δρόμο του Μεταξιού».

Έχοντας αντίθετα εστιάσει μεταψυχροπολεμικά το γεωστρατηγικό ενδιαφέρον σε άλλες προτεραιότητες και πεδία, το ΝΑΤΟ σχεδιάζει εσπευσμένα τώρα τη μεγάλη επιστροφή του στην Αρκτική.

Ο δρόμος είναι ωστόσο στρωμένος με εγγενείς δυσκολίες και «αγκάθια».

Σήμερα η Βορειοατλαντική Συμμαχία διαθέτει συνολικά περίπου 45 παγοθραυστικά -πολύ λιγότερα από όσα έχει η Ρωσία (σχεδόν 70), αναπτύσσοντας μάλιστα οκτώ πυρηνοκίνητα.

Ενδεικτικά, ο Καναδάς έχει 19 παγοθραυστικά. Η Φινλανδία -κορυφαίος παραγωγός στον κόσμο- διαθέτει μόλις 9.

Οι ΗΠΑ, που επί του παρόντος έχουν μόνο δύο και παλαιά, υπέγραψαν τον περασμένο Οκτώβριο συμφωνία ύψους 6,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων με τη Φινλανδία για την κατασκευή 11 παγοθραυστικών.

Η πρώτη παράδοση αναμένεται σε δύο χρόνια.

Η δε ΕΕ προτείνει, στο πλαίσιο του επανεξοπλισμού της, την κατασκευή ενός ηπειρωτικού παγοθραυστικού που θα αναπτυχθεί στην Αρκτική, παράλληλα με τα πολεμικά πλοία του ΝΑΤΟ.

Η ευρωπαϊκή συμβολή αναμένεται πάντως να επικεντρωθεί περισσότερο στην ενίσχυση των εναέριων και ναυτικών περιπολιών, ενόσω οι ΗΠΑ αναμένεται να αυξήσουν σημαντικά την στρατιωτική παρουσία τους στη Γροιλανδία, με πλήρη αναθεώρηση της υφιστάμενης διμερούς αμυντικής συμφωνίας με τη Δανία.

Κρίσιμο τεστ θεωρείται η νατοϊκή άσκηση «Ψυχρή Αντίδραση 2026», τον Μάρτιο, στη Νορβηγία, με τη συμμετοχή έως και 25.000 στρατιωτών.

Εκτός πάντως από τις σκανδιναβικές χώρες και τον Καναδά, υπάρχουν λίγα στρατεύματα με εμπειρία δράσης υπό αρκτικές συνθήκες. Και δη σε μόνιμη βάση.

«Προσοχή στο κενό»

Η Γροιλανδία βρίσκεται εκεί που ο Αρκτικός Ωκεανός συναντά τον Ατλαντικό.

Βρίσκεται σε μια στρατηγική τοποθεσία, γνωστή ως Κενό GIUK, με το ακρωνύμιο να παραπέμπει στα αγγλικά στη Γροιλανδία, την Ισλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Ψυχρού Πολέμου, οριοθετούσε ένα κρίσιμο ναυτικό και αεροπορικό σημείο συμφόρησης μεταξύ του Αρκτικού και του Ατλαντικού ωκεανού.

Από τότε προσέδιδε -λόγω γεωγραφικής θέσης- στη Γροιλανδία τακτικό συμμαχικό πλεονέκτημα για την εποπτεία εναέριας και θαλάσσιας κυκλοφορίας στο Βόρειο Ατλαντικό.

Όχι τυχαία, στα εδάφη της που οι ΗΠΑ διατηρούν μέχρι και σήμερα τη Διαστημική Βάση Πιτουφίκ (πρώην Θούλη) -τη βορειότερη στρατιωτική τους εγκατάσταση, ενώ η κυβέρνηση Τραμπ βάζει το αρκτικό νησί στο επίκεντρο του νέου αμερικανικού αντιπυραυλικού συστήματος.

Γνωστό ως «Χρυσός Θόλος», είναι ακόμη στα χαρτιά. Έχει ωστόσο σαφή στόχο: να καταστήσει απρόσβλητες από οποιαδήποτε επίθεση τις ΗΠΑ.

Έτερο, επίσης γεωστρατηγικής σημασίας πέρασμα στον Αρκτικό Ωκεανό είναι το λεγόμενο Κενό Bear Gap, μεταξύ του αρχιπελάγους Σβάλμπαρντ στη Νορβηγία και της Γης του Φραγκίσκου Ιωσήφ, ένα ακατοίκητο αρχιπέλαγος που αποτελεί το βορειότερο σημείο της περιφέρειας Αρχάγγελσκ της Ρωσίας.

Και τα δύο περάσματα είχαν περάσει μετά τον Ψυχρό Πόλεμο στα «ψιλά γράμματα» του ΝΑΤΟ, ατροφώντας τις δυνατότητές του για ανθυποβρυχιακό πόλεμο. Και δη των ΗΠΑ.

Σήμερα, «η ρεβανσιστική εξωτερική πολιτική της Ρωσίας και ο μεθοδευμένος πυρηνικός εκσυγχρονισμός της σημαίνουν ότι το Κενό GIUK έχει ανακτήσει τη σημασία του, παρά τις ικανότητες της Μόσχας για διηπειρωτική αντιπαράθεση», σύμφωνα με ανάλυση του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών, δεξαμενής σκέψης με έδρα την Ουάσιγκτον.

Πολλοί ωστόσο στην Ευρώπη, πολιτικοί και ειδικοί, διχάζονται ανάμεσα στο υφιστάμενο επίπεδο του κινδύνου ασφαλείας και της  περαιτέρω εξάντλησης πολύτιμων πόρων, προς κατευνασμό (ξανά) του Ντόναλντ Τραμπ -ενόσω η ρωσική απειλή στον Απώτερο Βορρά μνημονεύεται ως «στρατηγική πρόκληση» από το 2022, στη Στρατηγική Αντίληψη του ΝΑΤΟ.

Από την κλιματική κρίση, στη γεωπολιτική αντιπαράθεση

Μέχρι πρότινος, το διεθνές συνέδριο Arctic Frontiers (Αρκτικά Σύνορα) που διοργανώνεται ετησίως στο Τρόμσε, στη βόρεια Νορβηγία αποτελούσε πλατφόρμα διαλόγου για τη βιώσιμη ανάπτυξη στην Αρκτική.

Φέτος, ωστόσο, η εστίαση μετατοπίστηκε από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής -που η κυβέρνηση Τραμπ πρακτικά αρνείται- στη στρατηγική ασφάλεια.

Όπως επιτάσσει, κοντολογίς, ο σημερινός ένοικος του Λευκού Οίκου.

Ενδεικτικός ήταν ο τίτλος -«Αλλαγή Ροπής»- και οι ενότητες του φετινού συνεδρίου, που διεξήχθη στις 2-5 Φεβρουαρίου.

Κυμαίνονταν από τις αλλαγές στο μόνιμα παγωμένο έδαφος και τους θαλάσσιους κινδύνους, έως τη διακυβέρνηση των διαστημικών δραστηριοτήτων και τη διαχείριση των οικοσυστημάτων.

Συνεδρίες διερεύνησαν πώς οι παγκόσμιες μεταβολές της αγοράς και οι επενδύσεις σε αμυντικές υποδομές επηρεάζουν τις τοπικές κοινότητες και τις υποδομές της Αρκτικής.

Από το Τρόμσε, η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλλας ανακοίνωσε ότι η ΕΕ θα επικαιροποιήσει την στρατηγική της για την περιοχή.

Η Γροιλανδία θα πρέπει πλέον να θεωρείται κεντρικός πυλώνας του μεταβαλλόμενου περιβάλλοντος ασφαλείας, τόνισε.

Συμπλήρωσε, ωστόσο, ότι η ασφάλεια δεν καθορίζεται αποκλειστικά με στρατιωτικά μέσα, αλλά και από ανθεκτικές κοινωνίες, αξιόπιστους θεσμούς και ασφαλείς υποδομές.

Αποτελεί κοινή παραδοχή ωστόσο ότι, στο πλαίσιο του «Αρκτικού Φρουρού», οι Ευρωπαίοι και ο Καναδάς έχουν περιορισμένη επιχειρησιακή ικανότητα απέναντι στον Βόρειο Στόλο της Ρωσίας.

Η αντίδραση της Ουάσιγκτον στα εν λόγω σχέδια παραμένει προς το παρόν υπό διερεύνηση, ενώ ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας, Γενς-Φρέντερικ Νίλσεν, προειδοποιεί ότι  οι ΗΠΑ συνεχίζουν να αναζητούν «οδούς για την ιδιοκτησία και τον έλεγχο της Γροιλανδίας».